Great Society

Σαν σήμερα, 4 Ιανουαρίου του 1965, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Lyndon B. Johnson, με πρόσφατη τη θριαμβευτική του επικράτηση στις προεδρικές εκλογές του προηγούμενου χρόνου, στην ετήσια εφ’ όλης της ύλης ομιλία του στο Κογκρέσο (State of the Union address), εξήγγειλε το φιλόδοξο μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα, με τίτλο Great Society. Σε αντίθεση με το New Deal του πρόεδρου Roosevelt, που στόχο είχε να αντιμετωπίσει τις οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες μιας σφοδρής οικονομικής κρίσης, το πρόγραμμα του Johnson, σε μια εποχή που η μεταπολεμική ανάπτυξη της οικονομίας των ΗΠΑ διατηρούσε ακόμη σε κάποιο βαθμό την ορμή της, φιλοδοξούσε να ρυθμίσει κοινωνικά ζητήματα, να ενισχύσει τους τομείς της Υγείας, της Παιδείας και του Πολιτισμού και, κυρίως, να αντιμετωπίσει τη φτώχεια.
 Η κυβέρνηση Johnson έμεινε στην ιστορία ως μία από τις πιο δραστήριες νομοθετικά κυβερνήσεις των ΗΠΑ. Ήδη προ των εκλογών του 1964, ο Johnson, που ως αντιπρόεδρος είχε διαδεχθεί τον δολοφονημένο Kennedy, πέρασε δύο πολύ σημαντικά νομοθετήματα, δρομολογημένα ήδη από τον προκάτοχό του: την περικοπή των φόρων και το Civil Rights Act, τον νόμο –αποτέλεσμα των πολυετών αιματηρών αγώνων για τα ανθρώπινα δικαιώματα– που απαγόρευε τις φυλετικές διακρίσεις στους χώρους εργασίας, στα μέσα μαζικής μεταφοράς και στους δημόσιους χώρους. (Οι πολέμιοι του Civil Rights Act στο Κογκρέσο προσπάθησαν να αποτρέψουν ή, έστω, να καθυστερήσουν την ψήφισή του διά της μεθόδου της εγγραφής ομιλητών, οι οποίοι εξαντλούσαν το χρονικό όριο στην ομιλία τους· ο νόμος ψηφίστηκε ύστερα από 77 ημέρες συζητήσεων). Το 1965, μετά από τον θρίαμβο στις εκλογές, η κυβέρνηση Johnson πέρασε από το Κογκρέσο πάνω από ογδόντα νομοσχέδια.
 Πολύ σημαντικά ήταν τα νομοθετήματα, στο πλαίσιο του Great Society, που επεξέτειναν το Civil Rights Act και κατοχύρωσαν έμπρακτα τα πολιτικά δικαιώματα (ιδίως το δικαίωμα της ψήφου) των μειονοτήτων. Η Εκπαίδευση, κυρίως η κατώτερη και η μέση βαθμίδα, ενισχύθηκε σημαντικά με κρατικά (ομοσπονδιακά) κονδύλια, ενώ στον τομέα της Υγείας, εγκρίθηκε, παρά τη λυσσαλέα αντίδραση του Ιατρικού Συλλόγου, το πρόγραμμα παροχής δωρεάν περίθαλψης για άτομα άνω των 65 ετών.
 Το πλέον φιλόδοξο κομμάτι των μεταρρυθμίσεων αφορούσε τη φτώχεια (War on Poverty) και δεν στόχευε μόνο στην αύξηση των χαμηλών εισοδημάτων αλλά και στον επαγγελματικό προσανατολισμό, την τεχνική εκπαίδευση, τη μόρφωση και την κοινωνική δραστηριοποίηση. Στο πλαίσιο αυτό, εγκρίθηκε και τέθηκε σε εφαρμογή ένα πλήθος προγραμμάτων υποτροφιών, άτοκων εκπαιδευτικών δανείων, προσχολικής αγωγής, φροντίδας για τη διατροφή και την υγεία κατά την προσχολική ηλικία, νομικών συμβουλών, προετοιμασίας για την ανώτερη εκπαίδευση κ.ο.κ. Τα προγράμματα ήταν οργανωμένα σε επίπεδο τοπικής κοινότητας και έδιναν έμφαση στην ενεργό ανάμιξη των ίδιων των ενδιαφερομένων· είναι χαρακτηριστικό ότι ο νόμος προέβλεπε την υποχρεωτική συμμετοχή των φτωχών, τουλάχιστον κατά το 1/3, στα τοπικά συμβούλια του Office of Economic Opportunity, του φορέα που είχε την ευθύνη της εφαρμογής των προγραμμάτων.
Από το 1964 ώς το 1966 επενδύθηκαν στο War on Poverty 3 δισ. δολάρια. Ο πόλεμος στο Βιετνάμ, ωστόσο, στον οποίο οι ΗΠΑ εμπλέκονταν όλο και περισσότερο, απαιτούσε πακτωλούς χρημάτων. Το 1967 η κυβέρνηση Johnson είχε χάσει τη μεταρρυθμιστική της ορμή· η συμμαχία των συντηρητικών δημοκρατικών με τους ρεμπουμπλικανούς στο Κογκρέσο μπορούσε πλέον να μπλοκάρει τη χρηματοδότηση.

Ο Sargent Shriver, διευθυντής του Office of Economic Opportunity, με τον Dr. Martin Luther King, 24 Οκτωβρίου 1966. Photo from Bettman / Corbis.

Οι αριθμοί, έστω και αποσπασματικά, έχουν ενδιαφέρον: το συνολικό ποσοστό πολιτών των ΗΠΑ κάτω από το όριο της φτώχειας, από 22,2% το 1963, είχε πέσει στο 12,6% το 1970. Ακόμα πιο εντυπωσιακά είναι τα ποσοστά που αφορούν τους Αφροαμερικανούς φτωχούς: από το δραματικό 55% το 1960, στο 27% το 1968.
Ορισμένα προγράμματα του War on Poverty επιβίωσαν μέχρι σήμερα (όπως το Head Start, που αφορά την εκπαίδευση, τη διατροφή και την υγεία παιδιών προσχολικής ηλικίας). Σε άλλες περιπτώσεις, προτιμήθηκε η μέθοδος των οικονομικών επιδομάτων, η οποία έχει ταχύτερα αποτελέσματα (και επηρεάζει άμεσα τους δείκτες της φτώχειας). Σίγουρα δεν είχε συνέχεια ο αποκεντρωτικός χαρακτήρας του εγχειρήματος: το πνεύμα των νομοθετών ήταν η δημιουργία ενός ευέλικτου πλαισίου (Office of Economic Opportunity) που θα μπορούσε  εύκολα να προσαρμόζεται στις τοπικές ανάγκες, με την ενεργό συμμετοχή των φτωχών της κοινότητας.

Αρκετά ροκ συγκροτήματα της εποχής χρησιμοποίησαν ως τίτλο τους τη φράση Great Society του προέδρου Johnson. Ένα από αυτά, μια βραχύβια (καλοκαίρι 1965-φθινόπωρο 1966) μπάντα του Σαν Φρανσίσκο, ανέδειξε την Grace Slick, μετέπειτα τραγουδίστρια των Jefferson Airplane. Στους Great Society ανήκει η σύνθεση και η πρώτη εκτέλεση δύο κομματιών, εμβληματικών για τη μουσική της Δυτικής Ακτής της δεκαετίας του ’60, που έγιναν γνωστά από τους Jefferson: του Somebody to love και του White Rabbit.

Το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στη σελίδα της Δημοκρατικής Αριστεράς Φιλοθέης-Ψυχικού στο facebook.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: