Ο φόνος του πεθαμένου

Με αφορμή τα πορίσματα της επιτροπής της Βουλής για την υπόθεση της Siemens. 

Το παζάρι ονομάτων τις τελευταίες ώρες προτού κατατεθούν τα διάφορα χωριστά πορίσματα της επιτροπής της Βουλής για την υπόθεση της Siemens θυμίζει ­κάπως τις λίστες και τις «δημοπρασίες βουλευτών» κατά την περίοδο 1965-1967. Εντελώς διαφορετικές οι συνθήκες, τα συμφραζόμενα, τα μεγέθη – παρόμοια όμως η χυδαιότητα. 

Το πόρισμα της Ν.Δ. προσάπτει ευθύνες στον Κ. Σημίτη για πράξεις και παραλείψεις συνεργατών του· κάτι σαν «παραμέληση υπουργού», δηλαδή. 

Ο Τάσος Μαντέλης, στα μέσα του 2010 ομολόγησε ότι όντως δέχτηκε μια «χορηγία» – αλλά διαφώνησε ως προς το ποσό. Όχι και να ξεπλύνουν όλες τις μίζες πάνω μου, είπε. Ο Κώστας Σημίτης, μετά την ομολογία Μαντέλη, δήλωσε ότι δεν πρέπει με αφορμή την υπόθεση αυτή να κατασυκοφαντείται η περίοδος της πρωθυπουργίας του, κατά την οποία η ανάπτυξη ήταν τόσο τοις εκατό. Αυτή ήταν η δήλωση πολιτικής ευθύνης του Κ. Σημίτη. 

Βεβαίως, οι τραπεζικοί λογαριασμοί των δύο μεγάλων κομμάτων –και όσων διαχειρίζονταν τα οικονομικά τους κατά την υπό εξέταση περίοδο– δεν ελέγχθηκαν. 

Όσο για τα ονόματα των βουλευτών που όντως μπήκαν στο πόρισμα, ίσως είναι ακριβές αυτό που ισχυρίζεται ο Γ. Πρετεντέρης, ότι μοιάζει να «έβαλαν αυτούς που δεν γούσταραν». Μπορεί πάλι απλώς να έβαλαν στο πόρισμα εκείνους που έχουν εκτεθεί περισσότερο· πώς είναι σε κάτι ταινίες όπου, μετά τη ληστεία της τράπεζας, ο αρχηγός της σπείρας διατάζει τα μέλη να μην ξοδέψουν τίποτα από τα κλοπιμαία, πάντα όμως υπάρχει κάποιος που δεν αντέχει στον πειρασμό και πάει και αγοράζει κάμπριο και διαμάντια στην γκόμενά του – ε, κάτι τέτοιο. Όπως και να ’χει, στην αρμόδια για την υπόθεση Siemens επιτροπή της Βουλής, ταιριάζει το άσμα που ερμηνεύει ο  Στράτος Λασκαρίδης (δεν γνωρίζω στιχουργό και συνθέτη): «Αξίζεις χειροκρότημα παρατεταμένο, που μπόρεσες και σκότωσες έναν πεθαμένο». 

Όπου οι σκόρπιες σκέψεις αρχίζουν να οδηγούν σε διαπιστώσεις. 

Το βέβαιο είναι ότι η κοινή γνώμη έχει την αίσθηση του συμψηφισμού και της συγκάλυψης: ουδείς πείθεται ότι οποιοδήποτε μαχαίρι έφτασε σε οποιοδήποτε κόκαλο. Τα πορίσματα της επιτροπής δεν αναστρέφουν ούτε στο ελάχιστο την ανυποληψία του πολιτικού συστήματος. Πού μπορεί να οδηγήσει αυτή η ανυποληψία; Μάλλον όχι σε χούντα, τη σήμερον ημέρα. Ούτε σε επανάσταση. Ίσως ούτε καν σε εξέγερση – σίγουρα πάντως μπορεί να οδηγήσει σε εκρήξεις βίας, πιο απρόβλεπτες και ενδεχομένως μαζικότερες από τις «συνήθεις». Το «να τους πάρουν με τις πέτρες» δεν αποκλείεται καθόλου – τουλάχιστον με ανοργάνωτη και αυθόρμητη μορφή, του τύπου «πλακώνω όποιον Χατζιδάκη πετύχω στον δρόμο». Η απόγνωση και η οργή είναι συναισθήματα που συσσωρεύονται. 

Πιθανότερο είναι η αποτυχία του πολιτικού συστήματος, εφόσον εξακολουθήσει να επιβεβαιώνεται και να βαθαίνει, να φέρει στην εξουσία κάποιον «άφθαρτο». Ο Αβραμόπουλος έκαψε το χαρτί του νωρίς και ανοήτως· κέρδισε τουλάχιστον μια θέση στην ιστορία ως ο πρόεδρος του πολλά υποσχόμενου κόμματος το οποίο δεν κατέβηκε ποτέ στις εκλογές. Η Γιάννα και ο Βγενόπουλος επίσης είναι μάλλον καμένοι – όχι ότι θα είχαν καμία τύχη. Όλοι αυτοί πόνταραν στον «μεσαίο χώρο» την εποχή που ήταν στα πάνω του. Αλλά ο «μεσαίος χώρος» είναι άπιστος: επιδεικνύει πολιτική κινητικότητα, κοιτώντας το βραχυπρόθεσμο συμφέρον του. Άσε που δεν αρκεί ποσοτικά –προς το παρόν, τουλάχιστον– για να σε κάνει πρωθυπουργό. Όχι, στην Ελλάδα για να γίνεις πρωθυπουργός χρειάζεσαι ακόμα τον «λαό». 

Ιντερλούδιο: Ποιος, ποιος, ποιος, μωρό μου, ποιος; 

Δεν νομίζω ότι κινδυνεύουμε να αποκτήσουμε τον ημεδαπό Μπερλουσκόνι· στη νεοελληνική εκλογική συμπεριφορά, ο φθόνος υπερισχύει του θαυμασμού. Ο σωτήρας πρέπει να είναι παιδί του λαού. Πρέπει να τα λέει χύμα, να είναι πολύ άντρας –υπογραμμίζοντας την ιδιότητα αυτή συχνά-πυκνά– και, φυσικά, να αγαπάει την πατρίδα: να αναφέρεται διαρκώς στους αρχαίους ημών προγόνους, ει δυνατόν δακρύζοντας. Πρέπει, ακόμα, να εκκλησιάζεται, έστω σποραδικά. Α, και, φυσικά, η συμπαθής μορφή του να είναι γνωστή στους πάντες· από την τηλεόραση. 

Ο Ψωμιάδης είναι μια καλή υποψηφιότητα για τη θέση, αλλά ο «λαός» τον βλέπει εν μέρει –όσο κι αν ο ίδιος φροντίζει με μεγάλη επιμέλεια να δώσει την αντίθετη εντύπωση­– ως γρανάζι του συστήματος. Όχι τόσο εξαιτίας των δεσμών του με τη Νέα Δημοκρατία, όσο επειδή πάνε ήδη αρκετά χρόνια που παίζει στην τηλεόραση. Έχει χάσει κάπως την αρχική του ορμή· τον συνηθίσαμε. Επιπλέον, η εμβέλειά του δύσκολα θα ξεπεράσει τη Βόρεια Ελλάδα.

Ο νέος λαϊκός ήρως; Ο Απόστολος Γκλέτσος, δήμαρχος Στυλίδος; Από πολλές απόψεις, ο Αποστόλης είναι τέλειος για μελλοντικός πρωθυπουργός μιας χώρας με χρεοκοπημένο πολιτικό σύστημα: έκανε μέσα σε ένα απόγευμα αυτό που θα έπρεπε να έχει κάνει το κράτος, ικανοποιώντας ένα δίκαιο και πάρα πολύ απλό αίτημα των πολιτών. Και πώς το έκανε! Καβάλα στη μπουλντόζα, πρόσφερε «το αίμα του» (που δεν χύθηκε, βέβαια) για τον λαό, οδηγήθηκε σιδηροδέσμιος στα μπουντρούμια του Αγά και δήλωσε συνεχιστής του Λεωνίδα και του Διάκου, προσευχόμενος να τον «αξιώσει ο Θεός» να γίνει ο τρίτος ήρωας της φθιωτικής γης. Όσο για αντρίλα, άλλο τίποτα. Προσθέτοντας σε αυτά τη στήριξη του πρώην πεθερού του, Αλέξανδρου Λυκουρέζου, θα έλεγε κανείς, με την τρέχουσα ορολογία πολιτικής ανάλυσης, ότι ο Απόστολος «έχει όλο το πακέτο». Αυτό που του λείπει, όμως, είναι η ψυχραιμία και η πονηριά στον χειρισμό των ΜΜΕ: σε αντίθεση με τον Πανίκα Ψωμιάδη, που είναι γάτα στον συγκεκριμένο τομέα και έχει αναγάγει σε επιστήμη την ικανότητά του να χαριεντίζεται και να τσακώνεται εναλλάξ με τους πάντες (δημοσιογράφους, πολιτικούς αντιπάλους) κερδίζοντας κάθε φορά τις εντυπώσεις, ο Απόστολος τα παίρνει στο κρανίο, ανεβάζει πίεση, βάζει τις φωνές. Ειλικρινά, αν δεν είχε αυτό το μικρό αλλά κρίσιμο default ο Γκλέτσος, εγώ θα έπαιζα στο στοίχημα ότι σε δέκα χρόνια μπορεί και να τον δούμε πρωθυπουργό. 

«Δεν υπάρχουν θεσμοί, μόνο ο λαός». 

Ορισμένες δυνάμεις συμβάλλουν, στο μέτρο της επιρροής τους, στο πολιτικό αδιέξοδο και στην καταδίκη της κοινωνίας σε διανοητική αφασία. Το κάνουν αυτό είτε περιχαρακώνοντας το εκλογικό τους οικοπεδάκι με την επαγγελία της «λαϊκής οικονομίας», τη διοργάνωση πορειών-δρομολογίων και την υιοθέτηση πρακτικών «λαϊκού τσαμπουκά», είτε προκρίνοντας μια αντισυστημική «εφ’ όλης της ύλης» αντίσταση ­– που στην ουσία αποτελεί την άλλη όψη της πολιτικής της κυβέρνησης (εύκολες λύσεις, που δεν θέλουν πολλή επεξεργασία, να μαζέψουμε μερικά φράγκα στα γρήγορα). Αυτό που ξεχνούν ­–από σκοπιμότητα ή από αφέλεια– είναι ότι η υπέρβαση, η παράκαμψη ή η κατάργηση της νομιμότητας, εξυπηρετεί ευθέως το σύστημα διακυβέρνησης και διαπλοκής. Στο κάτω κάτω, εκείνος που το είχε διατυπώσει θεωρητικά, έστω και εν θερμώ, μιλώντας από το μπαλκόνι στο αλαλάζον πλήθος, ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου: «Δεν υπάρχουν θεσμοί, μόνο ο λαός».

Οι δυνάμεις που δημιούργησαν και κατεξοχήν συντηρούν το αδιέξοδο, είτε νεμόμενες την εξουσία, είτε περιμένοντας υπομονετικά τη σειρά τους (και άρα φυλάγοντας τα νώτα τους), προσπαθούν να απεμπλακούν και να προχωρήσουν αβρόχοις ποσίν. Αυτό δεν φαντάζει εφικτό πλέον. Για να μην καταρρεύσει το πολιτικό σύστημα, θα πρέπει να ματώσει. Και ματώνουν οι ζωντανοί, όχι οι πεθαμένοι. Κάποιοι ζωντανοί, κάποιοι πολιτικά ενεργοί δηλαδή, πρέπει να πάρουν την πολιτική ευθύνη ­– η οποία δεν παραγράφεται.

Όταν επί δεκαετίες ξεφτιλίζεις καθημερινά κάθε έννοια νομιμότητας, με την καθιέρωση και διαρκή ενίσχυση του πελατειακού κράτους, με το χαοτικό πλέγμα νόμων με τα χιλιάδες παραθυράκια, με τη διαφθορά, την αυθαιρεσία, την ασυδοσία και την ατιμωρησία, όταν το κάνεις αυτό όχι για τους καπιταλιστές (αυτοί δεν το χρειάζονται· αυτούς τους εξυπηρετεί η νομιμότητα ­– για την ακρίβεια, η νομιμότητα τους ανήκει) αλλά για να δημιουργείς και να συντηρείς ομάδες «κοπριτών» και συνδαιτημόνων στο μεγάλο φαγοπότι, πρέπει να ξέρεις ότι έχεις εκπαιδεύσει έναν ολόκληρο λαό στην περιφρόνηση των νόμων και των θεσμών, πουλώντας του ταυτόχρονα τζάμπα «εθνική υπερηφάνεια» με λεονταρισμούς για ποικίλα «εθνικά θέματα». Κι αυτό είναι επικίνδυνο. Γιατί έχεις απέναντί σου και εκείνους που φοβούνται μη χάσουν τα κακώς κεκτημένα, που εσύ τους έδωσες, και τους άλλους, που τους παίρνεις τα λίγα δικαίως κεκτημένα – τα στοιχειώδη. Και γιατί μπορεί έτσι να αρχίσει να βρέχει πέτρες, ή μπουνιές, ή μπουλντόζες, ή «άφθαρτες προσωπικότητες», διατεθειμένες να εξυπηρετήσουν τα ίδια συμφέροντα, που εξυπηρετούσες κι εσύ, με ακόμα μεγαλύτερη συνέπεια και επιτυχία, πουλώντας ακόμα περισσότερη «πατρίδα» στην καλά προετοιμασμένη πελατεία τους, ενώ, φυσικά, πρώτα απ’ όλα θα φροντίσουν να βγεις στη σύνταξη ή να μπεις στη φυλακή. Κινδυνεύεις, εν τέλει, να χάσεις ακόμα και αυτό που δικαιωματικά σου ανήκει: το χειροκρότημα το παρατεταμένο, που μπόρεσες και σκότωσες έναν πεθαμένο.

Advertisements

3 Responses to “Ο φόνος του πεθαμένου”

  1. Nikos Zachariadis Says:

    Μπράβο ρε Γιώργο!

  2. Evi Tsak Says:

    Σωστός !

  3. Δυστυχώς απολυτα σωστός !!!

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: