ΗΤΑΝ ΟΛΟΙ ΤΟΥΣ ΧΟΝΤΡΟΙ

(Όνειρο θερινού απογεύματος)

by Giorgos Tsaknias on Wednesday, August 4, 2010 at 7:31pm (από τα notes του fb)

Ήταν όλοι τους χοντροί. Χοντρή η μαμά, χοντρός ο μπαμπάς, χοντρά και τα δύο αγοράκια. Και ήταν φωνακλάδες. Όλοι τους.

Μια τόσο ζεστή μέρα, το άραγμα στο καφέ μπαρ στην παραλία αποτελούσε αναγκαία συνθήκη για την επιβίωση. Και η οικογένεια των χοντρανθρώπων το κατέστρεφε. Αμίλητοι και σκυθρωποί, ρουφούσαμε φραπέδες και φρέντο, χυμούς και μπύρες, παρακολουθώντας το μεγάλο χοντρό αγοράκι να χώνει μουλωχτές τσιμπιές στο μικρό χοντρό αγοράκι. Το χοντρό μικρό αγοράκι να σκούζει σπαραχτικά και να τρέχει να χώνεται στη χοντρή αγκαλιά του χοντρού μπαμπά. Τον χοντρό μπαμπά να προσπαθεί να φανεί πότε αυστηρός και πότε –για αντιπερισπασμό– αστείος, πάντοτε θορυβωδώς. Τη χοντρή μαμά να ουρλιάζει στα χοντρά αγοράκια να τσακιστούνε να φορέσουν τα καπέλα τους, αλλιώς θα τα στείλει να κάτσουν στη σκιά μόνα τους και δεν αστειεύεται και θα τους δείξει αυτή και αν χτυπήσουν έτσι που τρέχουν θα τα σκοτώσει. Τα χοντρά αγοράκια να πετάνε τα καπέλα τους μακριά και, εν τέλει, όλα τα μέλη της χοντρής οικογένειας να κάθονται στον ήλιο χωρίς καπέλα, ουρλιάζοντας και χειρονομώντας, κλαίγοντας και τσιρίζοντας, μέσα σε ένα γενικό χαμό από ιδρώτα, σάλια, αντηλιακό, μύξες και λίπος.

Τι μπορείς να κάνεις στην παραλία μια μέρα με καύσωνα, προκειμένου να μη σαλτάρεις; Να βουτάς κάθε τόσο στη θάλασσα. Να πίνεις διάφορα παγωμένα αναψυκτικά. Και να χαζεύεις τους ομοιοπαθείς γύρω σου, καθώς βουτάνε κάθε τόσο στη θάλασσα και πίνουν διάφορα παγωμένα αναψυκτικά. Αυτά τα τρία, ξανά και ξανά, μέχρι να περιέλθεις σε μια κατάσταση Ζεν, έναν νοερό παράδεισο όπου υπάρχουν μόνο θάλασσα και αναψυκτικά, εκτός και πέραν θερμοκρασίας περιβάλλοντος.

Εκείνη όμως τη μέρα, υπήρχε η οικογένεια των χοντρών. Δολοφονούσε βάναυσα οποιαδήποτε υποψία Ζεν, μετέτρεπε τη θάλασσα σε μαρμίτα που κόχλαζε και τα αναψυκτικά σε βραστό ποντικοφάρμακο.

Άπνοια. Καύσωνας. Φωνές και φασαρία. Υπέρταση. Κλείνεις τα μάτια και βλέπεις τους Μογγόλους του Τζέγκινς Χαν να καλπάζουν στην αχνιστή στέππα. Ή τον Νικήτα Νικηταρά τον τουρκοφάγο με το γιαταγάνι στο χέρι. Ή τον Νικηταρά να ηγείται ορδής Μογγόλων που καλπάζουν. Ανοίγεις τα μάτια και βλέπεις τους Χοντρούς.

Βάλε το καπέλο σου, δεν θα το ξαναπώ. Μακάρι να μην το ξαναέλεγες, αλλά έλα που θα το ξαναπείς. Θα το πω στον πατέρα σου. Ο πατέρας του είναι εδώ και ακούει, δεν βλέπω να ιδρώνει το αυτί του, σε αντίθεση με εμένα, που έχω λουστεί σε ιδρώτα θανάσιμης αγωνίας. Έτσι και το ξανακάνεις, θα σε σκοτώσω. Το έχει ήδη κάνει περί τις είκοσι φορές, εν τω μεταξύ το μόνο που έχεις σκοτώσει εσύ είναι η ελπίδα μου να περάσω ένα κάπως δροσερό απόγευμα στην παραλία. Μη χαϊδεύεις το σκυλάκι, θα σε φάει. Δυστυχώς δεν θα τον φάει, ούτε εσένα. Δυστυχώς.

Κανείς άλλος δεν έκανε την κίνηση, κι έτσι αποφάσισα να την κάνω εγώ. Άπλωσα το χέρι, άνοιξα το σακίδιο και τράβηξα αργά αργά το μάγκνουμ.

Πρώτα σημάδεψα τη χοντρή μαμά. Το βλέμμα μου συνάντησε το δικό της. Με κοίταξε με μίσος ανάμεικτο με σιχασιά∙ χαμογέλασε σατανικά και σήκωσε το μικρό χοντρό αγοράκι μπροστά στο πρόσωπό της. Για μια στιγμή ταλαντεύτηκα: το παιδί δεν έφταιγε σε τίποτα. Στο κάτω κάτω ήταν ακόμα μικρό, ίσως προλάβαινε να σωθεί.

Εξακολουθούσα να σημαδεύω. Σκέφτηκα πως η σφαίρα του μάγκνουμ θα διαπερνούσε με άνεση πέρα ως πέρα το εύθραυστο παιδικό κρανίο. Το ερώτημα ήταν από ποιο σημείο θα έβγαινε και πού θα πετύχαινε τη χοντρή. Δυο παιδικά μάτια με κοιτούσαν γουρλωμένα, πίσω από την κάννη. Και τότε, σε ένα ελάχιστο κλάσμα του δευτερολέπτου, το χοντρό παιδάκι ξαφνικά μού χαμογέλασε∙ αμέσως μετά, με μια απότομη, αποφασιστική κίνηση, έσκυψε μπροστά.
Πάτησα τη σκανδάλη αμέσως. Πρόλαβα να δω το σαρδόνιο χαμόγελο της χοντρής να μεταμορφώνεται σε μάσκα ανείπωτου τρόμου, τον πανικό να ζωγραφίζεται στα φιδίσια μάτια της, τη στιγμή ακριβώς που ανάμεσά τους εμφανιζόταν ένα τρίτο, μαυροκόκκινο μάτι, κάτω από τις δίπλες του μετώπου της.
«Γουάου, τρομερό σημάδι, ρε συ….» μονολόγησε η κοκκινομάλλα πιτσιρίκα σερβιτόρα, και με κοίταξε με θαυμασμό.

Έστρεψα αμέσως την προσοχή μου –και κυρίως την κάννη του μάγκνουμ– στον χοντρό μπαμπά. Υποθέτω πως περίμενα να δω έκπληξη, φόβο, απόγνωση. Περίμενα ίσως να τον δω να πέφτει στα γόνατα και να εκλιπαρεί να τον λυπηθώ, ή να τρέχει να σωθεί, ή να κλαίει και να θρηνεί εκτός εαυτού πάνω από το χοντρό πτώμα. Ίσως να ορμήσει εναντίον μου απελπισμένος, χωρίς σκέψη και λογική… ή ακόμα, στη χειρότερη περίπτωση, περίμενα ενδεχομένως να τραβήξει κι εκείνος όπλο.

Τίποτα από όλα αυτά δεν συνέβη. Ο χοντρός απλώς σηκώθηκε από την ξαπλώστρα και ήρθε αργά και απειλητικά προς το μέρος μου, αγνοώντας παντελώς το όπλο που κρατούσα, η κάννη του οποίου ακόμη άχνιζε από τη σφαίρα που είχα μόλις φυτέψει στο κρανίο της χοντρής γυναίκας του.

Ε, λοιπόν, κόντρα σε όλες τις προβλέψεις μου, η κύρια αντίδραση του τύπου ήταν ότι θίχτηκε.
Δεν θίχτηκε επειδή είχα σκοτώσει τη γυναίκα του. Θίχτηκε επειδή ήταν προφανές ότι είχα ενοχληθεί χοντρά από τη φασαρία που έκανε τόση ώρα αυτός και η χοντρή του οικογένεια. Και νομίζω πως θίχτηκε ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι όλοι οι θαμώνες του καφέ μπαρ αναστέναξαν με ανακούφιση μόλις πυροβόλησα τη χοντρή. Οι Γερμανοί και οι Σκανδιναβοί τουρίστες απλώς ανασήκωσαν το βλέμμα, έγνεψαν επιδοκιμαστικά και κάρφωσαν τα μάτια στα βιβλία τους με νέο ζήλο. Από τους Έλληνες και τους Ιταλούς ακούστηκαν μουρμουρητά επιδοκιμασίας και μερικά σποραδικά χειροκροτήματα.

Υποθέτω πως θα μπορούσε κανείς να πει ότι «έφριξεν η γη και ο ήλιος εκρύβη», όταν ο χοντρός ήρθε και στάθηκε μπροστά μου. Γεγονός πάντως είναι ότι σκοτείνιασε ο τόπος.

«Στραβώνεις, μεγάλε;» με ρώτησε με τη σούπερ μάτσο αντρική φωνή του, την οποία φρόντισε επιμελώς να κάνει ακόμα πιο μπάσα.

«Μπα, μόλις ίσιωσα, μαλάκα χοντρέ», είπα, και πυροβόλησα χωρίς καν να σημαδέψω. Το μάγκνουμ ξέρασε φωτιά και μολύβι και η σφαίρα βρήκε τον τύπο στην καρωτίδα. Πίδακας καυτός ανάβλυσε το αίμα, και ο χοντρός σωριάστηκε με βρόντο στο ξύλινο δάπεδο.

Γύρισα και κοίταξα τα παιδιά. Στέκονταν πλάι πλάι αμίλητα, ανέκφραστα, λες και κάτι περίμεναν. Μόλις ο χοντρός έπαψε να σφαδάζει, το μεγάλο αγοράκι έχωσε μια τσιμπιά στο μικρό. Αυτό τσίριξε από τον πόνο, αλλά δεν έβαλε τα κλάματα. Τσίμπησε κι αυτό τον αδερφό του, και βάλθηκαν να κυνηγιούνται χαχανίζοντας στην παραλία.

Ο κοτσιδάτος ιδιοκτήτης του καφέ μπαρ έσπευσε να μαζέψει τα πτώματα. Η κοκκινομάλλα μού έριξε ένα πλάγιο χαμόγελο όλο σημασία, καθώς έφερνε τον κουβά και τη σφουγγαρίστρα.

Φύσηξα βαριεστημένα την κάννη του μάγκνουμ και παράγγειλα έναν δεύτερο φρέντο. Άναψα τσιγάρο κι απόμεινα να κοιτάζω τα δύο παιδάκια που ξεμάκραιναν ξεκαρδισμένα στα γέλια, κυνηγώντας το ένα τ’ άλλο. Παράξενο, σκέφτηκα, από μακριά δεν φαίνονται και τόσο χοντρά. Και τα δυο φορούσαν τα καπέλα τους.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: