Archive for January, 2011

Επιστολή στην Ευτυχία Παναγιώτου

Posted in Διάφορα κείμενα on January 30, 2011 by shinecast

Αγαπητή Ευτυχία,

 Έλαβα την πρόσκληση στην εκδήλωση για το καινούριο σου βιβλίο. Εύχομαι να είναι καλοτάξιδο. Θα προσπαθήσω ανυπερθέτως να έρθω.

 Ξέρεις, Ευτυχία, αυτό δεν είναι και τόσο εύκολο. Το να έρθω, εννοώ. Κυρίως, το να έρθω στο σωστό μέρος και τη σωστή ημέρα και ώρα. Δεν είναι δικαιολογία αυτή, ίσως μάλιστα γίνομαι και αγενής, αλλά δεν μπορώ παρά να το παραδεχτώ: ενίοτε μόνο βρίσκομαι στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή, κι αυτό κατά κανόνα οφείλεται στην τύχη. Δεν γνωρίζω πώς και γιατί συμβαίνει αυτό· μάλλον κάτι πάει κάπως λάθος μέσα στο κεφάλι μου.

 Να, παραδείγματος χάριν μόλις σήμερα έγινε το εξής: ανακάλυψα το απόγευμα ότι τα γενέθλια στα οποία σκόπευα να πάω το βράδυ είχαν λάβει χώρα εχθές. Και μάλιστα αρνήθηκα μια άλλη πρόσκληση για να πάω σε αυτά τα γενέθλια, μπερδεύοντας έτσι ένα σωρό κόσμο.

 Μπορώ επίσης να σου πω ότι δύο φορές έχω χάσει το αεροπλάνο, νομίζοντας ότι φεύγει το βράδυ την τάδε ώρα, ενώ είχε ήδη φύγει την τάδε ώρα αλλά το πρωί. Θα μπορούσα να είχα ξανακοιτάξει το εισιτήριο για να τσεκάρω την ώρα αναχώρησης, αλλά όχι. Δεν το έκανα. Βασίστηκα σε αυτό που θυμόμουν έτσι θολά και στο περίπου. Κι ακόμα, τουλάχιστον τέσσερις φορές έχω πάει κάπου με το αυτοκίνητο και μετά το έχω ξεχάσει και έχω επιστρέψει στο σπίτι με τα πόδια ή με τη συγκοινωνία.

 Άλλο ένα πρόσφατο παράδειγμα, το οποίο γνωρίζεις προσωπικά: τις προάλλες σκέφτηκα να σου πω να πιούμε καφέ παρέα, χάρηκα που θα ερχόσουν – και μετά ξέχασα να σου το πω. Το πληροφορήθηκες συμπτωματικά και ήρθες, αφού πρώτα μου έστειλες το εξής μήνυμα: «Έμαθα πως έχεις ραντεβού με την ευτυχία. Θα έρθει. Παναγιώτου». Παρεμπιπτόντως, ωραία περάσαμε. Ε; Είδες, αυτή είναι μια περίπτωση που τα πράγματα ήρθαν σωστά, αλλά κατά τύχη.

 Καμιά φορά πάλι, αποτυγχάνω να παρευρεθώ κάπου ολόκληρος, ή να παρευρεθώ ψυχή τε και σώματι. Ας πούμε πριν από κάτι μήνες, σε μια εκδήλωση για μια ποιητική συλλογή, καλή ώρα, ήμουν πολύ κουρασμένος για να πάω, κι έτσι παρευρέθηκα πνευματικώς. Δεν ήταν και πολύ καλή ιδέα, όπως αποδείχτηκε, διότι το πνεύμα μου αποφάσισε ότι είχε όρεξη να δοκιμάσει διάφορα κόλπα που είχε δει, λέει, σε ταινίες: άρχισαν λοιπόν οι πόρτες στον χώρο της εκδήλωσης να ανοιγοκλείνουν άνευ λόγου και να χτυπάνε, κάτι κουταλάκια να πετάνε ή να στραβώνουν χωρίς να τα πειράξει κανείς κ.ο.κ. Η βραδιά έκλεισε αμήχανα, με τον τιμώμενο ποιητή να φτύνει πούπουλα κότας. 

Μια άλλη φορά, είχα να πάω σε ένα συνέδριο για την ιστορία του Εμφυλίου. Απόγευμα στη δουλειά, προτού ξεκινήσω για το συνέδριο, έγειρα λίγο στο γραφείο μου να ξεκουραστώ. Πρέπει να με πήρε ο ύπνος, ξύπνησα απότομα και πετάχτηκα πανικόβλητος να μην αργήσω. Έφτασα εγκαίρως, μόλις ξεκινούσε η πρώτη συνεδρίαση, αλλά είχα ξεχάσει στο γραφείο το κεφάλι μου. Όταν το συνειδητοποίησα, ήταν αργά για να γυρίσω να το πάρω. Εξάλλου, το κεφάλι μου ήταν αυτό που κυριολεκτικά συνειδητοποίησε, συνεπώς το ίδιο θα έπρεπε είτε να δώσει την εντολή στο σώμα μου να γυρίσει να το πάρει (οπότε θα αργούσα) είτε να προσπαθήσει να έρθει μόνο του. 

Herbert Bayer, selbsportrait 1932.

 

Εκείνο το καημένο σκέφτηκε πρώτα απ’ όλα να έρθει (δηλαδή να πάει να βρει το σώμα μου, =του) μόνο του. Ξεκίνησε –«πεζή» δεν είναι ο ορθότερος τρόπος να περιγράψουμε τη μικρή διαδρομή που πρόλαβε να διανύσει προτού αλλάξει γνώμη· το «χοροπηδηχτά» είναι μάλλον ακριβέστερο­–, καθ’ οδόν όμως αναλογίστηκε την εντύπωση που θα προκαλούσε μια ασώματος κεφαλή, η οποία θα χοροπηδούσε στις κυλιόμενες κλίμακες του μετρό. Στάθηκε, λοιπόν, στο χολ, προτού ανοίξει την πόρτα και βγει στον δρόμο. Γύρισε και βάλθηκε να χοροπηδά για να ανέβει τις σκάλες, τις οποίες είχε μόλις κατέβει (δεν μπορούσε βέβαια να χρησιμοποιήσει το ασανσέρ – όχι ότι δεν δοκίμασε, αλλά κόντεψε να σπάσει τη μύτη του, πηδώντας ψηλά και προσπαθώντας να πετύχει το σωστό κουμπί, οπότε τα παράτησε). Ανεβαίνοντας, λοιπόν, τις σκάλες, σκεφτόταν ότι και το σώμα, όταν (νωρίτερα) πήρε το μετρό και πήγε μόνο του στο συνέδριο, θα πρέπει να παρουσίαζε παράδοξο θέαμα. Το καημένο το κεφάλι μου κουνήθηκε για να αποδιώξει τη δυσάρεστη σκέψη –εάν εκείνη τη στιγμή ήταν συνημμένο στο σώμα του (μου) θα λέγαμε ότι «ο Γιώργος κούνησε το κεφάλι του»­– και προσπάθησε να βρει κάποια άλλη λύση. 

Το κεφάλι μου μπήκε στο γραφείο μου, στον τρίτο όροφο, πλησίασε το τηλέφωνο και το κοίταξε. Εκείνο τού ανταπέδωσε το βλέμμα, με αδιάφορη ψυχρότητα. Το κεφάλι σκέφτηκε να τηλεφωνήσει τουλάχιστον στο σώμα μου, καθώς το κινητό μου ήταν στην τσέπη του μπουφάν μου. Βλαστήμησε που δεν είχε χέρια (δεν είχε τη συγκεκριμένη στιγμή, δηλαδή, που τα χρειαζόταν), έπειτα σήκωσε με τα δόντια το ακουστικό, το άφησε ανοιχτό πάνω στην επιφάνεια του γραφείου, και άρχισε να πληκτρολογεί τον αριθμό με την πονεμένη του (μου) από το ασανσέρ μύτη. Έπειτα, έγειρε όλο προσμονή το αυτί στο ακουστικό. Το κινητό χτυπούσε, αλλά δεν απαντούσε κανείς. «Τι διάολο», σκέφτηκα –σκέφτηκε το κεφάλι μου, δηλαδή­– «αφού έχω, το σώμα μου τέλος πάντων έχει χέρια, γιατί δεν το σηκώνει;» Και τότε, ξαφνικά, με χτύπησε κατακούτελα η σκέψη: «Κι άμα το σηκώσω, δηλαδή, πώς θα μου μιλήσω, που το στόμα μου είναι εδώ, μαζί με το κεφάλι μου;» Και, αμέσως μετά, η ακόμα μεγαλύτερη, η πιο αποκαλυπτική αλήθεια: «Βρε ηλίθιε, αφού δεν έχεις ούτε καν αυτιά να ακούσεις ότι σε καλείς. Δηλαδή έχεις, αλλά τα έχεις εδώ!» 

Ενώ το τηλέφωνο εξακολουθούσε να χτυπάει και να μην το σηκώνω (να μην το σηκώνει το σώμα μου, δηλαδή, το ευρισκόμενο στο συνέδριο), εγώ (=το κεφάλι μου) συνέχιζα τις σκέψεις μου: «Αφού το κινητό έχει δόνηση. Δεν χρειάζεται να το ακούσω· αρκεί να νιώσω τη δόνηση μέσα από το μπουφάν κι έτσι να το κλείσω, τουλάχιστον, να μη χτυπάει…» Να μη χτυπάει! Τόσην ώρα το κινητό μου κατά πάσα πιθανότητα χτυπούσε μέσα στο συνέδριο, και το σώμα μου καθόταν εκεί αναίσθητο και δεν το σήκωνε!

Πανικόβλητο το κεφάλι μου, πετάχτηκε να κλείσει το τηλέφωνο. Αστόχησε, κι αποχαιρέτησα για πάντα έναν ωραιότατο κυνόδοντα. Και, σαν να μην έφτανε αυτό, το ακουστικό του τηλεφώνου γλίστρισε πάνω στη τζαμένια επιφάνεια του γραφείου, έπεσε κι έμεινε να κρέμεται από το σπιράλ καλώδιο, αιωρούμενο λίγα εκατοστά πάνω από το πάτωμα.

 Κοίταξα –το κεφάλι μου κοίταξε, δηλαδή­– προς τα κάτω με απελπισία. Το ακουστικό λικνιζόταν περιπαιχτικά, ενώ μέχρι τα αυτιά μου εξακολουθούσε να φτάνει το εξοργιστικό «τουτ… τουτ…» του κινητού μου, το οποίο δεν μπορούσα να απαντήσω. Την τελευταία στιγμή ακριβώς, συγκράτησα την παρόρμηση (του κεφαλιού μου) να πηδήξω, να πηδήξει στο πάτωμα. Όχι μόνο γιατί φοβόμουν μη χτυπήσω (μη χτυπήσει), αλλά και ­–κυρίως– γιατί σκέφτηκα ότι δεν θα μπορούσε να ξανασκαρφαλώσει στο τραπέζι, και δη κρατώντας το ακουστικό ανάμεσα στα δόντια. 

Η μόνη λύση ήταν να ανακτήσω την ψυχραιμία μου, να προσπαθήσω να αγνοήσω την αγωνία μου για την ενόχληση που άθελά μου προκαλούσα (κατά πάσα πιθανότητα) στο συνέδριο και να προσπαθήσω να ανελκύσω, ούτως ειπείν, το ακουστικό, τραβώντας λίγο λίγο το καλώδιο με τα δόντια μου. Πραγματικά, έβαλα την ιδέα μου σε εφαρμογή και, ύστερα από κάποια ώρα και μερικές αποτυχημένες προσπάθειες, με μια συντονισμένη κίνηση των δύο γνάθων (της άνω και της κάτω, δηλαδή), μια κίνηση παράλληλης διεύθυνσης αλλά σε αντίθετες κατευθύνσεις, άρχισα να ανασύρω το ακουστικό. Εκείνο πλησίαζε προς το μέρος μου (= του κεφαλιού μου) αργά και βασανιστικά· πάσχιζα να μείνω συγκεντρωμένος σε αυτό που έκανα, μη μου φύγει το καλώδιο από τα δόντια και αναγκαστώ να ξαναρχίσω από την αρχή, δεν ήταν όμως δυνατόν να πάψω να αναρωτιέμαι τι άραγε έκανα όλη αυτήν την ώρα στο συνέδριο – τι έκανε το σώμα μου, δηλαδή. Με έλουζε κρύος ιδρωτας (υποθέτω, διότι δεν ήμουν εκεί να ξέρω, τρόπον τινά) στη σκέψη πως το κινητό μου τόση ώρα έπαιζε το θέμα του twilight zone (τι επιλογή κι αυτή για ringtone), διαταράσσοντας το συνέδριο και προκαλώντας τα βλέμματα δεκάδων σοβαρών επιστημόνων και διανοουμένων προς ένα σώμα χωρίς κεφάλι, το οποίο (εγώ, δηλαδή) καθόταν ακίνητο, αναίσθητο, παντελώς αδιάφορο για την αναστάτωση που προκαλούσε (που προκαλούσα).

Και, άραγε, καθόταν όντως ακίνητο και αναίσθητο; Πώς μπορούσα να το ξέρω, την ώρα που με φοβερή αγωνία προσπαθούσα (προσπαθούσε το κεφάλι μου, δηλαδή) να ψαρέψει το ακουστικό του τηλεφώνου, τραβώντας με τα δόντια πόντο πόντο το καλώδιο; Πώς ήμουν σίγουρος ότι το σώμα μου, παρ’ όλο που πλέον δεν ελάμβανε εντολές από τον εγκέφαλό μου (καθώς αυτός βρισκόταν μέσα στο κεφάλι μου κι εκείνο, όπως προανέφερα, βρισκόταν στο γραφείο), έμενε ήσυχο και δεν έπαιρνε πρωτοβουλίες; Στο κάτω κάτω, είχε βγει μόνο του από το γραφείο, είχε πάρει τη συγκοινωνία και είχε πάει στο συνέδριο. Πού να ξέρω πώς συμπεριφερόταν εκεί, τη στιγμή που δεν είχε συνείδηση; Που δεν είχε αναστολές, τον παραμικρό φραγμό, που δεν είχε ηθική

Με ένα τελευταίο τράβηγμα της κάτω γνάθου, κατόρθωσα να ανεβάσω το ακουστικό στο τραπέζι. Το κεφάλι μου το γράπωσε βιαστικά με τα δόντια και το κατέβασε με όση φόρα μπορούσε πάνω στη συσκευή. Βεβαιώθηκα ότι το τηλέφωνο είχε κλείσει καλά, και έγειρα το κεφάλι μου αποκαμωμένος δίπλα του.

Θα πρέπει να με πήρε ο ύπνος, γιατί όταν άνοιξα τα μάτια μου είχε αρχίσει να χαράζει η επόμενη μέρα και αισθανόμουν πιασμένος παντού, καθώς κι έναν έντονο πόνο στην ωμοπλάτη. Στην ωμοπλάτη! Σηκώθηκα και συνειδητοποίησα με χαρά ότι ήμουν ολόκληρος πάλι. Πιασμένος, πονεμένος, ζαλισμένος, πεινασμένος, διψασμένος, με πονοκέφαλο φοβερό, με ένα δόντι λιγότερο και τρέμοντας από το κρύο, αλλά ολόκληρος. Κάτι ήταν κι αυτό. Έριξα λίγο νερό στα μούτρα μου, και βγήκα έξω να βρω ταξί. Αποφάσισα να πάω σπίτι και να μη γυρίσω στη δουλειά εκείνη τη μέρα. 

Όταν έφτασα τσέκαρα το κινητό, το πορτοφόλι μου και τις τσέπες μου. Βρήκα την αναπάντητη από το γραφείο και κάτι κλήσεις από και προς άγνωστους αριθμούς. Το πορτοφόλι είχε τα χαρτιά μου και τις κάρτες, ελάχιστα χρήματα (ενώ την προηγουμένη είχα μόλις πληρωθεί) καθώς και δυο τρία χαρτάκια: μια απόδειξη από κάποιο πάρκινγκ για μία Ferrari με άγνωστό μου αριθμό κυκλοφορίας, έναν αριθμό κινητού και δίπλα το όνομα Λόλα και ένα σημείωμα που έλεγε «αποβάθρα 6, Rising Sun με σημαία Λιβερίας, 4 π.μ. signor Vito D.» Από τις τσέπες του μπουφάν και του παντελονιού έβγαλα ένα μάγκνουμ, ένα γυναικείο εσώρουχο, μικροποσότητες ναρκωτικών όλων περίπου των ειδών, τρία τσαλακωμένα πακέτα τσιγάρα (όλα διαφορετικές μάρκες), άλλο ένα γυναικείο εσώρουχο, μια απόδειξη από το Χίλτον, ένα αντρικό εσώρουχο, διαφημιστικά σπίρτα από κάποιο σκυλάδικο της Εθνικής και ένα αεροπορικό εισιτήριο για τη Βραζιλία, χωρίς επιστροφή, στο όνομά μου, με ημερομηνία το επόμενο βράδυ. 

Προτίμησα να μη σπεύσω να βγάλω συμπεράσματα σχετικά με το τι είχε κάνει το σώμα του εν τη απουσία μου (ή του, όπως το πάρει κανείς), βασιζόμενος σε τόσο λίγες και αποσπασματικές ενδείξεις, οπότε ήπια έναν καφέ, είδα λίγο τηλεόραση και ξανάπεσα για ύπνο. Δεν έφυγα για τη Βραζιλία, αλλά ούτε και προσπάθησα να εξαργυρώσω το εισιτήριο. Χαλάλι. 

Ευτυχία, βάσει των ανωτέρω καταλαβαίνεις, ελπίζω, γιατί μου είναι δύσκολο να σου υποσχεθώ πως θα έρθω στην εκδήλωση. Αν όμως είσαι σίγουρη ότι θέλεις να έρθω, σου υπόσχομαι ότι, αν μη τι άλλο, θα προσπαθήσω. 

Καλή επιτυχία στην εκδήλωση και καλοτάξιδο το βιβλίο,

Γιώργος Τσακνιάς. 

Υ.Γ. Παρ’ όλα αυτά, εάν τυχόν έρθει μόνο το σώμα μου, ζητώ εκ των προτέρων συγγνώμη από τις κυρίες.

Ο ελληνικός θερμοσίφων

Posted in Αρχειακά (Ε.Λ.Ι.Α.-Το Βήμα) with tags , , , , , , , , , on January 26, 2011 by shinecast

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΚΝΙΑΣ | Το Βήμα, ένθετο “Βιβλία”, Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2004

Ο ελληνικός θερμοσίφων, μηνιαία έκδοσις εις την υπηρεσία των τεχνικών κυκλοφόρησε το 1966. H εξασέλιδη εφημερίδα, διαστάσεων 35X25 εκ., ανήκε στον βιομήχανο B. Χρυσάκη, γενικό διευθυντή της εταιρείας Straus Super-Extra.

Οι τέσσερις πρώτες σελίδες του φύλλου αρ. 1 (Μάρτιος-Απρίλιος 1966) – το μοναδικό που διαθέτει η συλλογή Τύπου του E.Λ.I.A. – είναι αφιερωμένες σε «ένα σημαντικό εθνικό γεγονός: Σε πανηγυρική ατμόσφαιρα εορτάσθηκε η απονομή του Σήματος Ποιότητος της Ελληνικής Ηλεκτροτεχνικής Ενώσεως στα θερμοσίφωνα της βιομηχανίας Straus, στις πολυτελείς αίθουσες του ξενοδοχείου King’s Palace, την παρελθούσα Παρασκευή 29 Απριλίου». Παρατίθενται οι ανακοινώσεις προς τους δημοσιογράφους του Δ. Μαρινόπουλου, προέδρου του ΣΕΒ (μία παράγραφος), του Γ. Δράκου, προέδρου του ΔΣ της Ιζόλα (μία παράγραφος), καθώς και η ομιλία του B. Χρυσάκη (μιάμιση σελίδα). Στη δεξίωση που ακολούθησε την απονομή του Σήματος Ποιότητος «παρέστησαν εκλεκτά μέλη της Αθηναϊκής Κοινωνίας» (ονομαστικώς αναφέρονται μερικοί υπουργοί, καθώς και τρεις-τέσσερις βουλευτές της EPE).

Στην τέταρτη σελίδα ακολουθεί το φωτογραφικό ρεπορτάζ από τη δεξίωση, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της πέμπτης σελίδας του εντύπου καταλαμβάνει η Συνέντευξις του μηνός, η οποία αυτόν τον μήνα έτυχε να είναι με τον M. Λεβαχίδη, γενικό γραμματέα της EHE. Στην ερώτηση «Ποια είναι η ελληνική βιομηχανία η οποία πήρε το πρώτο Σήμα Ποιότητος και για ποιο από τα προϊόντα της;» ο γενικός γραμματέας απαντά με παρρησία και σαφήνεια: «H βιομηχανία που πήρε το Σήμα Ποιότητος για θερμοσίφωνες είναι η “Straus”».

H υπόλοιπη σελίδα είναι αφιερωμένη σε ένα άρθρο γενικότερου ενδιαφέροντος, με τίτλο: Το ζεστό νερό και η σημασία του. Αν, ως τώρα, οι όποιες εξάρσεις στο ύφος των κειμένων είχαν να κάνουν με τις επιτυχίες της εταιρείας Straus Super-Extra και, συνακόλουθα, με τη γενικότερη αισιοδοξία όσον αφορά το μέλλον της ελληνικής βιομηχανίας, εδώ διακρίνουμε μια νότα κοινωνικής ευαισθησίας: «Εάν το τρεχούμενο κρύο νερό μετέβαλε τη ζωή της νοικοκυράς, το ζεστό νερό από τη βρύση οφείλει να της προσφέρη την άνεσι και την καθαριότητα με τη μεγαλύτερη ευκολία και τη μικρότερη κόπωσι, ώστε οι σχετικές εργασίες να είναι ευχάριστες και όχι βασανιστικές». Γενικού ενδιαφέροντος είναι και η ύλη της έκτης και τελευταίας σελίδας (Απαραίτητη η προστασία των υδάτων υδρεύσεως της πρωτευούσης, Κινδυνεύει η ανθρωπότητα από έλλειψι νερού).

Και μια θλιβερή είδηση: «Πυρκαϊά, προκληθείσα από έκρηξιν θερμοσίφωνος, αποτέφρωσε διαμέρισμα ιατρού εις την οδόν Πατησίων. […] Είναι όμως τόσο εύκολο να αποφύγη ένας αγοραστής θερμοσίφωνος και τον ελάχιστο κίνδυνο. Αρκεί να διαλέξει έναν Straus Super-Extra, ο οποίος φέρει το ΣΗΜΑ ΠΟΙΟΤΗΤΟΣ της Ελληνικής Ηλεκτροτεχνικής Ενώσεως και παρέχει την εγγύησι της ποιότητος και της ασφαλείας».

http://www.tovima.gr/default.asp?pid=46&ct=47&artid=144976&dt=24/10/2004#ixzz1EyC7GgNq

Κώνωψ, χειρόγραφη εφημερίδα της Άρτας

Posted in Αρχειακά (Ε.Λ.Ι.Α.-Το Βήμα) with tags , , , , , on January 25, 2011 by shinecast

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΚΝΙΑΣ | Το Βήμα, ένθετο “Βιβλία”, Κυριακή 11 Αυγούστου 2002

Η χειρόγραφη εφημερίδα είναι είδος ιδιαίτερο, σπάνιο και πολύτιμο από συλλεκτικής απόψεως και, παραδόξως, ιδιαίτερα διδακτικό στη μελέτη του Τύπου. Παραδόξως, επειδή, αν θέλουμε να κυριολεκτήσουμε, η χειρόγραφη εφημερίδα δεν αποτελεί καν έντυπο· διδακτικό, επειδή ένα βασικό χαρακτηριστικό των ποικίλων (ως προς την εποχή και το περιεχόμενο) χειρόγραφων εφημερίδων είναι η μίμηση της δομής, της μορφής και του layout της έντυπης εφημερίδας. Η προτίμηση της επίπονης και χρονοβόρας χειρόγραφης μορφής αντί της έντυπης θα πρέπει κατά κανόνα να οφείλεται στην απουσία τυπογραφείου. Η ερμηνεία αυτή φαίνεται να επαληθεύεται για τις κυριότερες κατηγορίες: για τις χειρόγραφες εφημερίδες των πρώτων χρόνων της Επανάστασης του ’21, για εκείνες των εξορίστων και των φυλακισμένων του Εμφυλίου και της επταετίας, καθώς και για τις παιδικές και μαθητικές εφημερίδες.

Στην τελευταία αυτή κατηγορία ανήκει ο Κώνωψ, «εφημερίς σατιρική / που βγαίνει την Κυριακή». Στο Ε.Λ.Ι.Α. φυλάσσεται το πρώτο φύλλο του Ετους Α’ (Αρτα, 7.7.1913). Τα γράμματα του τίτλου, γαλάζια και με σκιασμένο περίγραμμα, δεν θυμίζουν τυπογραφικά στοιχεία. Η διπλή γραμμή όμως κάτω από τον τίτλο, όπου σε τρεις στήλες δηλώνονται (εμμέτρως, κατά τα πρότυπα πολλών σατιρικών εντύπων) η ημερομηνία, η αρίθμηση κ.ο.κ., παραπέμπει ευθέως στην έντυπη εφημερίδα. Στον υπότιτλο δηλώνεται ο δημιουργός του Κώνωπος: «Κώνωψ, γραπτή εφημερίς, χάρις, συρμός, κομψότης / Μενέλαος Χ. Τσήτουρας, Διευθυντής, Εκδότης». Φαίνεται πως ο Μ. Χ. Τσήτουρας, μαθητής της Γ’ Γυμνασίου, είναι και ο μοναδικός συντάκτης, καθώς και εικονογράφος της εφημερίδας – η εικονογράφηση του Κώνωπος είναι πλούσια, έγχρωμη και χαριτωμένη.

Για τη μαθητική ιδιότητα πληροφορούμαστε από την έμμετρη επιστολή προς τον συμμαθητή και φίλο Πέτρο Πασχάλη: «Συν τω πατρί και τω υιώ και τω αγίω πνεύματι / στην τρίτη πήδηξα και ‘γω παρασυρθείς τω ρεύματι / αισίων εξετάσεων καθ’ ας – μην απορείτε – / όλοι εντελώς προήχθησαν οι δευτεροταξίται!». Σε αρκετές παιδικές εφημερίδες συναντάμε αστεία άνοστα και στίχους τετριμμένους, συχνά όμως βρίσκουμε ύλη πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα. Πολλοί στίχοι του Κώνωπος είναι ευρηματικοί και αναδεικνύουν την άνεση του δημιουργού τους στον χειρισμό του μέτρου και της ομοιοκαταληξίας: «Τώρα μανθάνω φίλτατε, χρυσέ μου Λιονταρή / πως δραπετεύειν βούλεσαι νύκτωρ α λα Παρί». Οι φίλοι του Τσήτουρα λείπουν για τις καλοκαιρινές διακοπές, κι εκείνος επικοινωνεί μαζί τους μέσω του Κώνωπος. Από τη στήλη «Κοινωνικά» μαθαίνουμε πως «ανεχώρησε εις Γαρδίκιον των Τρικάλων όπως παραθερίση ο αρχισυντάκτης μας κ. Κωνσταντίνος Γαρδικιώτης». Στην 6η σελίδα διαβάζουμε επιστολή «Στον Κωστάκη Γαρδικιώτη, τον του Γαρδικιού δημότη: Το γράμμα σου το ξαφνικό το ‘λαβα τώρα μόλις / και είδα πως δεν σ’ έπιασε χολέρα ή πανώλης».

Ακολουθεί ένα δίστιχο που θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει πως περιγράφει την παράξενη και μοναχική ασχολία της συγγραφής μιας χειρόγραφης εφημερίδας: «Μην αμφιβάλλεις φίλτατε πως περπατώ μονάχος / άλλοτε φιλοσοφικώς κι άλλοτε κατά τάχος».

http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=144769&ct=47&dt=11/08/2002#ixzz1EyS0QTDR

Ο φόνος του πεθαμένου

Posted in Πολιτική with tags , , , , on January 24, 2011 by shinecast

Με αφορμή τα πορίσματα της επιτροπής της Βουλής για την υπόθεση της Siemens. 

Το παζάρι ονομάτων τις τελευταίες ώρες προτού κατατεθούν τα διάφορα χωριστά πορίσματα της επιτροπής της Βουλής για την υπόθεση της Siemens θυμίζει ­κάπως τις λίστες και τις «δημοπρασίες βουλευτών» κατά την περίοδο 1965-1967. Εντελώς διαφορετικές οι συνθήκες, τα συμφραζόμενα, τα μεγέθη – παρόμοια όμως η χυδαιότητα. 

Το πόρισμα της Ν.Δ. προσάπτει ευθύνες στον Κ. Σημίτη για πράξεις και παραλείψεις συνεργατών του· κάτι σαν «παραμέληση υπουργού», δηλαδή. 

Ο Τάσος Μαντέλης, στα μέσα του 2010 ομολόγησε ότι όντως δέχτηκε μια «χορηγία» – αλλά διαφώνησε ως προς το ποσό. Όχι και να ξεπλύνουν όλες τις μίζες πάνω μου, είπε. Ο Κώστας Σημίτης, μετά την ομολογία Μαντέλη, δήλωσε ότι δεν πρέπει με αφορμή την υπόθεση αυτή να κατασυκοφαντείται η περίοδος της πρωθυπουργίας του, κατά την οποία η ανάπτυξη ήταν τόσο τοις εκατό. Αυτή ήταν η δήλωση πολιτικής ευθύνης του Κ. Σημίτη. 

Βεβαίως, οι τραπεζικοί λογαριασμοί των δύο μεγάλων κομμάτων –και όσων διαχειρίζονταν τα οικονομικά τους κατά την υπό εξέταση περίοδο– δεν ελέγχθηκαν. 

Όσο για τα ονόματα των βουλευτών που όντως μπήκαν στο πόρισμα, ίσως είναι ακριβές αυτό που ισχυρίζεται ο Γ. Πρετεντέρης, ότι μοιάζει να «έβαλαν αυτούς που δεν γούσταραν». Μπορεί πάλι απλώς να έβαλαν στο πόρισμα εκείνους που έχουν εκτεθεί περισσότερο· πώς είναι σε κάτι ταινίες όπου, μετά τη ληστεία της τράπεζας, ο αρχηγός της σπείρας διατάζει τα μέλη να μην ξοδέψουν τίποτα από τα κλοπιμαία, πάντα όμως υπάρχει κάποιος που δεν αντέχει στον πειρασμό και πάει και αγοράζει κάμπριο και διαμάντια στην γκόμενά του – ε, κάτι τέτοιο. Όπως και να ’χει, στην αρμόδια για την υπόθεση Siemens επιτροπή της Βουλής, ταιριάζει το άσμα που ερμηνεύει ο  Στράτος Λασκαρίδης (δεν γνωρίζω στιχουργό και συνθέτη): «Αξίζεις χειροκρότημα παρατεταμένο, που μπόρεσες και σκότωσες έναν πεθαμένο». 

Όπου οι σκόρπιες σκέψεις αρχίζουν να οδηγούν σε διαπιστώσεις. 

Το βέβαιο είναι ότι η κοινή γνώμη έχει την αίσθηση του συμψηφισμού και της συγκάλυψης: ουδείς πείθεται ότι οποιοδήποτε μαχαίρι έφτασε σε οποιοδήποτε κόκαλο. Τα πορίσματα της επιτροπής δεν αναστρέφουν ούτε στο ελάχιστο την ανυποληψία του πολιτικού συστήματος. Πού μπορεί να οδηγήσει αυτή η ανυποληψία; Μάλλον όχι σε χούντα, τη σήμερον ημέρα. Ούτε σε επανάσταση. Ίσως ούτε καν σε εξέγερση – σίγουρα πάντως μπορεί να οδηγήσει σε εκρήξεις βίας, πιο απρόβλεπτες και ενδεχομένως μαζικότερες από τις «συνήθεις». Το «να τους πάρουν με τις πέτρες» δεν αποκλείεται καθόλου – τουλάχιστον με ανοργάνωτη και αυθόρμητη μορφή, του τύπου «πλακώνω όποιον Χατζιδάκη πετύχω στον δρόμο». Η απόγνωση και η οργή είναι συναισθήματα που συσσωρεύονται. 

Πιθανότερο είναι η αποτυχία του πολιτικού συστήματος, εφόσον εξακολουθήσει να επιβεβαιώνεται και να βαθαίνει, να φέρει στην εξουσία κάποιον «άφθαρτο». Ο Αβραμόπουλος έκαψε το χαρτί του νωρίς και ανοήτως· κέρδισε τουλάχιστον μια θέση στην ιστορία ως ο πρόεδρος του πολλά υποσχόμενου κόμματος το οποίο δεν κατέβηκε ποτέ στις εκλογές. Η Γιάννα και ο Βγενόπουλος επίσης είναι μάλλον καμένοι – όχι ότι θα είχαν καμία τύχη. Όλοι αυτοί πόνταραν στον «μεσαίο χώρο» την εποχή που ήταν στα πάνω του. Αλλά ο «μεσαίος χώρος» είναι άπιστος: επιδεικνύει πολιτική κινητικότητα, κοιτώντας το βραχυπρόθεσμο συμφέρον του. Άσε που δεν αρκεί ποσοτικά –προς το παρόν, τουλάχιστον– για να σε κάνει πρωθυπουργό. Όχι, στην Ελλάδα για να γίνεις πρωθυπουργός χρειάζεσαι ακόμα τον «λαό». 

Ιντερλούδιο: Ποιος, ποιος, ποιος, μωρό μου, ποιος; 

Δεν νομίζω ότι κινδυνεύουμε να αποκτήσουμε τον ημεδαπό Μπερλουσκόνι· στη νεοελληνική εκλογική συμπεριφορά, ο φθόνος υπερισχύει του θαυμασμού. Ο σωτήρας πρέπει να είναι παιδί του λαού. Πρέπει να τα λέει χύμα, να είναι πολύ άντρας –υπογραμμίζοντας την ιδιότητα αυτή συχνά-πυκνά– και, φυσικά, να αγαπάει την πατρίδα: να αναφέρεται διαρκώς στους αρχαίους ημών προγόνους, ει δυνατόν δακρύζοντας. Πρέπει, ακόμα, να εκκλησιάζεται, έστω σποραδικά. Α, και, φυσικά, η συμπαθής μορφή του να είναι γνωστή στους πάντες· από την τηλεόραση. 

Ο Ψωμιάδης είναι μια καλή υποψηφιότητα για τη θέση, αλλά ο «λαός» τον βλέπει εν μέρει –όσο κι αν ο ίδιος φροντίζει με μεγάλη επιμέλεια να δώσει την αντίθετη εντύπωση­– ως γρανάζι του συστήματος. Όχι τόσο εξαιτίας των δεσμών του με τη Νέα Δημοκρατία, όσο επειδή πάνε ήδη αρκετά χρόνια που παίζει στην τηλεόραση. Έχει χάσει κάπως την αρχική του ορμή· τον συνηθίσαμε. Επιπλέον, η εμβέλειά του δύσκολα θα ξεπεράσει τη Βόρεια Ελλάδα.

Ο νέος λαϊκός ήρως; Ο Απόστολος Γκλέτσος, δήμαρχος Στυλίδος; Από πολλές απόψεις, ο Αποστόλης είναι τέλειος για μελλοντικός πρωθυπουργός μιας χώρας με χρεοκοπημένο πολιτικό σύστημα: έκανε μέσα σε ένα απόγευμα αυτό που θα έπρεπε να έχει κάνει το κράτος, ικανοποιώντας ένα δίκαιο και πάρα πολύ απλό αίτημα των πολιτών. Και πώς το έκανε! Καβάλα στη μπουλντόζα, πρόσφερε «το αίμα του» (που δεν χύθηκε, βέβαια) για τον λαό, οδηγήθηκε σιδηροδέσμιος στα μπουντρούμια του Αγά και δήλωσε συνεχιστής του Λεωνίδα και του Διάκου, προσευχόμενος να τον «αξιώσει ο Θεός» να γίνει ο τρίτος ήρωας της φθιωτικής γης. Όσο για αντρίλα, άλλο τίποτα. Προσθέτοντας σε αυτά τη στήριξη του πρώην πεθερού του, Αλέξανδρου Λυκουρέζου, θα έλεγε κανείς, με την τρέχουσα ορολογία πολιτικής ανάλυσης, ότι ο Απόστολος «έχει όλο το πακέτο». Αυτό που του λείπει, όμως, είναι η ψυχραιμία και η πονηριά στον χειρισμό των ΜΜΕ: σε αντίθεση με τον Πανίκα Ψωμιάδη, που είναι γάτα στον συγκεκριμένο τομέα και έχει αναγάγει σε επιστήμη την ικανότητά του να χαριεντίζεται και να τσακώνεται εναλλάξ με τους πάντες (δημοσιογράφους, πολιτικούς αντιπάλους) κερδίζοντας κάθε φορά τις εντυπώσεις, ο Απόστολος τα παίρνει στο κρανίο, ανεβάζει πίεση, βάζει τις φωνές. Ειλικρινά, αν δεν είχε αυτό το μικρό αλλά κρίσιμο default ο Γκλέτσος, εγώ θα έπαιζα στο στοίχημα ότι σε δέκα χρόνια μπορεί και να τον δούμε πρωθυπουργό. 

«Δεν υπάρχουν θεσμοί, μόνο ο λαός». 

Ορισμένες δυνάμεις συμβάλλουν, στο μέτρο της επιρροής τους, στο πολιτικό αδιέξοδο και στην καταδίκη της κοινωνίας σε διανοητική αφασία. Το κάνουν αυτό είτε περιχαρακώνοντας το εκλογικό τους οικοπεδάκι με την επαγγελία της «λαϊκής οικονομίας», τη διοργάνωση πορειών-δρομολογίων και την υιοθέτηση πρακτικών «λαϊκού τσαμπουκά», είτε προκρίνοντας μια αντισυστημική «εφ’ όλης της ύλης» αντίσταση ­– που στην ουσία αποτελεί την άλλη όψη της πολιτικής της κυβέρνησης (εύκολες λύσεις, που δεν θέλουν πολλή επεξεργασία, να μαζέψουμε μερικά φράγκα στα γρήγορα). Αυτό που ξεχνούν ­–από σκοπιμότητα ή από αφέλεια– είναι ότι η υπέρβαση, η παράκαμψη ή η κατάργηση της νομιμότητας, εξυπηρετεί ευθέως το σύστημα διακυβέρνησης και διαπλοκής. Στο κάτω κάτω, εκείνος που το είχε διατυπώσει θεωρητικά, έστω και εν θερμώ, μιλώντας από το μπαλκόνι στο αλαλάζον πλήθος, ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου: «Δεν υπάρχουν θεσμοί, μόνο ο λαός».

Οι δυνάμεις που δημιούργησαν και κατεξοχήν συντηρούν το αδιέξοδο, είτε νεμόμενες την εξουσία, είτε περιμένοντας υπομονετικά τη σειρά τους (και άρα φυλάγοντας τα νώτα τους), προσπαθούν να απεμπλακούν και να προχωρήσουν αβρόχοις ποσίν. Αυτό δεν φαντάζει εφικτό πλέον. Για να μην καταρρεύσει το πολιτικό σύστημα, θα πρέπει να ματώσει. Και ματώνουν οι ζωντανοί, όχι οι πεθαμένοι. Κάποιοι ζωντανοί, κάποιοι πολιτικά ενεργοί δηλαδή, πρέπει να πάρουν την πολιτική ευθύνη ­– η οποία δεν παραγράφεται.

Όταν επί δεκαετίες ξεφτιλίζεις καθημερινά κάθε έννοια νομιμότητας, με την καθιέρωση και διαρκή ενίσχυση του πελατειακού κράτους, με το χαοτικό πλέγμα νόμων με τα χιλιάδες παραθυράκια, με τη διαφθορά, την αυθαιρεσία, την ασυδοσία και την ατιμωρησία, όταν το κάνεις αυτό όχι για τους καπιταλιστές (αυτοί δεν το χρειάζονται· αυτούς τους εξυπηρετεί η νομιμότητα ­– για την ακρίβεια, η νομιμότητα τους ανήκει) αλλά για να δημιουργείς και να συντηρείς ομάδες «κοπριτών» και συνδαιτημόνων στο μεγάλο φαγοπότι, πρέπει να ξέρεις ότι έχεις εκπαιδεύσει έναν ολόκληρο λαό στην περιφρόνηση των νόμων και των θεσμών, πουλώντας του ταυτόχρονα τζάμπα «εθνική υπερηφάνεια» με λεονταρισμούς για ποικίλα «εθνικά θέματα». Κι αυτό είναι επικίνδυνο. Γιατί έχεις απέναντί σου και εκείνους που φοβούνται μη χάσουν τα κακώς κεκτημένα, που εσύ τους έδωσες, και τους άλλους, που τους παίρνεις τα λίγα δικαίως κεκτημένα – τα στοιχειώδη. Και γιατί μπορεί έτσι να αρχίσει να βρέχει πέτρες, ή μπουνιές, ή μπουλντόζες, ή «άφθαρτες προσωπικότητες», διατεθειμένες να εξυπηρετήσουν τα ίδια συμφέροντα, που εξυπηρετούσες κι εσύ, με ακόμα μεγαλύτερη συνέπεια και επιτυχία, πουλώντας ακόμα περισσότερη «πατρίδα» στην καλά προετοιμασμένη πελατεία τους, ενώ, φυσικά, πρώτα απ’ όλα θα φροντίσουν να βγεις στη σύνταξη ή να μπεις στη φυλακή. Κινδυνεύεις, εν τέλει, να χάσεις ακόμα και αυτό που δικαιωματικά σου ανήκει: το χειροκρότημα το παρατεταμένο, που μπόρεσες και σκότωσες έναν πεθαμένο.

Αντικομμουνιστική Ελλάς

Posted in Αρχειακά (Ε.Λ.Ι.Α.-Το Βήμα) with tags , , , , , , , on January 6, 2011 by shinecast

Γ. ΤΣΑΚΝΙΑΣ | Το Βήμα, ένθετο “Βιβλία”, Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2002

Η ταραγμένη και γοητευτική δεκαετία του 1960 είναι η εποχή κατά την οποία κορυφώθηκε η πρώτη φάση του Ψυχρού Πολέμου (που παραλίγο να γίνει εξαιρετικά θερμός) και ακόμη ξέσπασε η κρίση τόσο στον δυτικό όσο και στον ανατολικό κόσμο (ο Τρίτος βρισκόταν σε διαρκή κρίση ούτως ή άλλως). Στη μετεμφυλιακή Ελλάδα των κυβερνήσεων της ΕΡΕ οι αντιθέσεις οξύνονταν και η νέα δεκαετία έβρισκε τον αστικό δημοκρατικό κόσμο σε άνοδο και την κοινοβουλευτική Αριστερά σε ακόμη μεγαλύτερη (αναλογικά) άνοδο. Ο αντικομμουνισμός, κύριο όπλο της «εθνικόφρονος παρατάξεως» στην αντιμετώπιση της Αριστεράς και των «συνοδοιπόρων» της (δημοκρατικών, κεντρώων κ.ο.κ.), έβρισκε βήμα στις σελίδες πλείστων εντύπων της πρωτεύουσας και της επαρχίας.

Μια εφημερίδα που κρατούσε ψηλά τη σημαία του εθνικού αγώνος φέρει τον εύγλωττο τίτλο Αντικομμουνιστική Ελλάς (τουλάχιστον δώδεκα εφημερίδες της ίδιας περίπου εποχής περιελάμβαναν το επίθετο «αντικομμουνιστικός» στον τίτλο τους). Η μηνιαία (άλλοτε διμηνιαία) εφημερίδα που κυκλοφορούσε στην Αθήνα από το 1959 ως το 1963, αυτοπροσδιορίζεται στον υπότιτλό της ως «Πανελλήνιος εθνική εφημερίς παγκοσμίου ενημερότητος, όργανον μάχης και διαφωτίσεως εναντίον του κομμουνισμού». Το ΕΛΙΑ διαθέτει το φ. αρ. 26 (Φεβρουάριος-Μάρτιος 1961).

Το κύριο άρθρο αναφέρεται στο εκλογικό σύστημα των επικείμενων βουλευτικών εκλογών και υποστηρίζει ότι μοναδικό κριτήριο επιλογής πρέπει να είναι το πώς θα προκύψει «ισχυρά Εθνική Παράταξις» που θα προφυλάξει τον τόπο «από τον καραδοκούντα κομμουνιστικόν κίνδυνον». Η πρώτη σελίδα φιλοξενεί ακόμη άρθρο για τη «λυσσώδη εκστρατεία κομμουνιστών και συνοδοιπόρων εναντίον των εθνικών μας ενόπλων δυνάμεων», ρεπορτάζ για την «προσπάθεια σοβιετικής διεισδύσεως εις την Αφρικήν» (όπου μαθαίνουμε ότι η δολοφονία του Πατρίς Λουμούμπα ήταν προβοκάτσια των σοβιετικών πρακτόρων, παρ’ όλο που – ή επειδή – ήταν πράκτορας και ο ίδιος) και πορτρέτο του διαδόχου Κωνσταντίνου με τίτλο «Το καμάρι του ελληνικού λαού» (έτσι, χωρίς σχετικό άρθρο). Γενικά, η ύλη της εφημερίδας είναι αμιγώς και συνεπέστατα αντικομμουνιστική – το μοναδικό άσχετο άρθρο αναφέρεται στον Γιάννη Κολοκοτρώνη. Στη λογοτεχνική στήλη δημοσιεύεται η 26η και τελευταία συνέχεια του μυθιστορήματος του Αθ. Τσόγκα Ο Δραπέτης, γραμμένου «αποκλειστικώς για την “Αντικομμουνιστική Ελλάδα”» όπου ο Νίκος και η Φωτούλα δραπετεύουν από την κόλαση του Εμβέρ Χότζα στα άγια ελληνικά χώματα με τη βοήθεια του Μπίρκο, του αλβανού αντικομμουνιστή.

Από την εφημερίδα δεν λείπει και μια «υπεύθυνος δήλωσις» μετανοίας κομμουνιστού: «Ο κάτωθι υπογεγραμμένος… δηλώ υπευθύνως ότι… ανεμίχθην εκ πλάνης… Αντιληφθείς ότι το Κ.Κ.Ε. και αι λοιπαί εξ αυτού εξαρτώμεναι οργανώσεις απεργάζονται τον όλεθρον και υποδούλωσιν της Πατρίδος μας διέκοψα κάθε δεσμόν και επαφήν… και τάσσομαι ανεπιφυλάκτως με την Εθνικόφρονα παράταξιν… Ωσαύτως διέκοψα κάθε δεσμόν πλέον με την πολιτικήν παράταξιν της Ε.Δ.Α. και τάσσομαι υπό την σημαίαν της Ε.Ρ.Ε. Ο δηλών…».

http://www.tovima.gr/default.asp?pid=46&ct=47&artid=128977&dt=06/10/2002#ixzz1ExRlhPcu

Posted in Uncategorized on January 5, 2011 by shinecast

Σύμφωνα με πληροφορίες, το υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων ενδέχεται να προτείνει προς έγκριση από την αρμόδια επιτροπή δύο ειδών εισιτήρια. Το ένα θα κοστίζει 1,20 ευρώ και θα ισχύσει για μία μόνο διαδρομή και το άλλο θα κοστίζει 1,40 ευρώ και θα ισχύει για όλα τα μέσα και για χρονική διάρκεια μιάμισης ώρας. Εναλλακτικά, οι επιβάτες θα μπορούν να επιλέξουν το παλαιό εισιτήριο, που κοστίζει 1,00 ευρώ, με την πρόσθετη όμως υποχρέωση να παρέχουν χειρωνακτικές υπηρεσίες (αγγαρίες) σε κρατικούς αξιωματούχους, σύμφωνα με το -ήδη δοκιμασμένο επιτυχώς- φεουδαλικό πρότυπο. Συγκεκριμένα, οι επιβάτες θα κουβαλάνε στην πλάτη τους υπουργούς και βουλευτές μέχρι τη Βουλή, το Υπουργείο ή το πολιτικό τους γραφείο. Έτσι θα εξοικονομηθούν χρήματα, ενώ θα ωφεληθεί και το περιβάλλον από τη μείωση στην κατανάλωση καυσίμων. Σε δεύτερη φάση, το υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων σκέφτεται να επεκτείνει το μέτρο, παρέχοντας κάρτα απεριορίστων διαδρομών στους επιβάτες με αντίτιμο την επαναφορά του ius primae noctis.

Great Society

Posted in Επετειακά on January 4, 2011 by shinecast

Σαν σήμερα, 4 Ιανουαρίου του 1965, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Lyndon B. Johnson, με πρόσφατη τη θριαμβευτική του επικράτηση στις προεδρικές εκλογές του προηγούμενου χρόνου, στην ετήσια εφ’ όλης της ύλης ομιλία του στο Κογκρέσο (State of the Union address), εξήγγειλε το φιλόδοξο μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα, με τίτλο Great Society. Σε αντίθεση με το New Deal του πρόεδρου Roosevelt, που στόχο είχε να αντιμετωπίσει τις οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες μιας σφοδρής οικονομικής κρίσης, το πρόγραμμα του Johnson, σε μια εποχή που η μεταπολεμική ανάπτυξη της οικονομίας των ΗΠΑ διατηρούσε ακόμη σε κάποιο βαθμό την ορμή της, φιλοδοξούσε να ρυθμίσει κοινωνικά ζητήματα, να ενισχύσει τους τομείς της Υγείας, της Παιδείας και του Πολιτισμού και, κυρίως, να αντιμετωπίσει τη φτώχεια.
 Η κυβέρνηση Johnson έμεινε στην ιστορία ως μία από τις πιο δραστήριες νομοθετικά κυβερνήσεις των ΗΠΑ. Ήδη προ των εκλογών του 1964, ο Johnson, που ως αντιπρόεδρος είχε διαδεχθεί τον δολοφονημένο Kennedy, πέρασε δύο πολύ σημαντικά νομοθετήματα, δρομολογημένα ήδη από τον προκάτοχό του: την περικοπή των φόρων και το Civil Rights Act, τον νόμο –αποτέλεσμα των πολυετών αιματηρών αγώνων για τα ανθρώπινα δικαιώματα– που απαγόρευε τις φυλετικές διακρίσεις στους χώρους εργασίας, στα μέσα μαζικής μεταφοράς και στους δημόσιους χώρους. (Οι πολέμιοι του Civil Rights Act στο Κογκρέσο προσπάθησαν να αποτρέψουν ή, έστω, να καθυστερήσουν την ψήφισή του διά της μεθόδου της εγγραφής ομιλητών, οι οποίοι εξαντλούσαν το χρονικό όριο στην ομιλία τους· ο νόμος ψηφίστηκε ύστερα από 77 ημέρες συζητήσεων). Το 1965, μετά από τον θρίαμβο στις εκλογές, η κυβέρνηση Johnson πέρασε από το Κογκρέσο πάνω από ογδόντα νομοσχέδια.
 Πολύ σημαντικά ήταν τα νομοθετήματα, στο πλαίσιο του Great Society, που επεξέτειναν το Civil Rights Act και κατοχύρωσαν έμπρακτα τα πολιτικά δικαιώματα (ιδίως το δικαίωμα της ψήφου) των μειονοτήτων. Η Εκπαίδευση, κυρίως η κατώτερη και η μέση βαθμίδα, ενισχύθηκε σημαντικά με κρατικά (ομοσπονδιακά) κονδύλια, ενώ στον τομέα της Υγείας, εγκρίθηκε, παρά τη λυσσαλέα αντίδραση του Ιατρικού Συλλόγου, το πρόγραμμα παροχής δωρεάν περίθαλψης για άτομα άνω των 65 ετών.
 Το πλέον φιλόδοξο κομμάτι των μεταρρυθμίσεων αφορούσε τη φτώχεια (War on Poverty) και δεν στόχευε μόνο στην αύξηση των χαμηλών εισοδημάτων αλλά και στον επαγγελματικό προσανατολισμό, την τεχνική εκπαίδευση, τη μόρφωση και την κοινωνική δραστηριοποίηση. Στο πλαίσιο αυτό, εγκρίθηκε και τέθηκε σε εφαρμογή ένα πλήθος προγραμμάτων υποτροφιών, άτοκων εκπαιδευτικών δανείων, προσχολικής αγωγής, φροντίδας για τη διατροφή και την υγεία κατά την προσχολική ηλικία, νομικών συμβουλών, προετοιμασίας για την ανώτερη εκπαίδευση κ.ο.κ. Τα προγράμματα ήταν οργανωμένα σε επίπεδο τοπικής κοινότητας και έδιναν έμφαση στην ενεργό ανάμιξη των ίδιων των ενδιαφερομένων· είναι χαρακτηριστικό ότι ο νόμος προέβλεπε την υποχρεωτική συμμετοχή των φτωχών, τουλάχιστον κατά το 1/3, στα τοπικά συμβούλια του Office of Economic Opportunity, του φορέα που είχε την ευθύνη της εφαρμογής των προγραμμάτων.
Από το 1964 ώς το 1966 επενδύθηκαν στο War on Poverty 3 δισ. δολάρια. Ο πόλεμος στο Βιετνάμ, ωστόσο, στον οποίο οι ΗΠΑ εμπλέκονταν όλο και περισσότερο, απαιτούσε πακτωλούς χρημάτων. Το 1967 η κυβέρνηση Johnson είχε χάσει τη μεταρρυθμιστική της ορμή· η συμμαχία των συντηρητικών δημοκρατικών με τους ρεμπουμπλικανούς στο Κογκρέσο μπορούσε πλέον να μπλοκάρει τη χρηματοδότηση.

Ο Sargent Shriver, διευθυντής του Office of Economic Opportunity, με τον Dr. Martin Luther King, 24 Οκτωβρίου 1966. Photo from Bettman / Corbis.

Οι αριθμοί, έστω και αποσπασματικά, έχουν ενδιαφέρον: το συνολικό ποσοστό πολιτών των ΗΠΑ κάτω από το όριο της φτώχειας, από 22,2% το 1963, είχε πέσει στο 12,6% το 1970. Ακόμα πιο εντυπωσιακά είναι τα ποσοστά που αφορούν τους Αφροαμερικανούς φτωχούς: από το δραματικό 55% το 1960, στο 27% το 1968.
Ορισμένα προγράμματα του War on Poverty επιβίωσαν μέχρι σήμερα (όπως το Head Start, που αφορά την εκπαίδευση, τη διατροφή και την υγεία παιδιών προσχολικής ηλικίας). Σε άλλες περιπτώσεις, προτιμήθηκε η μέθοδος των οικονομικών επιδομάτων, η οποία έχει ταχύτερα αποτελέσματα (και επηρεάζει άμεσα τους δείκτες της φτώχειας). Σίγουρα δεν είχε συνέχεια ο αποκεντρωτικός χαρακτήρας του εγχειρήματος: το πνεύμα των νομοθετών ήταν η δημιουργία ενός ευέλικτου πλαισίου (Office of Economic Opportunity) που θα μπορούσε  εύκολα να προσαρμόζεται στις τοπικές ανάγκες, με την ενεργό συμμετοχή των φτωχών της κοινότητας.

Αρκετά ροκ συγκροτήματα της εποχής χρησιμοποίησαν ως τίτλο τους τη φράση Great Society του προέδρου Johnson. Ένα από αυτά, μια βραχύβια (καλοκαίρι 1965-φθινόπωρο 1966) μπάντα του Σαν Φρανσίσκο, ανέδειξε την Grace Slick, μετέπειτα τραγουδίστρια των Jefferson Airplane. Στους Great Society ανήκει η σύνθεση και η πρώτη εκτέλεση δύο κομματιών, εμβληματικών για τη μουσική της Δυτικής Ακτής της δεκαετίας του ’60, που έγιναν γνωστά από τους Jefferson: του Somebody to love και του White Rabbit.

Το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στη σελίδα της Δημοκρατικής Αριστεράς Φιλοθέης-Ψυχικού στο facebook.