Archive for August, 2010

Το Μέλλον Κεφαλληνίας και Ιθάκης

Posted in Αρχειακά (Ε.Λ.Ι.Α.-Το Βήμα) on August 25, 2010 by shinecast

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΚΝΙΑΣ | Το Βήμα, ένθετο “Βιβλία”,  Σάββατο 4 Μαΐου 2002

Η εβδομαδιαία εφημερίδα «Το Μέλλον Κεφαλληνίας και Ιθάκης» ιδρύθηκε το 1964. Στο ΕΛΙΑ φυλάσσονται 37 φύλλα από το 1973 ως το 1979. (Τον ίδιο τίτλο, «Το Μέλλον», έφερε η επίσης εβδομαδιαία εφημερίδα που εκδόθηκε στην Κεφαλλονιά το 1921 με τον υπότιτλο «Εφημερίς Κόμματος Ελευθεροφρόνων», το κόμμα του Ιωάννη Μεταξά.)

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απόψεις της εφημερίδας για το πολιτειακό. Στην πρώτη σελίδα του φ. αρ. 432 (26.7.1973) φιγουράρουν οι φωτογραφίες του Γεωργίου Παπαδόπουλου και του Οδυσσέα Αγγελή, («Προέδρου» και «Αντιπροέδρου» της «Δημοκρατίας» αντιστοίχως). Το κύριο άρθρο τιτλοφορείται «Σκέψεις ενός απλού ψηφοφόρου επί τη μεθαυριανή διεξαγωγή του δημοψηφίσματος» και προπαγανδίζει το «Ναι» στο χουντικό δημοψήφισμα της 29ης Ιουλίου 1973 που θα επικύρωνε την κατάργηση της Βασιλείας από τον Παπαδόπουλο. Σύμφωνα λοιπόν με αυτόν τον απλό ψηφοφόρο, ενώ οι Παπαδόπουλος, Παττακός και Μακαρέζος έδωσαν το προβάδισμα στον Θρόνο, προκειμένου να έχει εκείνος τον πρώτο λόγο στην «Εθνική Σωτηρία», «ο Θρόνος, συνηθισμένος εις κολακείας, εγωπαθής και αχάριστος, επροτίμησε την ανταρσία της 13ης Δεκεμβρίου και αυτοεξορισθείς… συνωμοτών εις σκοτεινάς συνωμοσίας, οικείας και γνωρίμους εις τους σκοτεινούς διαδρόμους των Βασιλικών Ανακτόρων και του μεσαίωνος… επεχείρησε το δεύτερον πραξικόπημα εις το ναυτικόν». Αλλο δημοσίευμα στην πρώτη σελίδα, με τίτλο «Επίκαιρες σκέψεις», καταλήγει ως εξής: «”Ναι” λοιπόν στην αλλαγή και ευγνωμοσύνη και ευχαριστίες σ’ αυτόν τον γνήσιο Ελληνα που λεβέντικα μας την πρόσφερε. Αλλο πράγμα Βασίλειον της Ελλάδος και άλλο Ελληνική Δημοκρατία». Τελικώς το «Ναι» απέσπασε το 78%.

Τυχαίνει το επόμενο φύλλο της εφημερίδας που διαθέτει το ΕΛΙΑ (αρ. 485, 28.11.1974) να είναι αυτό που κυκλοφόρησε ανάμεσα στις πρώτες εκλογές της μεταπολίτευσης και στο δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου με το οποίο για πρώτη φορά δόθηκε μια σαφής λαϊκή ετυμηγορία υπέρ της Αβασίλευτης Δημοκρατίας κατά τρόπο αδιάβλητο και μη αμφισβητήσιμο (69,2% υπέρ της Αβασίλευτης, 30,8% υπέρ της Βασιλευομένης). Προ του δημοψηφίσματος, το «Μέλλον Κεφαλληνίας και Ιθάκης» παίρνει θέση: «Ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος υπήρξεν ο πρώτος ο οποίος είχεν το σθένος να αναμετρηθή με την δικτατορίαν, τον Δεκέμβριον του 1967. Ο Βασιλεύς επήρε τελικώς τον δρόμον της εξορίας από την Πατρίδα από αγάπη προς τον λαόν, διά να μη αιματοκυλισθή η Χώρα… Η δικτατορία της επταετίας, η οποία δεν αφήκε τίποτε όρθιο εις τον δύστυχο τόπο, βρήκε αντίπαλο τον Βασιλέα… Η κατάργησις της Βασιλευομένης Δημοκρατίας από την Χούνταν εσήμαινε πραγματικήν κατάργησιν της Δημοκρατίας…» Σημειωτέον ότι και στα δύο φύλλα αναφέρεται ως ιδιοκτήτης-διευθυντής το ίδιο πρόσωπο.

Εκφράζοντας ίσως την απογοήτευση των συντακτών του από τα εγκόσμια, η θεματολογία του «Μέλλοντος» κατά τα επόμενα χρόνια στρέφεται όλο και περισσότερο γύρω από ζητήματα που αφορούν την Εκκλησία.

http://www.tovima.gr/default.asp?pid=46&ct=47&artid=125331&dt=04/05/2002#ixzz1Exd6WXDP
Advertisements

ΗΤΑΝ ΟΛΟΙ ΤΟΥΣ ΧΟΝΤΡΟΙ

Posted in Διάφορα κείμενα on August 4, 2010 by shinecast

(Όνειρο θερινού απογεύματος)

by Giorgos Tsaknias on Wednesday, August 4, 2010 at 7:31pm (από τα notes του fb)

Ήταν όλοι τους χοντροί. Χοντρή η μαμά, χοντρός ο μπαμπάς, χοντρά και τα δύο αγοράκια. Και ήταν φωνακλάδες. Όλοι τους.

Μια τόσο ζεστή μέρα, το άραγμα στο καφέ μπαρ στην παραλία αποτελούσε αναγκαία συνθήκη για την επιβίωση. Και η οικογένεια των χοντρανθρώπων το κατέστρεφε. Αμίλητοι και σκυθρωποί, ρουφούσαμε φραπέδες και φρέντο, χυμούς και μπύρες, παρακολουθώντας το μεγάλο χοντρό αγοράκι να χώνει μουλωχτές τσιμπιές στο μικρό χοντρό αγοράκι. Το χοντρό μικρό αγοράκι να σκούζει σπαραχτικά και να τρέχει να χώνεται στη χοντρή αγκαλιά του χοντρού μπαμπά. Τον χοντρό μπαμπά να προσπαθεί να φανεί πότε αυστηρός και πότε –για αντιπερισπασμό– αστείος, πάντοτε θορυβωδώς. Τη χοντρή μαμά να ουρλιάζει στα χοντρά αγοράκια να τσακιστούνε να φορέσουν τα καπέλα τους, αλλιώς θα τα στείλει να κάτσουν στη σκιά μόνα τους και δεν αστειεύεται και θα τους δείξει αυτή και αν χτυπήσουν έτσι που τρέχουν θα τα σκοτώσει. Τα χοντρά αγοράκια να πετάνε τα καπέλα τους μακριά και, εν τέλει, όλα τα μέλη της χοντρής οικογένειας να κάθονται στον ήλιο χωρίς καπέλα, ουρλιάζοντας και χειρονομώντας, κλαίγοντας και τσιρίζοντας, μέσα σε ένα γενικό χαμό από ιδρώτα, σάλια, αντηλιακό, μύξες και λίπος.

Τι μπορείς να κάνεις στην παραλία μια μέρα με καύσωνα, προκειμένου να μη σαλτάρεις; Να βουτάς κάθε τόσο στη θάλασσα. Να πίνεις διάφορα παγωμένα αναψυκτικά. Και να χαζεύεις τους ομοιοπαθείς γύρω σου, καθώς βουτάνε κάθε τόσο στη θάλασσα και πίνουν διάφορα παγωμένα αναψυκτικά. Αυτά τα τρία, ξανά και ξανά, μέχρι να περιέλθεις σε μια κατάσταση Ζεν, έναν νοερό παράδεισο όπου υπάρχουν μόνο θάλασσα και αναψυκτικά, εκτός και πέραν θερμοκρασίας περιβάλλοντος.

Εκείνη όμως τη μέρα, υπήρχε η οικογένεια των χοντρών. Δολοφονούσε βάναυσα οποιαδήποτε υποψία Ζεν, μετέτρεπε τη θάλασσα σε μαρμίτα που κόχλαζε και τα αναψυκτικά σε βραστό ποντικοφάρμακο.

Άπνοια. Καύσωνας. Φωνές και φασαρία. Υπέρταση. Κλείνεις τα μάτια και βλέπεις τους Μογγόλους του Τζέγκινς Χαν να καλπάζουν στην αχνιστή στέππα. Ή τον Νικήτα Νικηταρά τον τουρκοφάγο με το γιαταγάνι στο χέρι. Ή τον Νικηταρά να ηγείται ορδής Μογγόλων που καλπάζουν. Ανοίγεις τα μάτια και βλέπεις τους Χοντρούς.

Βάλε το καπέλο σου, δεν θα το ξαναπώ. Μακάρι να μην το ξαναέλεγες, αλλά έλα που θα το ξαναπείς. Θα το πω στον πατέρα σου. Ο πατέρας του είναι εδώ και ακούει, δεν βλέπω να ιδρώνει το αυτί του, σε αντίθεση με εμένα, που έχω λουστεί σε ιδρώτα θανάσιμης αγωνίας. Έτσι και το ξανακάνεις, θα σε σκοτώσω. Το έχει ήδη κάνει περί τις είκοσι φορές, εν τω μεταξύ το μόνο που έχεις σκοτώσει εσύ είναι η ελπίδα μου να περάσω ένα κάπως δροσερό απόγευμα στην παραλία. Μη χαϊδεύεις το σκυλάκι, θα σε φάει. Δυστυχώς δεν θα τον φάει, ούτε εσένα. Δυστυχώς.

Κανείς άλλος δεν έκανε την κίνηση, κι έτσι αποφάσισα να την κάνω εγώ. Άπλωσα το χέρι, άνοιξα το σακίδιο και τράβηξα αργά αργά το μάγκνουμ.

Πρώτα σημάδεψα τη χοντρή μαμά. Το βλέμμα μου συνάντησε το δικό της. Με κοίταξε με μίσος ανάμεικτο με σιχασιά∙ χαμογέλασε σατανικά και σήκωσε το μικρό χοντρό αγοράκι μπροστά στο πρόσωπό της. Για μια στιγμή ταλαντεύτηκα: το παιδί δεν έφταιγε σε τίποτα. Στο κάτω κάτω ήταν ακόμα μικρό, ίσως προλάβαινε να σωθεί.

Εξακολουθούσα να σημαδεύω. Σκέφτηκα πως η σφαίρα του μάγκνουμ θα διαπερνούσε με άνεση πέρα ως πέρα το εύθραυστο παιδικό κρανίο. Το ερώτημα ήταν από ποιο σημείο θα έβγαινε και πού θα πετύχαινε τη χοντρή. Δυο παιδικά μάτια με κοιτούσαν γουρλωμένα, πίσω από την κάννη. Και τότε, σε ένα ελάχιστο κλάσμα του δευτερολέπτου, το χοντρό παιδάκι ξαφνικά μού χαμογέλασε∙ αμέσως μετά, με μια απότομη, αποφασιστική κίνηση, έσκυψε μπροστά.
Πάτησα τη σκανδάλη αμέσως. Πρόλαβα να δω το σαρδόνιο χαμόγελο της χοντρής να μεταμορφώνεται σε μάσκα ανείπωτου τρόμου, τον πανικό να ζωγραφίζεται στα φιδίσια μάτια της, τη στιγμή ακριβώς που ανάμεσά τους εμφανιζόταν ένα τρίτο, μαυροκόκκινο μάτι, κάτω από τις δίπλες του μετώπου της.
«Γουάου, τρομερό σημάδι, ρε συ….» μονολόγησε η κοκκινομάλλα πιτσιρίκα σερβιτόρα, και με κοίταξε με θαυμασμό.

Έστρεψα αμέσως την προσοχή μου –και κυρίως την κάννη του μάγκνουμ– στον χοντρό μπαμπά. Υποθέτω πως περίμενα να δω έκπληξη, φόβο, απόγνωση. Περίμενα ίσως να τον δω να πέφτει στα γόνατα και να εκλιπαρεί να τον λυπηθώ, ή να τρέχει να σωθεί, ή να κλαίει και να θρηνεί εκτός εαυτού πάνω από το χοντρό πτώμα. Ίσως να ορμήσει εναντίον μου απελπισμένος, χωρίς σκέψη και λογική… ή ακόμα, στη χειρότερη περίπτωση, περίμενα ενδεχομένως να τραβήξει κι εκείνος όπλο.

Τίποτα από όλα αυτά δεν συνέβη. Ο χοντρός απλώς σηκώθηκε από την ξαπλώστρα και ήρθε αργά και απειλητικά προς το μέρος μου, αγνοώντας παντελώς το όπλο που κρατούσα, η κάννη του οποίου ακόμη άχνιζε από τη σφαίρα που είχα μόλις φυτέψει στο κρανίο της χοντρής γυναίκας του.

Ε, λοιπόν, κόντρα σε όλες τις προβλέψεις μου, η κύρια αντίδραση του τύπου ήταν ότι θίχτηκε.
Δεν θίχτηκε επειδή είχα σκοτώσει τη γυναίκα του. Θίχτηκε επειδή ήταν προφανές ότι είχα ενοχληθεί χοντρά από τη φασαρία που έκανε τόση ώρα αυτός και η χοντρή του οικογένεια. Και νομίζω πως θίχτηκε ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι όλοι οι θαμώνες του καφέ μπαρ αναστέναξαν με ανακούφιση μόλις πυροβόλησα τη χοντρή. Οι Γερμανοί και οι Σκανδιναβοί τουρίστες απλώς ανασήκωσαν το βλέμμα, έγνεψαν επιδοκιμαστικά και κάρφωσαν τα μάτια στα βιβλία τους με νέο ζήλο. Από τους Έλληνες και τους Ιταλούς ακούστηκαν μουρμουρητά επιδοκιμασίας και μερικά σποραδικά χειροκροτήματα.

Υποθέτω πως θα μπορούσε κανείς να πει ότι «έφριξεν η γη και ο ήλιος εκρύβη», όταν ο χοντρός ήρθε και στάθηκε μπροστά μου. Γεγονός πάντως είναι ότι σκοτείνιασε ο τόπος.

«Στραβώνεις, μεγάλε;» με ρώτησε με τη σούπερ μάτσο αντρική φωνή του, την οποία φρόντισε επιμελώς να κάνει ακόμα πιο μπάσα.

«Μπα, μόλις ίσιωσα, μαλάκα χοντρέ», είπα, και πυροβόλησα χωρίς καν να σημαδέψω. Το μάγκνουμ ξέρασε φωτιά και μολύβι και η σφαίρα βρήκε τον τύπο στην καρωτίδα. Πίδακας καυτός ανάβλυσε το αίμα, και ο χοντρός σωριάστηκε με βρόντο στο ξύλινο δάπεδο.

Γύρισα και κοίταξα τα παιδιά. Στέκονταν πλάι πλάι αμίλητα, ανέκφραστα, λες και κάτι περίμεναν. Μόλις ο χοντρός έπαψε να σφαδάζει, το μεγάλο αγοράκι έχωσε μια τσιμπιά στο μικρό. Αυτό τσίριξε από τον πόνο, αλλά δεν έβαλε τα κλάματα. Τσίμπησε κι αυτό τον αδερφό του, και βάλθηκαν να κυνηγιούνται χαχανίζοντας στην παραλία.

Ο κοτσιδάτος ιδιοκτήτης του καφέ μπαρ έσπευσε να μαζέψει τα πτώματα. Η κοκκινομάλλα μού έριξε ένα πλάγιο χαμόγελο όλο σημασία, καθώς έφερνε τον κουβά και τη σφουγγαρίστρα.

Φύσηξα βαριεστημένα την κάννη του μάγκνουμ και παράγγειλα έναν δεύτερο φρέντο. Άναψα τσιγάρο κι απόμεινα να κοιτάζω τα δύο παιδάκια που ξεμάκραιναν ξεκαρδισμένα στα γέλια, κυνηγώντας το ένα τ’ άλλο. Παράξενο, σκέφτηκα, από μακριά δεν φαίνονται και τόσο χοντρά. Και τα δυο φορούσαν τα καπέλα τους.