Ο ήσυχος Αμερικάνος

Δεν μου αρέσει ν’ αντιδρώ· αναστατώνεται η θέληση· η πράξη

είν’ επικίνδυνη πολύ· και την προσποίηση την τρέμω,

την αδικία της καρδιάς, και την αντικανονική διαδικασία.

Κι είμαστε τόσο επιρρεπείς, μ’ αυτήν τη φοβερή μας ευσυνειδησία.

H. CLOUGH

  

Είν’ εποχή γεμάτη νέες εφευρέσεις·

σκοτώνουν σώματα και σώζουνε ψυχές

κι έχουνε πάντα τις καλύτερες προθέσεις

 

 BYRON

    

   [Το ακόλουθο κείμενο γράφτηκε ως επίμετρο στην ελληνική έκδοση του The Quiet American του Graham Greene, το οποίο μετέφρασα για λογαριασμό των εκδόσεων “Πόλις” το 2003. Τα δύο ποίηματα είναι το μότο του Greene στο βιβλίο – μ’ αρέσουν πολύ και τα έβαλα κι εδώ. Κατά τα άλλα, το κείμενο αναδημοσιεύεται όπως μπήκε στο βιβλίο, μία μόνο εξαίρεση: στο σημείο όπου γράφω για την εμμονή του Charles de Gaulle να διατηρήσει τον έλεγχο του Βιετνάμ, ο εκδότης Νίκος Γκιώνης έβαλε μία Σ.τ.Ε. (=σημείωση του εκδότη) όπου απαντούσε. Δυστυχώς δεν έχω αντίτυπο του βιβλίου για να βάλω τη σημείωσή του, θα την προσθέσω όταν αποκτήσω.]

Η Σαϊγκόν του Γκράχαμ Γκρην

 

Πενήντα χρόνια μετά τη συγγραφή του, ο Ήσυχος Αμερικάνος προτείνεται ως βασικό ανάγνωσμα σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις: στις έδρες των αμερικανικών πανεπιστημίων που ασχολούνται με την ιστορία του πολέμου του Βιετνάμ, και στους ταξιδιωτικούς οδηγούς της Άπω Ανατολής. Ως προς την πολιτική του διάσταση, το βιβλίο χαρακτηρίζεται στερεότυπα πλέον «προφητικό», ιδίως από τους κριτικούς και το κοινό των Η.Π.Α., που είδαν τη χώρα τους να εμπλέκεται σε έναν παράλογο, χρονοβόρο και αιματηρό πόλεμο, και να γνωρίζει την ήττα, παρασυρμένη από την ψύχωση της «θεωρίας του ντόμινο» – δημιούργημα, ουσιαστικά, ανθρώπων που ελάχιστα απέχουν από τους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες του Γκρην, τον Γιορκ Χάρντινγκ και τον Πάιλ. Εκτός όμως από την πολιτική διάσταση (και, βέβαια, από τη λογοτεχνική του αξία), ο Ήσυχος Αμερικάνος αποτυπώνει με μοναδικό τρόπο την ατμόσφαιρα του Βιετνάμ και της Σαϊγκόν στα μέσα της δεκαετίας του ’50 – την ατμόσφαιρα της παρηκμασμένης γαλλικής αποικιοκρατίας, της πόλης με τους ιδιωτικούς στρατούς και τις συμμορίες, τα ευρωπαϊκά ξενοδοχεία, περιφραγμένα με συρματόπλεγμα για τον φόβο των χειροβομβίδων, τους ξένους δημοσιογράφους, τους διπλωμάτες και τους πράκτορες – με φόντο τους χρυσούς ορυζώνες, τις κακάσχημες ροζ εκκλησίες, το όπιο, τα λεπτά κορίτσια με τα λευκά παντελόνια και τα κωνικά καπέλα, τις χαρτορίχτρες και τα υπαίθρια μπαρμπέρικα και τους κινέζους εμπόρους που πίνουν πράσινο τσάι στις αποβάθρες του ποταμού της Σαϊγκόν.

Παραδόξως, ο ταξιδιώτης που θα περιπλανηθεί σήμερα στην Πόλη του Χο Τσι Μινχ (έτσι μετονομάστηκε το 1976 η Σαϊγκόν) με τον Ήσυχο Αμερικάνο ανά χείρας, όπως έκανε ο Tom Curry για λογαριασμό του Literary Traveler (www.literarytraveler.com), θα κατορθώσει να εντοπίσει πολλά από τα μέρη που αναφέρονται στο βιβλίο. Το παράδοξο έγκειται στο γεγονός ότι έχει περάσει μισός αιώνας έκτοτε, και μάλιστα μισός αιώνας ιδιαιτέρως δραματικός για την πόλη, που υπέστη φοβερές καταστροφές κατά τον πόλεμο εναντίον των Αμερικανών, δέχτηκε τεράστιο κύμα προσφύγων μετά την απελευθέρωσή της, έζησε μεγάλο διάστημα σε διεθνή απομόνωση, υπό ολοκληρωτικό και διεφθαρμένο καθεστώς, και τα τελευταία χρόνια γνωρίζει τη φιλελευθεροποίηση και το σταδιακό άνοιγμα της αγοράς, με τον εκσυγχρονισμό του αστικού τοπίου που συνεπάγονται οι ξένες επενδύσεις (το 1998 άνοιξε το πρώτο αμερικάνικο φαστ φουντ).

Η Rue Catinat τώρα ονομάζεται Ντονγκ Χόι· ήταν και παραμένει ο δρόμος με τα ακριβά μαγαζιά, τα καφέ και τα καλά ξενοδοχεία. (Η φθηνή αγορά είναι στην κινέζικη συνοικία· το δηλώνει εξάλλου η ονομασία της, καθώς στα βιετναμέζικα «Τσο» σημαίνει «αγορά» και «Λον» σημαίνει «μεγάλη»). Εκεί που η Ντονγκ Χόι συναντά τον ποταμό, βρίσκεται ακόμη το Majestic, το ξενοδοχείο που προτιμούσε ο Γκράχαμ Γκρην. Χτισμένο το 1928, διαθέτει έντονα γαλλική ατμόσφαιρα – καθώς και ταράτσα με εντυπωσιακή θέα στο ποτάμι. Πιο πάνω στη Ντονγκ Χόι βρίσκεται το Continental, λιγότερο ευρωπαϊκό και αισθητά φθηνότερο από το Majestic· το Continental παραμένει μέχρι σήμερα στέκι των ξένων δημοσιογράφων και των πρακτόρων, δεν υπάρχει όμως πια το υπαίθριο μπαρ, το οποίο έδωσε τη θέση του στα γραφεία μιας αεροπορικής εταιρείας.

Στην επόμενη γωνία από το Majestic, ήταν το σπίτι των φίλων του Γκρην, στο οποίο διάλεξε ο συγγραφέας να στεγάσει τον Φάουλερ. Εκεί τώρα βρίσκεται το Grand Hôtel, και λίγο πιο πάνω το Palais Café – εκεί όπου ο Φάουλερ έπαιζε ζάρια με τον Βιγκώ (στο βιβλίο ονομάζεται Le Club). Ο ίδιος ο Γκρην έμεινε κατά καιρούς σε δύο τουλάχιστον διαμερίσματα στη Rue Catinat· ένα από αυτά, στον αριθμό 109, στεγάζει τώρα το ξενοδοχείο Mondial.

Στην Πόλη του Χο Τσι Μινχ μπορεί ακόμη να δει κανείς κι άλλα κτίρια που αναφέρει ο Γκρην, όπως την καθολική Μητρόπολη, το Κεντρικό Ταχυδρομείο και την Τράπεζα της Ινδοκίνας (τώρα πλέον, Εθνική Τράπεζα). Η Μητρόπολη χτίστηκε μεταξύ του 1877 και του 1883· οι δύο πύργοι της, ύψους σαράντα μέτρων, δέσποζαν για χρόνια στον ουρανό της Σαϊγκόν, μέχρι που επισκιάστηκαν πρόσφατα από τα κτίρια σύγχρονων ξενοδοχείων. Το Ταχυδρομείο, σχεδιασμένο από τον Alexandre Gustave Eiffel, χτίστηκε την ίδια περίοδο (1886-1891). Στην Place Garnier, που τώρα ονομάζεται πλατεία Λαμ Σον, οι γαλλικές μπουτίκ έχουν αντικατασταθεί από μαγαζιά που πουλάνε βιετναμέζικα μεταξωτά. Στο Givral, ένα καφέ επί της πλατείας, το οποίο διατηρεί ακόμη κάτι από την αποικιοκρατική ατμόσφαιρα, έπινε την μπύρα του ο sir Michael Caine ως Τόμας Φάουλερ όταν εξερράγη η βόμβα του στρατηγού Τε, κατά την πρόσφατη μεταφορά του Ήσυχου Αμερικάνου στη μεγάλη οθόνη από τον Phillip Noyce. Η γέφυρα του Ντα Κάο, όπου οι «φίλοι» του κυρίου Χενγκ έστησαν ενέδρα στον Πάιλ, δεν υπάρχει πια· η παλιά γέφυρα γκρεμίστηκε με σκοπό να αντικατασταθεί από καινούργια. Στον ποταμό της Σαϊγκόν, τα σαμπάν, τα κινέζικα πλωτά σπίτια, συνυπάρχουν τώρα με τα σύγχρονα χόβερκραφτ.

Τις έντονες και παράξενες αντιθέσεις που συναντά κανείς στο σημερινό Βιετνάμ, συνοψίζει η μοίρα του Σπιτιού με τα Πεντακόσια Κορίτσια, όπου πήγε ο Γκρέιντζερ «για να τσεκάρει τα κορίτσια» προκαλώντας την αγανάκτηση του Πάιλ. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για ένα συγκρότημα τριών κτιρίων στην πιο κακόφημη περιοχή της Σαϊγκόν, το οποίο λεγόταν Parc au Buffles. (Η ονομασία του Γκρην, House of Five Hundred Girls, μοιάζει να παραπέμπει στο διήγημα του Κίπλινγκ με τίτλο “Gate of Hundred Sorrows” -«Η Πύλη των Εκατό Θλίψεων»- και θέμα ένα σπίτι για όπιο στην Ινδία). Σήμερα, στο κεντρικό κτίριο, που παλιά ήταν καζίνο, βρίσκεται ένα εκπαιδευτικό κέντρο καλών τεχνών· στο αριστερό, όπου βρίσκονταν τα δωμάτια στα οποία κάπνιζε κανείς όπιο, τώρα έχει πίστα όπου η μαθητιώσα νεολαία κάνει πατίνια υπό τους ήχους της μουσικής του Chuck Berry· στο δεξί κτίριο, όπου ήταν τα κορίτσια, τώρα στεγάζεται μια σχολή κλασικού χορού.

Το ιστορικό πλαίσιο: οι Γάλλοι στο Βιετνάμ και ο πρώτος πόλεμος της Ινδοκίνας

 

 

Η χώρα που εδώ και ακριβώς διακόσια χρόνια είναι γνωστή ως Βιετνάμ, περιλαμβάνει τρεις περιοχές της χερσονήσου της Ινδοκίνας: την Κοχιγκίνα στα νότια, όπου βρίσκεται η Σαϊγκόν, το Αννάμ στο κέντρο, μια στενή και ορεινή λουρίδα γης, και το Τονκίν στα βόρεια, το οποίο διατρέχει ο Κόκκινος Ποταμός, με το Ανόι και τη Χαϊφόνγκ στο Δέλτα του. Στο Βιετνάμ ζει μια ποικιλία λαών, μιλιούνται πολλές γλώσσες και λατρεύονται αρκετοί θεοί. Μοιραία, από πολύ νωρίς, η τύχη του Βιετνάμ συνδέθηκε στενά με αυτήν της γειτονικής Κίνας.

Η Ινδοκίνα ήρθε σε επαφή με τους Ευρωπαίους -αρχικά Ολλανδούς και Πορτογάλους εμπόρους και ιεραποστόλους- στις αρχές του 16ου αιώνα. Οι Πορτογάλοι δημιούργησαν τον πρώτο τους εμπορικό σταθμό στο Φάι Φο του Ανάμ στα 1535. Σταδιακά, οι Γάλλοι εκτόπισαν τους Πορτογάλους και ανέλαβαν εκείνοι τον εκχριστιανισμό των Βιετναμέζων και την εμπορική εκμετάλλευση της περιοχής. Στον Alexander de Rhodes, έναν από τους Γάλλους της Εταιρείας του Ιησού, που το 1651 δημοσίευσε ένα βιετναμεζικο-πορτογαλικο-λατινικό λεξικό, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό η καθιέρωση του quôc-ngu, δηλαδή της λατινικής γραφής της βιετναμέζικης γλώσσας, αντί της κινεζικής.* (Το quôc-ngu καθιερώθηκε επισήμως το 1918). Το γεγονός αυτό είχε σημαντικές συνέπειες για τον πολιτισμό αλλά και για την ιστορική εξέλιξη του Βιετνάμ.

Μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα, η ιστορία της περιοχής είναι στην ουσία ένας διαρκής αγώνας για ανεξαρτησία από την Κίνα. Ο Νγκουγιέν Αν, αυτοκράτορας με το όνομα Για Λονγκ από τo 1802 έως το 1820, υπήρξε ιδρυτής της δυναστείας των Νγκουγιέν και αναμορφωτής του κράτους. Ήταν ο πρώτος βιετναμέζος ηγεμόνας η επικράτεια του οποίου ταυτιζόταν με τη συνολική έκταση του σημερινού Βιετνάμ. Προχώρησε σε αγροτική μεταρρύθμιση, περιόρισε την ισχύ των μανδαρίνων και έκανε σημαντικά οδικά, οχυρωματικά και αντιπλημμυρικά έργα. Με τους Γάλλους, οι οποίοι έδειχναν διαρκώς αυξανόμενο ενδιαφέρον για την περιοχή από το 1774, οπότε κατέφτασε στην Κοχιγκίνα η ιεραποστολή του Pigneau de Béhaine, ο Για Λονγκ διατήρησε φιλικές σχέσεις· αρνήθηκε ωστόσο οποιαδήποτε εδαφική παραχώρηση και, προκειμένου να αντιμετωπίσει τον γαλλικό επεκτατισμό, επιζήτησε την προστασία και την επικυριαρχία της Κίνας, η οποία στα 1803 έδωσε στη χώρα την ονομασία Βιετ Ναμ.

Οι διάδοχοι, ωστόσο, του Για Λονγκ δεν συνέχισαν τις μεταρρυθμίσεις. Με αφορμή τις εξεγέρσεις των εξαθλιωμένων αγροτών αλλά και τις διώξεις των Νγκουγιέν εναντίον των ρωμαιοκαθολικών, άρχισε η ανοιχτή επέμβαση των Γάλλων στο Βιετνάμ, που ξεκίνησε με την κατάληψη της Σαϊγκόν το 1859 και κατέληξε, το 1887, στην ενσωμάτωση του Βιετνάμ στην «Ένωση της Ινδοκίνας».

Η αντίδραση του συνόλου, ουσιαστικά, του βιετναμέζικου λαού στη γαλλική παρουσία δεν στάθηκε δυνατόν να κατευναστεί ούτε με τη διαφόρων βαθμών αυτονομία που κατά καιρούς παραχωρούσαν οι Γάλλοι, ούτε με τα έργα υποδομής που δημιούργησαν. Αν στα τέλη του 19ου αιώνα η αντίδραση εκδηλωνόταν με τη μορφή εξεγέρσεων των μανδαρίνων του παλαιού καθεστώτος, στη δεκαετία του 1920 αιχμή του δόρατος αποτέλεσε η νέα αστική τάξη των ανθρώπων οι οποίοι είχαν επωφεληθεί από την οικονομική πρόοδο, είχαν σπουδάσει στα γαλλικά πανεπιστήμια και στο Πανεπιστήμιο που ίδρυσαν το 1907 οι Γάλλοι στο Ανόι, και οι οποίοι τώρα διεκδικούσαν, αν μη τι άλλο, τη συμμετοχή τους στην πολιτική και οικονομική διαχείριση.

Το Εθνικό Κόμμα, που ιδρύθηκε το 1927 στο Ανόι, πρόβαλε πιο τολμηρές θέσεις και υποστήριζε τη σύμπραξη με το κινεζικό Κουομιντάνγκ για την εκδίωξη των Γάλλων. Το Εθνικό Κόμμα διαλύθηκε τον Φεβρουάριο του 1930, ύστερα από την αποτυχημένη εξέγερση του Γιεν Μπάι. Από τα στελέχη του Εθνικού Κόμματος, σε ηγετική μορφή αναδείχθηκε ο Νγκουγιέν Τατ Ταν, που μόλις ένα μήνα αργότερα ίδρυσε στο Χονγκ Κονγκ το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ινδοκίνας. Ο Νγκουγιέν Τατ Ταν χρησιμοποιούσε τότε το ψευδώνυμο Νγκουγιέν Άι Κοκ («Νγκουγιέν ο πατριώτης»). Αργότερα έγινε γνωστός ως Χο Τσι Μινχ, που σημαίνει «Διαφωτιστής».

Για να αντιμετωπίσει τις διαρκώς αυξανόμενες αντιδράσεις, το 1932 η Γαλλία έφερε στην εξουσία τον αυτοκράτορα Μπάο Ντάι, τελευταίο της δυναστείας των Νγκουγιέν. Υποτίθεται πως ο Μπάο Ντάι και η κυβέρνησή του, με επικεφαλής τον καθολικό μανδαρίνο Νγκο Ντιν Ντιεμ, θα προχωρούσε σε σημαντικές πολιτικές μεταρρυθμίσεις· καθώς όμως ο τελευταίος αυτοκράτορας στηριζόταν αποκλειστικά στους Γάλλους και στην ουσία δεν είχε ερείσματα ούτε στην αστική τάξη ούτε στον αγροτικό πληθυσμό, το μόνο που κατόρθωσε ήταν να διατηρήσει στοιχειωδώς την τάξη (με τη βοήθεια του γαλλικού στρατού, ο οποίος φρόντιζε να καταστέλλει ανελέητα οποιαδήποτε αντιστασιακή ενέργεια· στη διάρκεια της δεκαετίας του 1930 φυλακίστηκαν χιλιάδες Βιετναμέζοι, κομμουνιστές ή μη) μέχρι το 1940, οπότε την Ινδοκίνα κατέλαβαν οι Ιάπωνες.

Για τους Βιετναμέζους, η ιαπωνική κατοχή δεν αποτελούσε δραματική αλλαγή, καθώς ήταν αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων με τους Γάλλους· διατηρήθηκε η γαλλική διοίκηση, ενώ οι Ιάπωνες ανέλαβαν τον έλεγχο των στρατιωτικών εγκαταστάσεων και της οικονομίας. Οι παντοειδείς παράνομες πατριωτικές οργανώσεις των Βιετναμέζων, παρέμειναν παράνομες. Οι Ιάπωνες κατόρθωσαν μόνο να προσεγγίσουν διάφορες εθνικές ή θρησκευτικές μειονότητες, όπως οι Χόα Χάο και οι Κάο Ντάι, να τους εξοπλίσουν και να τους εκπαιδεύσουν ώστε να λειτουργούν ως αντίβαρο στη διαρκώς αυξανόμενη δύναμη των κομμουνιστών.

Ο Χο Τσι Μινχ, αντιλαμβανόμενος ότι για να διεξαγάγει με επιτυχία τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα έπρεπε να προσεταιριστεί και μη κομμουνιστές εθνικιστές, ίδρυσε τον Μάιο του 1941 το Μέτωπο για τη Βιετναμέζικη Ανεξαρτησία (Viet Nam Doc Lap Dong Minh Hoi), που έμεινε γνωστό με τη συντομότερη ονομασία Βιετμίνχ. Τα απομεινάρια (ύστερα από τις διώξεις της δεκαετίας του ’30) του Κ. Κ. είχαν κεντρικό ρόλο στο Βιετμίνχ, η οργάνωση ωστόσο πέτυχε όντως να συσπειρώσει πολλές εξωκομμουνιστικές δυνάμεις, και σύντομα εδραιώθηκε στη συνείδηση του συνόλου του βιετναμέζικου λαού ως η κατεξοχήν απελευθερωτική πατριωτική δύναμη. Σε αυτό συνετέλεσε η προσωπικότητα του ηγέτη του, του Χο Τσι Μινχ, ο οποίος στην ήδη εικοσαετή δράση του τόνιζε μάλλον τον πατριωτικό χαρακτήρα του αγώνα παρά τον ταξικό. Επιπλέον, ο Χο Τσι Μινχ, παρά τη στενή συνεργασία του με το κινεζικό Κ.Κ., είχε αναδειχθεί σε ηγέτη νωρίτερα από ό,τι ο Μάο Τσε Τουνγκ και ήταν γνωστός περισσότερο για τα φιλοσοβιετικά του αισθήματα και τον θαυμασμό του για τον Λένιν, γεγονός που βοηθούσε να αμβλυνθούν τα παραδοσιακά αντικινεζικά αντανακλαστικά των βιετναμέζων εθνικιστών.

Πολύ σύντομα το Βιετμίνχ οργανώθηκε και οι κομάντος του άρχισαν να διεισδύουν στο Τονκίν. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σχέσεις που ανέπτυξε εκείνη την περίοδο το Βιετμίνχ με το Office for Strategic Services, τη μυστική υπηρεσία των Η.Π.Α., που ιδρύθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου με κύριο σκοπό να συντονίζει την αντίσταση στις κατεχόμενες από τον Άξονα χώρες και αποτελεί πρόγονο της C.I.A. Οι Αμερικανοί βοήθησαν και εξόπλισαν τους Βιετμίνχ εναντίον των Γάλλων, που ήταν πιστοί στην κυβέρνηση του Βισύ και συνεργάζονταν με τους Ιάπωνες.

Στις 9 Μαρτίου του 1945, όταν πια διαφαινόταν η επερχόμενη νίκη των συμμάχων στο ευρωπαϊκό μέτωπο, οι Ιάπωνες κατέλυσαν τη γαλλική κυριαρχία και διοίκηση στην Ινδοκίνα, συνέλαβαν τους γάλλους στρατιωτικούς και αξιωματούχους και διακήρυξαν την «ανεξαρτησία» του Βιετνάμ. Με τον γαλλικό στρατό της Ινδοκίνας αιχμάλωτο και με διαλυμένη την κρατική μηχανή, ο Μπάο Ντάι δεν είχε την παραμικρή εξουσία και οι Ιάπωνες αδυνατούσαν να ελέγξουν την ύπαιθρο, ιδίως στα βόρεια. Τρεις μέρες μετά τη συνθηκολόγηση της Ιαπωνίας, οι Βιετμίνχ μπήκαν στο Ανόι χωρίς να συναντήσουν αντίσταση. Στις 29 Αυγούστου, οι Βιετμίνχ σχημάτισαν την «Προσωρινή Κυβέρνηση της Δημοκρατίας του Βιετνάμ» και στις 2 Σεπτεμβρίου ο Χο Τσι Μινχ κήρυξε την ανεξαρτησία της χώρας. Ο Μπάο Ντάι παραιτήθηκε, συνεργάστηκε για ένα διάστημα με τον Χο Τσι Μινχ κι έπειτα αυτοεξορίστηκε στο Χονγκ Κονγκ, όπου κέρδισε το παρατσούκλι του «αυτοκράτορα των νάιτ κλαμπ».

Είναι ενδιαφέρον -και αρκετά ειρωνικό- το γεγονός ότι η βιετναμέζικη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας βασίζεται στην αντίστοιχη αμερικανική. Ο Χο Τσι Μινχ ήταν μεγάλος θαυμαστής των Η.Π.Α. Λέγεται πως είχε πάντοτε το κείμενο της αμερικανικής Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας στο γραφείο του, ενώ τον τοίχο του κοσμούσε το πορτρέτο του George Washington. Ακόμα, ήταν φανατικός οπαδός των αμερικάνικων τσιγάρων Salem.

Η μεταπολεμική κυβέρνηση της Γαλλίας, ωστόσο, έδειξε αμέσως την πρόθεσή της να ανακτήσει τον έλεγχο του Βιετνάμ. Ο Χο Τσι Μινχ ήλπιζε στη στήριξη της διεθνούς κοινότητας και ιδίως των Η.Π.Α., που είχαν επανειλημμένα εκφράσει τη συμπαράστασή τους προς πρώην αποικίες οι οποίες αγωνίζονταν να αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους. Το 1945 και το 1946, ο Χο Τσι Μινχ έστειλε τουλάχιστον οκτώ επιστολές στον πρόεδρο Truman ζητώντας τη βοήθεια των Η.Π.Α. εναντίον των Γάλλων και τη μεσολάβηση των τεσσάρων δυνάμεων (Η.Π.Α., Ε.Σ.Σ.Δ, Κίνας και Βρετανίας) και επισημαίνοντας τους κινδύνους που εγκυμονούσε η προσπάθεια των Γάλλων να αναστήσουν την προπολεμική αποικία τους στην Ινδοκίνα.

Η στάση των συμμάχων στο ζήτημα της Ινδοκίνας φάνηκε στη Συμφωνία του Πότσνταμ (Ιούλιος 1945), η οποία όριζε ότι οι Βρετανοί θα καταλάμβαναν το Νότιο Βιετνάμ και οι δυνάμεις του Τσανγκ Κάι Σεκ, του εθνικιστή ηγέτη του κινεζικού Κουομιντάνγκ, το Βόρειο (όριο ήταν ο 16ος παράλληλος), προκειμένου να αφοπλίσουν τους Ιάπωνες και να απελευθερώσουν τους αιχμαλώτους.

Στην πραγματικότητα, ο διοικητής των βρετανικών δυνάμεων, υποστράτηγος Douglas Grey, παραβαίνοντας τόσο τη συμφωνία όσο και τις ρητές εντολές του ανωτέρου του, ναυάρχου Mountbatten, εξόπλισε τους απελευθερωμένους Γάλλους και, συνεργαζόμενος και με τους Ιάπωνες, τους οποίους υποτίθεται πως θα αφόπλιζε, επιδόθηκε σε αγώνα εναντίον των Βιετμίνχ. Υπό τις ευλογίες του, οι Γάλλοι στις 23 Σεπτεμβρίου έδιωξαν τους Βιετμίνχ από τη Σαϊγκόν και ανέκτησαν τον έλεγχο της πόλης. (Η εκδίωξη έγινε με μαζικές σφαγές, στις οποίες έλαβαν μέρος και αρκετοί από τους 20.000 περίπου γάλλους πολίτες που κατοικούσαν στη Σαϊγκόν). Στον βορρά, οι 180.000 στρατιώτες του Τσανγκ Κάι Σεκ δεν έτρεφαν την παραμικρή συμπάθεια για τους Γάλλους κι έτσι δεν είχαν κανένα λόγο να πειράξουν τον Χο Τσι Μινχ και την κυβέρνησή του. Αντιθέτως, είχαν κάθε λόγο να λεηλατήσουν την ύπαιθρο και, στη συνέχεια, το Ανόι, όπου επέπεσαν σαν ακρίδες κι έκλεψαν όχι μόνο όλα τα τρόφιμα αλλά και οτιδήποτε είχε την παραμικρή έστω αξία ή χρησιμότητα.

Στα μέσα του 1946, όταν άρχισαν να αποχωρούν οι Βρετανοί από τον νότο και οι Κινέζοι από τον βορρά, οι Γάλλοι διέθεταν περίπου 50.000 άντρες στην Κοχινγκίνα, αριθμό ικανό για να κρατήσουν τον νότο και να απειλήσουν τον βορρά. Στο Τονκίν, ύστερα από τις λεηλασίες των Κινέζων και τον βομβαρδισμό των φραγμάτων από τους Συμμάχους, οι Βιετμίνχ βρίσκονταν σε δεινή θέση. Ο Χο Τσι Μινχ αναγκάστηκε να διαπραγματευτεί με τους Γάλλους και να καταλήξει, στις 6 Μαρτίου, σε μια συμφωνία η οποία προκάλεσε αντιδράσεις στις διάφορες εθνικιστικές ομάδες που συμμετείχαν στο Βιετμίνχ κι έθεσε σε κίνδυνο την ενότητά του. Η συμφωνία έδινε στους Γάλλους το δικαίωμα να επιστρέψουν στο βόρειο τμήμα της χώρας με 15.000 άντρες (προκειμένου να το εκκαθαρίσουν από τα τελευταία υπολείμματα του κινεζικού στρατού), οι οποίοι θα αποχωρούσαν μετά σταδιακά, ούτως ώστε να έχουν φύγει όλοι μέχρι το 1951. Η Γαλλία αναγνώριζε τη Βιετναμέζικη Δημοκρατία των Βιετμίνχ ως ελεύθερο κράτος, τμήμα της Συνομοσπονδίας της Ινδοκίνας και της Γαλλικής Ένωσης. Στο Νότιο Βιετνάμ θα διεξαγόταν δημοψήφισμα προκειμένου να αποφασιστεί η επανένωσή του με το Αννάμ και το Τονκίν, ή όχι. Άλλο ένα αποτέλεσμα της πρόσκαιρης αυτής προσέγγισης Βιετμίνχ και Γάλλων, ήταν ότι δόθηκε στον Χο Τσι Μινχ το η ευκαιρία να «εξοντώσει τους αντιδραστικούς», σύμφωνα με την έκφραση του συντρόφου του (και μετέπειτα διαδόχου) Λε Ντουάν. Με την επιχείρηση, που έμεινε γνωστή ως η «Μεγάλη Εκκαθάριση» και είχε ως στόχο να βγάλει από τη μέση οποιονδήποτε θεωρείτο επικίνδυνος για το Κ.Κ., εκτελέστηκαν χιλιάδες εθνικιστές, καθολικοί κ.ά., με την ανοχή ή και τη συνεργασία των Γάλλων.

Πολύ σύντομα έγινε φανερό ότι η Γαλλία δεν είχε την παραμικρή πρόθεση να χάσει τον έλεγχο του Βιετνάμ – ιδίως του Νοτίου τμήματος, της Κοχινγκίνας, που ήταν εξάλλου η περιοχή όπου κυρίως είχε επενδύσει. Μόλις τρεις μήνες μετά τη συμφωνία με τους Βιετμίνχ, στη 1 Ιουνίου, οι Γάλλοι αναγνώρισαν και το Νότιο Βιετνάμ ως «ελεύθερη δημοκρατία». Το καλοκαίρι πέρασε με διαπραγματεύσεις και  οι σχέσεις Γάλλων και Βιετμίνχ διαρκώς επιδεινώνονταν. Στις 23 Νοεμβρίου του 1946, το γαλλικό ναυτικό βομβάρδισε τη Χαϊφόνγκ, το σημαντικό λιμάνι του Τονκίν, σκοτώνοντας 6.000 βιετναμέζους. Οι εξοργισμένοι Βιετμίνχ απάντησαν με επιθέσεις εναντίον των Γάλλων στο Ανόι, εκείνοι το κατέλαβαν και τους εκδίωξαν, κι έτσι ξεκίνησε ο οκταετής πόλεμος της Ινδοκίνας (1946-1954).

Η εμμονή της Γαλλίας στη διατήρηση της αποικίας της Ινδοκίνας μάλλον δεν εξηγείται με οικονομικούς όρους· ο πόλεμος είχε δυσβάστακτο κόστος, η δε αμερικανική ενίσχυση άρχισε από το 1950 και κλιμακώθηκε μόλις στα τελευταία χρόνια του πολέμου. Υπήρχαν επιχειρηματίες με συμφέροντα στο Βιετνάμ, δεν είχαν όμως τόση ισχύ ώστε να επηρεάσουν τις αποφάσεις της γαλλικής πολιτικής ηγεσίας. Γιατί λοιπόν η Γαλλία επέμενε σε έναν πόλεμο που της στοίχιζε πολύ περισσότερα απ’ όσα της απέφερε και στον οποίον οι προοπτικές της για νίκη ήταν εξαρχής μικρές; Η απάντηση θα πρέπει να αναζητηθεί αφενός στην εσωτερική πολιτική αστάθεια που χαρακτήριζε την τέταρτη γαλλική δημοκρατία -σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πάντοτε χρήσιμος ένας πόλεμος, ιδίως όταν εξυπηρετεί την ιμπεριαλιστική ιδεολογία και την ανύψωση του ηθικού ενός λαού που προέρχεται από την ήττα και την κατοχή- και αφετέρου στην άποψη που ήθελε τη μεταπολεμική  Γαλλία ισχυρή χώρα, με ανεξάρτητες στρατηγικές επιλογές, στο πλαίσιο μια δυνατής Ευρώπης που θα αποτελούσε τον τρίτο πόλο στον ψυχροπολεμικό κόσμο. Η πολιτική αυτή, που στην περίπτωση του πολέμου της Ινδοκίνας κάθε άλλο παρά ρεαλιστική ήταν, έμελλε να κορυφωθεί επί προεδρίας Charles de Gaulle (1959-1969) με την αποσύνδεση της Γαλλίας από τις στρατιωτικές της υποχρεώσεις έναντι του ΝΑΤΟ, το 1966. Μετά την πρώτη σύντομη θητεία του στην προεδρία της γαλλικής κυβέρνησης, στις 27 Αυγούστου του 1946, ο de Gaulle είχε εκφράσει σαφέστατα την ιμπεριαλιστική ιδεολογία της χώρας του: «Η Γαλλία είναι μία μεγάλη δύναμη. Αν χάσει τις υπερπόντιες κτήσεις της, κινδυνεύει να πάψει να είναι».

Το πρώτο μισό του πολέμου αποδείχτηκε ουσιαστικά άκαρπο και για τις δύο πλευρές. Οι Γάλλοι είχαν συντριπτική υπεροχή σε εξοπλισμό· οι Βιετμίνχ υπερτερούσαν αριθμητικά και είχαν τη δυνατότητα να στρατολογούν άντρες ανά πάσα στιγμή και παντού. Ο Χο Τσι Μινχ, που αντιλαμβανόταν τη σημασία της αριθμητικής υπεροχής, παρά τις ελλείψεις σε εξοπλισμό, είχε πει σε γάλλο επισκέπτη: «Μπορείτε να σκοτώνετε δέκα άντρες μου για κάθε έναν δικό σας που θα σκοτώνω εγώ· ακόμη και με αυτήν την αναλογία, εσείς θα χάσετε και εγώ θα κερδίσω».

Σημαντικό ρόλο έπαιξε το γεγονός ότι αρκετοί Βιετναμέζοι δεν ήταν κομμουνιστές ή δεν στήριζαν καν τους Βιετμίνχ, ήταν ωστόσο και αυτοί δυσαρεστημένοι από την παρουσία των Γάλλων στη χώρα τους. Σε πολιτικό επίπεδο, αυτό σήμαινε πως οι Γάλλοι ελάχιστα μπορούσαν να εμπιστεύονται τη διορισμένη από τους ίδιους ηγεσία του Νότιου Βιετνάμ· υποπτεύονταν (και δικαίως) ότι κι αν κάποτε ερχόταν η νίκη επί των Βιετμίνχ, οποιοσδήποτε ντόπιος είχε αποκτήσει πραγματική εξουσία θα στρεφόταν, αργά ή γρήγορα, εναντίον τους. Σε στρατιωτικό επίπεδο, ο βιετναμέζικος λαός ήταν εντελώς απρόθυμος να συνεργαστεί με τους Γάλλους· ακόμη και οι κάτοικοι ενός χωριού που δεν στήριζαν τους Βιετμίνχ, θα τους ενημέρωναν για τις κινήσεις των γαλλικών στρατευμάτων, ενώ αντιστρόφως δεν θα έδιναν στους Γάλλους την παραμικρή πληροφορία. Αποτέλεσμα αυτού ήταν το γεγονός ότι οι Βιετμίνχ είχαν τη δυνατότητα να στήνουν ενέδρες στους Γάλλους και να διατηρούν διαρκώς την πρωτοβουλία των κινήσεων, ενώ οι Γάλλοι σπανίως κατόρθωναν να στριμώξουν τον εχθρό, ο οποίος χτυπούσε κι έπειτα εξαφανιζόταν ως διά μαγείας. Οποιοσδήποτε χωρικός μπορούσε ξαφνικά να μεταμορφωθεί σε Βιετμίνχ κι έπειτα ξανά σε χωρικό. (Το ίδιο πρόβλημα αντιμετώπισαν οι αμερικανοί στρατιώτες στον δεύτερο πόλεμο του Βιετνάμ· οι αίσθηση ότι ήταν εντελώς ανεπιθύμητοι και ότι πολεμούσαν έναν αόρατο εχθρό είχε φοβερές συνέπειες και για το ηθικό τους και οδήγησε, ορισμένες φορές, σε βίαια γεγονότα εναντίον αόπλων, όπως η παράλογη σφαγή των χωρικών στο Μάι Λάι, στις 16 Μαρτίου του 1968).

Άλλο ένα σημαντικό όπλο των Βιετμίνχ ήταν οι οργανώσεις των πρακτόρων τους, που δρούσαν εντός των ελεγχόμενων από τους Γάλλους περιοχών – ένα εκτεταμένο και άρτια οργανωμένο δίκτυο, που αξιοποιούσε την οργάνωση του Κομμουνιστικού Κόμματος κι έδινε σημαντικό πλεονέκτημα στους Βιετμίνχ, στον τομέα των πληροφοριών. Αν θέλουμε να αναζητήσουμε αναλογίες με τα καθ’ ημάς, μπορούμε να αναφέρουμε τη σημασία που είχαν οι οργανώσεις του Ε.Α.Μ. στις πόλεις και τα χωριά για τις στρατιωτικές επιτυχίες του Ε.Λ.Α.Σ.

Στα πρώτα χρόνια του πολέμου, υπήρχαν τριών ειδών περιοχές στο Βιετνάμ. Ορισμένες ήταν υπό τον αδιαμφισβήτητο έλεγχο των Γάλλων· σε αυτές λειτουργούσε το δίκτυο πρακτόρων των Βιετμίνχ, δεν μπορούσαν όμως οι τελευταίοι να διεξαγάγουν κανονικές στρατιωτικές επιχειρήσεις. Στις περιοχές που κατείχαν οι Βιετμίνχ, οι Γάλλοι μπορούσαν να διεισδύσουν, αλλά με σημαντικό κόστος και μεγάλες δυνάμεις, που θα τις στερούσαν από αλλού· επιπλέον, δεν θα μπορούσαν εξίσου εύκολα να τις διατηρήσουν. Οι μάχες διεξάγονταν κυρίως στις περιοχές των οποίων κανείς από τους δύο αντιπάλους δεν είχε τον πλήρη έλεγχο. Οι αντάρτες των Βιετμίνχ κρύβονταν στη ζούγκλα ή, συνηθέστερα, στα χωριά, και διενεργούσαν από εκεί επιθέσεις ή ενέδρες· μέχρι να φτάσουν οι γαλλικές ενισχύσεις, είχαν εξαφανιστεί.

Τα τέλη του 1949 και η αρχή του 1950 αποτελούν κρίσιμη καμπή του πολέμου. Η επικράτηση των κομμουνιστών στην Κίνα υπό τον Μάο Τσε Τουνγκ σήμανε κατ’ αρχήν τον καλύτερο εξοπλισμό των Βιετμίνχ, που μέχρι τώρα έπρεπε να βασίζονται στα όπλα που κέρδιζαν στο πεδίο της μάχης και σε αυτά που μπορούσαν να κατασκευάζουν με στοιχειώδη υποδομή στη ζούγκλα·  σήμανε όμως και τη στροφή της αμερικανικής πολιτικής στην Ινδοκίνα. Εκείνη την εποχή άρχιζε στην Ουάσινγκτον η περίοδος του μακαρθισμού. Δεν ήταν πρόσφορη η στιγμή για να εισακουστούν εκείνοι οι αναλυτές του O.S.S. και των άλλων υπηρεσιών που εκτιμούσαν πως το κίνημα του Χο Τσι Μινχ ήταν πρωταρχικά εθνικό και πως ο ίδιος, με τους κατάλληλους χειρισμούς, θα μπορούσε να εξελιχθεί σε έναν ουδέτερο κομμουνιστή ηγέτη, στα πρότυπα του Τίτο. Κυριάρχησε η τάση που πρέσβευε τη θεωρία του ντόμινο, η οποία έμελλε να γίνει το δόγμα του προέδρου Eisenhower από το 1953 και να κυριαρχήσει στην εξωτερική πολιτική των Η.Π.Α. μέχρι τουλάχιστον τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Έτσι η Αμερική ενεπλάκη στο Βιετνάμ, με τη μορφή, αρχικά, της οικονομικής βοήθειας προς τους Γάλλους. Από το 1950 έως το 1954, η επίσημη οικονομική βοήθεια ανήλθε σε 1,4 δισεκατομμύρια δολάρια, ποσό που κάλυπτε περίπου το 80% του κόστους του πολέμου.

Στα μέσα του 1949, οι Γάλλοι επανέφεραν από το Χονγκ Κονγκ τον τελευταίο αυτοκράτορα Μπάο Ντάι και τον εγκατέστησαν στην εξουσία ενός «ανεξάρτητου» κράτους του Νότιου Βιετνάμ. Στις αρχές του 1950, Κίνα και Ε.Σ.Σ.Δ. αναγνώρισαν το  καθεστώς του Χο Τσι Μινχ, ενώ Η.Π.Α. και Βρετανία αναγνώρισαν το καθεστώς του Μπάο Ντάι. Όταν τον Ιούνιο άρχισε ο πόλεμος της Κορέας, η αμερικανική πολιτική συσχέτισε την Κορέα, την Ινδοκίνα -όπου τότε έκαναν την εμφάνισή τους και τα απελευθερωτικά κινήματα του Λάος και της Καμπότζης- και τη Φορμόζα (Ταϊβάν) ως τρία μέτωπα του ίδιου πολέμου, του αγώνα κατά του κομμουνισμού στη Νοτιοανατολική Ασία.

Στις αρχές του 1950, ο στρατηγός των Βιετμίνχ Βο Νγκουγιέν Γκιαπ ξεκίνησε συστηματικές επιθέσεις εναντίον θέσεων των Γάλλων στο Τονκίν. Από το φθινόπωρο και μέχρι το καλοκαίρι του 1951, άρχισε να εγκαταλείπει την τακτική του ανταρτοπόλεμου, που ακολουθούσε μέχρι τότε, και να στρέφεται περισσότερο προς στρατηγικές και πρακτικές τακτικού στρατού. Τον Δεκέμβριο του 1950, η ανάληψη της διοίκησης των γαλλικών στρατευμάτων από τον στρατηγό Jean de Lattre έδωσε μια ανάσα στους Γάλλους που μπόρεσαν να διεξαγάγουν επιτυχείς αντεπιθέσεις. (Στις 22 Δεκεμβρίου εξάλλου χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά στο Βιετνάμ οι εμπρηστικές βόμβες ναπάλμ. Οι ναπάλμ άρχισαν να χρησιμοποιούνται στα τέλη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, εναντίον της Ιαπωνίας, αλλά και στην Ευρώπη, εναντίον γερμανικών μονάδων που είχαν ήδη υπερφαλαγγιστεί κοντά στο Μπορντώ και περίμεναν να παραδοθούν στους Συμμάχους· ναπάλμ χρησιμοποιήθηκαν και στον Γράμμο, κατά τη διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου).

 Το καλοκαίρι του ’51, ο de Lattre απώθησε τους Βιετμίνχ από το Δέλτα του Κόκκινου Ποταμού και κατασκεύασε μια σειρά οχυρωματικών έργων στην περιοχή γύρω από το Ανόι και τη Χαϊφόνγκ. Η «γραμμή de Lattre» βοήθησε τους Γάλλους να κρατήσουν το Ανόι, τη Χαϊφόνγκ και το Δέλτα του Κόκκινου Ποταμού μέχρι το τέλος του πολέμου, με τίμημα όμως τη δέσμευση περισσότερου από τον μισό γαλλικό στρατό για την υπεράσπισή της. Οι ήττες των Βιετμίνχ λίγο έλειψε να στοιχίσουν στον Βο Νγκουγιέν Γκιαπ και στον Χο Τσι Μινχ την ηγεσία.

Στο τέλος του 1951, κι ενώ ο de Lattre έφευγε βαριά άρρωστος για το Παρίσι, οι Βιετμίνχ ξανάρχιζαν τις επιθέσεις, αποφεύγοντας τις συμβατικές μάχες και επιστρέφοντας στον ανταρτοπόλεμο. Το 1952 πέρασε με τους Βιετμίνχ να μην μπορούν να διασπάσουν τη γραμμή de Lattre και με τους Γάλλους να μην τολμούν να βγουν έξω από αυτήν, παρά μόνο για περιορισμένης έκτασης εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και αντεπιθέσεις.

Τον Μάιο του 1953, ο νέος διοικητής των γαλλικών δυνάμεων στρατηγός Henri Navarre πήγε στο Βιετνάμ με εντολή να επιστρέψει εντός ενός μηνός στο Παρίσι και να αναφέρει την εκτίμησή του για την κατάσταση. Η εκτίμηση του στρατηγού ήταν ότι «δεν υπάρχει περίπτωση να κερδιθεί ο πόλεμος». Κι ενώ οι Βιετμίνχ εισέβαλλαν στο Λάος και προχωρούσαν σε αγροτική μεταρρύθμιση στις περιοχές τους (κατά την οποία 15.000 γαιοκτήμονες και άλλοι αντίπαλοι καταδικάστηκαν σε θάνατο από λαϊκά δικαστήρια), ο Navarre συνέλαβε μια νέα τακτική: αποφάσισε να καταλάβει και να οχυρώσει μια ισχυρή θέση στην καρδιά της περιοχής των Βιετμίνχ, θεωρώντας ότι θα μπορέσει να τους συντρίψει καθώς θα προσπαθούν να την ανακαταλάβουν. Επέλεξε για τον σκοπό αυτό το Ντιεν Μπεν Φου, ένα μικρό χωριό στην ορεινή ζούγκλα, κοντά στα σύνορα με το Λάος. Τον Νοέμβριο του 1953, οκτακόσιοι αλεξιπτωτιστές κατέλαβαν το χωριό και άρχισαν να κατασκευάζουν αεροδιάδρομο και οχυρωματικά έργα.

Η επιλογή υπήρξε ατυχής. Η κοιλάδα του Ντιεν Μπεν Φου ήταν ευάλωτη στο βαρύ πυροβολικό – ο Navarre εκτιμούσε λανθασμένα ότι οι Βιετμίνχ είχαν μόνο ελαφρά πυροβόλα κι ότι ούτως ή άλλως βαρέα πυροβόλα δεν μπορούσαν να μεταφερθούν στα βουνά. Επιπλέον, η βλάστηση γύρω από το χωριό ήταν τόσο πυκνή, που ακόμη και από αέρος ο εχθρός δεν μπορούσε να βομβαρδιστεί, ούτε καν να εντοπιστεί.

Η πολιορκία του Ντιεν Μπεν Φου προετοιμάστηκε προσεκτικά από τον Βο Νγκουγιέν Γκιαπ και υπήρξε πραγματικός άθλος. Επιστρατεύτηκαν πολίτες ακόμη και από μακρινές περιοχές, οι οποίοι επί μήνες άνοιγαν δρόμους και τούνελ στη ζούγκλα και στα βουνά και μετέφεραν όπλα, εφόδια, ακόμη και βαρέα πυροβόλα αποσυναρμολογημένα. Οι Γάλλοι, μαθαίνοντας τις προετοιμασίες των Βιετμίνχ, έκαναν το ακόμη μεγαλύτερο λάθος να συγκεντρώσουν όσο το δυνατόν περισσότερες δυνάμεις, ελπίζοντας πως αυτή θα ήταν η τελική μάχη. Και όντως ήταν, μόνο που την έχασαν.

Όταν η πολιορκία άρχισε, στις 13 Μαρτίου του 1954, οι υπερασπιστές του Ντιεν Μπεν Φου ήταν 10.000 και οι Βιετμίνχ πενταπλάσιοι. Χρησιμοποιώντας βαρέα πυροβόλα και αντιαεροπορικά, οι πολιορκητές αχρήστευσαν τον αεροδιάδρομο. Ο διοικητής του γαλλικού πυροβολικού, που κάποτε περηφανευόταν ότι αρκούσαν τρεις βολές ενός πυροβόλου του εχθρού για να το εντοπίσει και να το καταστρέψει, απελπίστηκε τόσο πολύ με την κατάσταση, που την τρίτη μέρα της πολιορκίας αυτοκτόνησε με μια χειροβομβίδα, τινάζοντας στον αέρα και το ηθικό των πολιορκημένων.

Οι Βιετμίνχ κατέλαβαν ένα ένα τα προκεχωρημένα φυλάκια των Γάλλων και στη συνέχεια έπιασαν τα φτυάρια και δημιούργησαν έναν λαβύρινθο από τούνελ και τάφρους, πλησιάζοντας προς την κύρια θέση των Γάλλων και σφίγγοντας διαρκώς τον κλοιό.

Την 1 Μαΐου οι πολιορκημένοι είχαν μείνει χωρίς νερό και φάρμακα. Η Γαλλία απηύθυνε κατεπείγουσα έκκληση στην Ουάσινγκτον για βοήθεια. Το Πεντάγωνο εξέτασε τρεις πιθανούς τρόπους επέμβασης: την αποστολή χερσαίων δυνάμεων, έναν συντριπτικό συμβατικό βομβαρδισμό με Β-29 και τη χρήση της ατομικής βόμβας (η οποία, σύμφωνα με τον Charles Willoughby, διευθυντή του γραφείου πληροφοριών του στρατηγού Mac Arthur, θα δημιουργούσε «μια ζώνη καμένης γης, κάθετα στις λεωφόρους του κομμουνισμού, που θα ανακόψει τις ασιατικές ορδές»). Η Βρετανία, η  στενότερη σύμμαχος των Η.Π.Α., πρόβαλε αντιρρήσεις για τη χρήση ατομικής βόμβας και για τους συμβατικούς βομβαρδισμούς. (Εκείνες τις μέρες βρίσκονταν στον κόλπο του Τονκίν δύο αμερικανικά αεροπλανοφόρα, εξοπλισμένα και με ατομικά όπλα· όταν ο υπουργός Εξωτερικών των Η.Π.Α. John Foster Dulles έκανε λόγο στον Γάλλο ομόλογό του Georges Bidault για τη βόμβα, εκείνος του επισήμανε το επιπλέον πρόβλημα ότι σε μια μάχη εκ του σύνεγγυς η ατομική βόμβα θα σκότωνε και τους πολιορκημένους Γάλλους). Ο Eisenhower απέρριψε την εκδοχή της αποστολής χερσαίων δυνάμεων, φοβούμενος ενδεχόμενες υψηλές απώλειες αλλά και τις αντιρρήσεις του Κογκρέσου. Οι Γάλλοι έμειναν αβοήθητοι στο Ντιεν Μπεν Φου και μία εβδομάδα αργότερα, στις 7 Μαΐου, παραδόθηκαν στους Βιετμίνχ. Οι αιχμάλωτοι αναγκάστηκαν να περπατήσουν μέχρι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, πεντακόσια μίλια μακριά. Στη διάρκεια αυτής της πορείας, που κράτησε εξήντα μέρες, πέθαναν σχεδόν οι μισοί.

Το επόμενο πρωί, άρχισαν οι συνομιλίες στη Γενεύη. Συμμετείχαν εκπρόσωποι των Βιετμίνχ και του Μπάο Ντάι, των Η.Π.Α., της Βρετανίας, της Κίνας, της Ε.Σ.Σ.Δ., της Γαλλίας, του Λάος και της Καμπότζης. Τον Ιούλιο συμφωνήθηκε η κατάπαυση του πυρός και η πλήρης ανεξαρτησία της Ινδοκίνας. Το Βιετνάμ χωρίστηκε σε Βόρειο και Νότιο, με όριο τον 17ο παράλληλο. Επί έναν χρόνο τα σύνορα ήταν ανοιχτά· 100.000 Βιετμίνχ πέρασαν στο βόρειο τμήμα, ενώ στο Νότιο Βιετνάμ κατέβηκαν περίπου 900.000 πολίτες, καθολικοί ως επί το πλείστον. Δημοψήφισμα για την επανένωση της χώρας προβλεπόταν για τον Ιούλιο του 1956. Στην πραγματικότητα όμως, το μόνο βέβαιο ήταν η οριστική αποχώρηση των Γάλλων από την Ινδοκίνα· κατά τα άλλα, η ανακωχή της Γενεύης δεν αποτελούσε παρά μία ανάπαυλα ανάμεσα στους δύο πολέμους του Βιετνάμ – ανάμεσα στους δύο συμβατικούς πολέμους, γιατί ο ανορθόδοξος πόλεμος των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών δεν σταμάτησε ποτέ.

Τον Νοέμβριο του 1951, ο νεαρός J. F. Kennedy, μέλος του Κογκρέσου με το κόμμα των Δημοκρατικών, κατά την επίσκεψή του στο Βιετνάμ είχε δηλώσει: «Στην Ινδοκίνα έχουμε εμπλακεί με την απελπισμένη προσπάθεια της γαλλικής κυβέρνησης να συγκρατήσει τα απομεινάρια μιας αυτοκρατορίας». Δώδεκα χρόνια αργότερα, στις 2 Σεπτεμβρίου του 1963, ως πρόεδρος των Η.Π.Α., μιλούσε πάλι για το Βιετνάμ – μόνο που τώρα θύμιζε πιο πολύ τον προκάτοχο του Eisenhower: «Αν αποσυρθούμε από το Βιετνάμ, τη χώρα θα την ελέγχουν οι κομμουνιστές. Σύντομα θα πέσει κι η Ταϊλάνδη, η Καμπότζη, το Λάος και η Μαλαισία».

Για περισσότερο από δύο δεκαετίες, η αμερικανική πολιτική στη Νοτιοανατολική Ασία βασιζόταν στη θεωρία του ντόμινο· κι όμως, φαίνεται ότι ακόμη και στο κλίμα της εποχής του Ψυχρού Πολέμου, η θεωρία του ντόμινο και η εκπορευόμενη από αυτήν πολιτική δεν ήταν αναπόφευκτη. Υπήρχαν σε όλα τα επίπεδα -πολιτικό, στρατιωτικό, μυστικών υπηρεσιών- απόψεις και στρατηγικές που εξυπηρετούσαν το ίδιο πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο, αλλά ενδεχομένως με τρόπο πιο ρεαλιστικό. Το 1945, ένας πράκτορας του O.S.S. στο Βιετνάμ έγραφε στην αναφορά του: «Ο Χο Τσι Μινχ είναι η πιο ισχυρή και, κατά πάσα πιθανότητα, η πιο ικανή προσωπικότητα στην Ινδοκίνα και […] οποιαδήποτε προτεινόμενη λύση δεν τον λαμβάνει υπ’ όψιν […] θα έχει αβέβαιη έκβαση».

Στα χρόνια του Kennedy ενισχύθηκε η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο Βιετνάμ· ο Kennedy δολοφονήθηκε στις 22 Νοεμβρίου 1963, είκοσι μέρες μετά την ανατροπή -υπό τις ευλογίες της C.I.A.- και την εκτέλεση του Νγκο Ντιν Ντιεμ. Ο πόλεμος που ακολούθησε (1964-1975) έμελλε να στοιχίσει τη ζωή σε 60.000 αμερικανούς στρατιώτες, σε περισσότερους από 1.000.000 βιετναμέζους στρατιώτες και αμάχους, και να καταλήξει σε μια ήττα με πολλές και ποικίλες συνέπειες για τις Η.Π.Α. Η Σαϊγκόν ονομάστηκε Πόλη του Χο Τσι Μινχ· η θεωρία του ντόμινο, ωστόσο, δεν επαληθεύτηκε.

Ο ήσυχος, ο ανήσυχος και ο άσχημος

 

«Κόκκινη βόμβα διαλύει το κέντρο της Σαϊγκόν», ήταν ο πηχυαίος πρωτοσέλιδος τίτλος των New York Times, στις 10 Ιανουαρίου του 1952. Το άρθρο του Tillman Durdin, ανταποκριτή των Times στη Σαϊγκόν ο οποίος συνεργαζόταν στενά με τους αμερικανούς πράκτορες, θεωρούσε την έκρηξη ως «ένα από τα πιο εντυπωσιακά και καταστροφικά επεισόδια στη μακρά ιστορία της επαναστατικής τρομοκρατίας, έργο των εδώ πρακτόρων των Βιετμίνχ». Στις 28 του ίδιου μήνα, το περιοδικό Life δημοσίευε την ανατριχιαστική φωτογραφία ενός άντρα που η βίαιη έκρηξη του είχε κόψει τα πόδια και τον είχε αφήσει όρθιο στο πεζοδρόμιο· η λεζάντα της «Φωτογραφίας της εβδομάδας» καλούσε τους αναγνώστες να δουν τα φοβερά αποτελέσματα της κομμουνιστικής τρομοκρατίας.

Ο Γκράχαμ Γκρην, που βρισκόταν τότε στη Σαϊγκόν, γράφει στο αυτοβιογραφικό Ways of Escape (1980): «Ο φωτογράφος του Life είχε πάρει τόσο καλή θέση, που μπόρεσε να τραβήξει μια εκπληκτική και τρομακτική φωτογραφία ενός οδηγού τρισώ, ο οποίος στεκόταν ακόμη όρθιος, ενώ τα πόδια του είχαν κοπεί… Η φωτογραφία αυτή αναδημοσιεύτηκε σε ένα αμερικάνικο προπαγανδιστικό έντυπο που εκδόθηκε στη Μανίλα με τίτλο “Τα έργα του Χο Τσι Μινχ”».

Λίγους μήνες μετά την έκρηξη στην Place Garnier και τις βόμβες στα ποδήλατα, ο Γκρην άρχισε να γράφει τον Ήσυχο Αμερικάνο. Ο Γκρην, που κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου είχε εργαστεί στην MI6, τη βρετανική μυστική υπηρεσία (και μάλιστα, με προϊστάμενο τον περίφημο Kim Philby· ο Γκρην είχε δηλώσει δημοσίως ισόβιος φίλος του Philby, ο οποίος προκάλεσε το μεγαλύτερο κατασκοπικό σκάνδαλο στη μεταπολεμική Ευρώπη το 1963, όταν αποκαλύφθηκε ότι ήταν πράκτορας των Ρώσων και κατέφυγε στην Ε.Σ.Σ.Δ.), χρησιμοποίησε τις επαφές του με τις γαλλικές υπηρεσίες για να ερευνήσει το θέμα των βομβιστικών ενεργειών στη Σαϊγκόν. Την ευθύνη είχε αναλάβει σε μια ραδιοφωνική εκπομπή ο στρατηγός Τριν Μιν Τε, αξιωματικός του στρατού της θρησκευτικής μειονότητας των καονταϊστών, ο οποίος τον Ιούνιο του 1951 αυτονομήθηκε και βγήκε στο βουνό με 2.000 άντρες, αποφασισμένος να πολεμήσει και τους Γάλλους και τους κομμουνιστές. Ύστερα από τις έρευνές του, ο Γκρην κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι Αμερικανοί είχαν βρει στο πρόσωπο του στρατηγού Τε τον κατάλληλο άνθρωπο που θα ενσάρκωνε την «Τρίτη Δύναμη», που θα πολεμούσε, δηλαδή, τόσο τους παλιούς αποικιοκράτες όσο και τους κομμουνιστές, εξυπηρετώντας έτσι και τα συμφέροντα των νεοφερμένων στην περιοχή Αμερικανών.

Γεγονός είναι πως η πολιτική της «Τρίτης Δύναμης» αποτέλεσε τη βάση της στρατηγικής των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, τόσο στο Βιετνάμ όσο και σε άλλες περιπτώσεις. Επίσης γεγονός είναι ότι οι βομβιστικές επιθέσεις στη Σαϊγκόν πραγματοποιήθηκαν σε μια περίοδο που τα αμερικανικά Μ.Μ.Ε. καλλιεργούσαν στην κοινή γνώμη τον τρόμο για την «κομμουνιστική επέλαση» στη Νοτιοανατολική Ασία, ενώ η κυβέρνηση των Η.Π.Α. αύξανε με γοργούς ρυθμούς τα κονδύλια που διέθετε για την αντιμετώπιση της «ερυθράς απειλής». Μέχρι σήμερα, ωστόσο, αν και έχουν αποδειχτεί οι επαφές των αμερικανών πρακτόρων στο Βιετνάμ με τον στρατηγό Τε, δεν έχουν έρθει στο φως ατράνταχτες αποδείξεις ότι οι βόμβες κατασκευάστηκαν με αμερικανικά υλικά και τοποθετήθηκαν καθ’ υπόδειξιν των Αμερικανών. Σίγουρα αυτή είναι η εκδοχή που ψιθυριζόταν τότε στη Σαϊγκόν, όχι μεταξύ των κομμουνιστών, αλλά μεταξύ των Γάλλων πρακτόρων και διπλωματών.

Ο στρατηγός Τε χρησιμοποιήθηκε από τους Αμερικανούς για τον έλεγχο της Σαϊγκόν στα τέλη του 1954, την κρίσιμη στιγμή κατά την οποία οι Γάλλοι αποχωρούσαν οριστικά πια από την Ινδοκίνα. Στη 1 Ιουνίου, ενώ δεν είχε κλείσει μήνας από την ήττα των Γάλλων στο Ντιεν Μπεν Φου κι ενώ βρίσκονταν ακόμη εν εξελίξει οι διαπραγματεύσεις της Γενεύης, κατέφτασε στη Σαϊγκόν ο Edward Lansdale, σμήναρχος της Αεροπορίας των Η.Π.Α. και πράκτορας της C.I.A. Αποστολή του ήταν να προετοιμάσει το δρόμο προς την εξουσία του Νγκο Ντινχ Ντιεμ, του καθολικού μανδαρίνου ο οποίος ήταν επικεφαλής της προπολεμικής κυβέρνησης υπό τον αυτοκράτορα Μπάο Ντάι και ο οποίος, με την εισβολή των Ιαπώνων το 1940, είχε καταφύγει στο Νιου Τζέρσεϋ. Ο Lansdale λοιπόν χρησιμοποίησε τον στρατηγό Τε για να ελέγξει τη Σαϊγκόν· οι ξυπόλητοι στρατιώτες του στρατηγού παρήλασαν περήφανοι στη Σαϊγκόν ως απελευθερωτές και, λίγο αργότερα, ο Τε δολοφονήθηκε από ελεύθερο σκοπευτή – ο δράστης παραμένει άγνωστος.

Από το 1955, που κυκλοφόρησε ο Ήσυχος Αμερικάνος, πολλοί θεώρησαν ότι ο χαρακτήρας του Πάιλ στηρίζεται στον Edward Lansdale. Ο Γκράχαμ Γκρην το διέψευσε κατ’ επανάληψη. Ο Edward Lansdale είναι θρυλική φυσιογνωμία στην ιστορία των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών. Γεννημένος στο Ντιτρόιτ το 1908, υπηρέτησε κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο O.S.S. Το τέλος του πολέμου τον βρήκε στις Φιλιππίνες, όπου επέστρεψε το 1950, κατόπιν αιτήματος του προέδρου Elpidio Quirino, για να τον βοηθήσει στην πάταξη της κομμουνιστικής εξέγερσης. Το 1953 εστάλη για ένα σύντομο διάστημα στο Βιετνάμ, όπου επέστρεψε ως επικεφαλής μιας ομάδας δώδεκα πρακτόρων τον Ιούνιο του 1954. Μαζί του έφερε φιλιππινέζους κομάντος, που θα ενεργούσαν στις περιοχές των Βιετμίνχ ως αντικομμουνιστές αντάρτες· το σχέδιο όμως αυτό απέτυχε, καθώς οι περισσότεροι συνελήφθησαν αμέσως και κατέληξαν στα λαϊκά δικαστήρια του Βόρειου Βιετνάμ.

Ειδικότητα του Lansdale ήταν ο ψυχολογικός πόλεμος (στην ορολογία των μυστικών υπηρεσιών: psy ops, που σημαίνει psychological operations). Με έντεχνη διασπορά ειδήσεων και με τις κατάλληλες προβοκάτσιες, προσπαθούσε να δημιουργεί εντυπώσεις ικανές να επηρεάσουν συμπεριφορές και εξελίξεις. Μεταξύ των επιχειρήσεων του Edward Lansdale στο Βιετνάμ ήταν η προσπάθεια να πείσει τη βιετναμέζικη κοινή γνώμη ότι κινέζοι κομμουνιστές βίαζαν και δολοφονούσαν αθώες βιετναμεζοπούλες. Ένα άλλο σχέδιο, στο οποίο διέθεσε αρκετό χρόνο και χρήματα, ήταν η προσπάθεια να πείσει τους καθολικούς του Τονκίν ότι κινδύνευαν από τους κομμουνιστές, με την ελπίδα ότι οι καθολικοί που θα μετανάστευαν στον νότο θα ψήφιζαν υπέρ του ομοθρήσκου τους (και εκλεκτού των Η.Π.Α.) Νγκο Ντιν Ντιεμ και όχι υπέρ της επιστροφής του Μπάο Ντάι, στο δημοψήφισμα του Οκτωβρίου του 1955. (Δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουμε κατά πόσον οι 900.000 καθολικοί που μετανάστευσαν στο Νότιο Βιετνάμ το καλοκαίρι του 1956 πείστηκαν από την εκστρατεία του αμερικανού πράκτορα και κατά πόσον όντως απειλήθηκαν από τους Βιετμίνχ, πράγμα διόλου απίθανο).

Ούτως ή άλλως, οι καθολικοί δεν ήταν πάνω από το 10% των βιετναμέζικου πληθυσμού (αν και ο Lansdale φρόντιζε να δίνεται στη διεθνή κοινή γνώμη η εντύπωση ότι το Βιετνάμ κατοικείται σχεδόν εξ ολοκλήρου από καθολικούς), ο δε Νγκο Ντιν Ντιεμ, άνθρωπος ασήμαντος, διεφθαρμένος και ανελέητος, δεν είχε το παραμικρό στήριγμα. Στο δημοψήφισμα του Οκτωβρίου του 1955, χρησιμοποιήθηκαν -κατόπιν υποδείξεως του Edward Lansdale- κόκκινα ψηφοδέλτια για τον Ντιεμ και πράσινα για τον Μπάο Ντάι· στο Βιετνάμ, το κόκκινο χρώμα φέρνει καλή τύχη, ενώ το πράσινο θεωρείται γρουσούζικο. Οι συνεργάτες του Νγκο Ντιν Ντιεμ περίμεναν τους ψηφοφόρους στα εκλογικά τμήματα και τους έλεγαν να πετάξουν το πράσινο στα σκουπίδια και να ρίξουν το κόκκινο στην κάλπη. Όποιος δεν συμμορφωνόταν, ξυλοφορτωνόταν.

Την επομένη των εκλογών, ο Ντιεμ ανακοίνωσε στους αμερικανούς συμβούλους του ότι είχε αποσπάσει του 98,2% των ψήφων. Ο Lansdale τον συμβούλευσε να ανακοινώσει ένα ποσοστό γύρω στο 70%, μήπως και γίνει πιστευτός. Δεν εισακούστηκε, και ουδείς πίστεψε ότι το αποτέλεσμα των εκλογών ήταν γνήσιο.

Παρ’ όλα αυτά, η C.I.A. και ο Edward Lansdale επέμειναν στη στήριξη του Νγκο Ντιν Ντιεμ. Με τη βοήθειά τους, ο καθολικός μανδαρίνος αντιμετώπισε αρκετά πραξικοπήματα και εξεγέρσεις εναντίον του και κατόρθωσε να υποτάξει τις συμμορίες της Σαγκάης, τους Μπιν Σουγιέν και τους Χόα Χάο, που το 1956 σχημάτισαν μαζί με τους Κάο Ντάι το Εθνικό Μέτωπο και ήρθαν σε ανοιχτή σύγκρουση με τον Ντιεμ, με αποτέλεσμα όλες αυτές οι ομάδες να μείνουν ακέφαλες (κυριολεκτικά· ο Ντιεμ αποκεφάλισε τους αρχηγούς τους στη γκιλοτίνα που είχε μείνει στη Σαϊγκόν από την εποχή των Γάλλων). Ο Lansdale ακόμη φρόντιζε για την εικόνα του καθεστώτος Ντιεμ στο εξωτερικό, «μαγειρεύοντας» τα στατιστικά έτσι ώστε να παρουσιάσει το «οικονομικό θαύμα» του Βιετνάμ – ενώ, στην πραγματικότητα, μεγάλο μέρος της οικονομικής βοήθειας των Η.Π.Α. πήγαινε στις τσέπες του Ντιεμ και των αξιωματούχων του.

Ο Edward Lansdale έφυγε από το Βιετνάμ το 1957 με μετάθεση για το υπουργείο Αμύνης. Έκτοτε κατείχε διάφορες ευαίσθητες θέσεις, ενώ ο πρόεδρος J. F. Kennedy του είχε ιδιαίτερη αδυναμία και τον συμβουλευόταν διαρκώς για το Βιετνάμ και την Κούβα. (Ένα από τα σχέδια που πρότεινε ο Lansdale μετά την οικτρή αποτυχία της C.I.A. στον Κόλπο των Χοίρων τον Απρίλιο του 1961, ήταν να βομβαρδιστεί η Κούβα με την φωτογραφία -προϊόν φωτομοντάζ, προφανώς- του Φιντέλ Κάστρο αγκαλιά με δύο αιθέριες υπάρξεις μπροστά σε ένα πλουσιοπάροχα στρωμένο τραπέζι). Το 1965, έναν χρόνο και λίγους μήνες μετά την ανατροπή και την εκτέλεση του Νγκο Ντιν Ντιεμ από τον επόμενο εκλεκτό της C.I.A. (1-11-1963), ο Lansdale επέστρεψε στο Βιετνάμ για δύο χρόνια. Το 1968 συνταξιοδοτήθηκε και πέθανε το 1987.

Ο Edward Lansdale, άνθρωπος ιδιόρρυθμος, πρωτότυπος και αντισυμβατικός (και γραφικός, για τους αντιπάλους του στον χώρο των μυστικών υπηρεσιών και της διπλωματίας), θεωρείται πρωτοπόρος στον χώρο των μυστικών υπηρεσιών και υπήρξε ο εμπνευστής και πρώτος διδάξας αρκετών πρακτικών.

Ο David Halberstam, στο βιβλίο του The Best and the Brightest (1969), γράφει σχετικά με τον Lansdale και την εκτίμηση που έτρεφε γι’ αυτόν ο Kennedy:

Οι πρώτες προειδοποιήσεις για το Βιετνάμ ακούστηκαν τον Ιανουάριο του 1961 και προέρχονταν από την πιο παράξενη προσωπικότητα της κυβέρνησης των Η.Π.Α. Θα έλεγε κανείς ότι ο Ed Lansdale […] ήταν η ψυχροπολεμική εκδοχή του Καλού Παιδιού, ο Αμερικάνος που είχε τη δυνατότητα να κατανοεί τις τοπικές συνθήκες και τον τοπικό εθνικισμό.

Ο Lansdale θεωρούσε ότι οι Αμερικανοί πρέπει να κερδίσουν «την καρδιά και το μυαλό» των -εκάστοτε- ντόπιων, να γνωρίσουν και να σεβαστούν τα έθιμα και τη νοοτροπία τους, με λίγα λόγια να τους γίνουν συμπαθείς, προκειμένου να κερδίσουν με το μέρος τους τον τοπικό εθνικισμό και να καταφέρουν να τον ενισχύσουν ούτως ώστε να αντιμετωπίσει με τις δικές του πια δυνάμεις τον κομμουνισμό. Βεβαίως, κάτι τέτοιο προϋποθέτει αφενός ότι προσεγγίζεις τον τοπικό πολιτισμό χωρίς προκατασκευασμένες ιδέες, αφετέρου ότι οι ντόπιοι θέλουν όντως να σωθούν από τον κομμουνισμό· υπ’ αυτήν την έννοια, δεν είναι καθόλου παράλογος ο συσχετισμός του Edward Lansdale με τον Πάιλ.

Ο Bruce Franklin, σε άρθρο του με τίτλο «By the Bomb’s Early Light; Or, The Quiet American’s War on Terror» (The Nation, 3-2-2003), υποστηρίζει ότι:

Οι συζητήσεις σχετικά με το ποιος ακριβώς πράκτορας των Η.Π.Α. είναι το μοντέλο στο οποίο βασίστηκε ο χαρακτήρας του ήσυχου αμερικάνου αγνοούν το πιο ουσιαστικό: ο ήσυχος αμερικάνος του Γκρην είναι το αρχέτυπο του αμερικάνου τρομοκράτη. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, π.χ., όποτε ρωτούσα τους φοιτητές μου στο μάθημα «Αμερική και Βιετνάμ» ποιος τους έρχεται στο μυαλό όταν προσπαθούν να φανταστούν τον Όλντεν Πάιλ, μου απαντούσαν εν χορώ: «Ο Όλιβερ Νορθ».

(Πρόκειται βεβαίως για τον πρωταγωνιστή του σκανδάλου που έμεινε γνωστό ως «Ιράνγκεϊτ» τη δεκαετία του 1980, τον ακροδεξιό χριστιανό αντισυνταγματάρχη με το τόσο συμπαθητικό και αθώο πρόσωπο).

Το όνομα του Lansdale έχει συνδεθεί και με άλλα βιβλία, εκτός από τον Ήσυχο Αμερικάνο. Το 1998, ο Cecil B. Currey αντέστρεψε τον τίτλο του Γκρην, δημοσιεύοντας τον Ανήσυχο Αμερικάνο (Edward Lansdale: The Unquiet American), μια βιογραφία, βασισμένη σε συνεντεύξεις με τον Lansdale από τα τελευταία χρόνια της ζωής του, που τον παρουσιάζει ως ήρωα. Εξωραϊστικό είναι το πορτρέτο του Lansdale και στον Άσχημο Αμερικάνο των William J. Lederer και Eugene Burdick (The Ugly American, 1958). Στο βιβλίο αυτό, που έγινε best seller, παρουσιάζονται -με στοιχειώδεις μυθοπλαστικές συμβάσεις- κατά τρόπο κωμικό οι γκάφες των αμερικανών πρακτόρων, η αλαζονεία και η αφέλειά τους, που τους αποξενώνουν από τον τοπικό πληθυσμό. Εξαιρείται ένας πράκτορας, ο Edwin Hillandale (ναι, για τον Lansdale πρόκειται), που είναι φιλικός με τους ιθαγενείς, γυρνάει στα χωριά, κάθεται μαζί τους και παίζει φυσαρμόνικα κ.λπ. Η εξαίρεση βεβαίως εξηγείται από την προσωπική σχέση του Lansdale με τον Lederer, αξιωματικό της υπηρεσίας πληροφοριών του Ναυτικού των Η.Π.Α. Η έκφραση «άσχημος αμερικάνος» έχει μείνει παροιμιώδης από το 1958, και σημαίνει είτε τους πράκτορες, με τον τρόπο που τους περιγράφει το βιβλίο, είτε γενικότερα τους αμερικανούς αξιωματούχους και γραφειοκράτες του εξωτερικού με αλαζονική και βλακώδη συμπεριφορά, είτε, τέλος, οποιονδήποτε αμερικανό ταξιδεύει εκτός Η.Π.Α. και ξεχωρίζει σαν τη μύγα μες στο γάλα, εξαιτίας της αφέλειας και της αμορφωσιάς του· στην ομώνυμη κινηματογραφική ταινία του 1963 του George Englund, τον Άσχημο Αμερικάνο ενσαρκώνει ο Marlon Brando.

Σύμφωνα με τον ίδιο τον Γκράχαμ Γκρην, από όλα του τα μυθιστορήματα ο Ήσυχος Αμερικάνος είναι εκείνο που βρίσκεται πιο κοντά στα πραγματικά ιστορικά γεγονότα. Η ομώνυμη ταινία του Philip Noyce (με τον Michael Caine στον ρόλο του Φάουλερ, τον Brendan Fraser ως Πάιλ και την Do Hai Yen ως Φουόνγκ) είναι, με τη σειρά της, εξαιρετικά πιστή στο βιβλίο και ακόμη πιο πιστή στα ίδια τα γεγονότα. (Ακούγονται δύο εκρήξεις, όπως έγινε στην πραγματικότητα· ακόμη, δεν λείπει η λεπτομέρεια του φωτογράφου, τον οποίο η ταινία δείχνει να τραβά φωτογραφίες καθ’  υπόδειξιν του Πάιλ). Η πρεμιέρα της ταινίας, προγραμματισμένη αρχικά για τον Σεπτέμβριο του 2001, αναβλήθηκε μετά την τρομοκρατική ενέργεια της 11ης Σεπτεμβρίου, καθώς η εποχή θεωρήθηκε ακατάλληλη για ταινία με θέμα αντιαμερικανικό· χρειάστηκε να πιέσει ο Michael Caine την εταιρεία Miramax για να ξεκινήσει η ταινία στις αρχές του 2003.

Η ταινία του Noyce, ωστόσο, δεν είναι η πρώτη που βασίζεται στο βιβλίο του Γκρην. Είχε προηγηθεί η ομώνυμη ταινία του Joseph Mankiewicz το 1958, η οποία έχει τη δική της ενδιαφέρουσα ιστορία. Τον Μάρτιο του 1956, μόλις ο Mankiewicz αγόρασε τα δικαιώματα του βιβλίου, έλαβε μια επιστολή από τη Σαϊγκόν, γραμμένη από -ποιον άλλο;- τον σμήναρχο Edward Lansdale, με αναλυτικές οδηγίες σχετικά με το πώς έπρεπε να γυρίσει την ταινία. Ο Lansdale, παρόλο που παραδεχόταν ότι ο στρατηγός Τριν Μιν Τε είχε βάλει τις βόμβες και είχε αναλάβει την ευθύνη γι’ αυτές σε μια ραδιοφωνική εκπομπή, διαβεβαίωνε τον Mankiewicz ότι «είναι ζήτημα εάν ένας ή δύο εν ζωή Βιετναμέζοι γνωρίζουν την αλήθεια, κι αυτοί σίγουρα δεν θα την πούνε σε κανέναν» και τον προέτρεπε να βοηθήσει ώστε «να αποκαλυφθεί τελικά ότι το έκαναν οι κομμουνιστές, οι οποίοι ευθύνονται μέχρι και για την πλαστή ραδιοφωνική εκπομπή».

Ο Mankiewicz πράγματι γύρισε την ταινία· για τα γυρίσματα στο Βιετνάμ φρόντισαν οι άνθρωποι του Ντιεμ, και η ταινία ήταν αφιερωμένη σε αυτόν. Τον «Αμερικάνο» (δεν έχει όνομα στην ταινία) παίζει ο Audie Murphy, ο ήρωας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου με το συμπαθητικό πρόσωπο, ο οποίος τιμήθηκε με τα περισσότερα παράσημα που είχε ποτέ τιμηθεί απλός στρατιώτης και μετά έγινε πρωταγωνιστής του Χόλιγουντ. Ο Αμερικάνος είναι απλός, αθώος και ηρωικός. Στη σκηνή της έκρηξης, καταφτάνει με ένα ασθενοφόρο της «Χριστιανικής Αποστολής των Ηνωμένων Πολιτειών» για να φροντίσει τους τραυματίες. Ο Φάουλερ (Michael Redgrave), ο οποίος, καθ’ υπόδειξιν του Lansdale, παρουσιάζεται ως καρικατούρα του Γκράχαμ Γκρην, στέκεται ανάμεσα στα πτώματα και κατηγορεί τον Αμερικάνο ότι έχει σχέση με την έκρηξη (διότι τον μεθύστακα Εγγλέζο τον έχουν πιάσει κορόιδο οι κομμουνιστές). Ο Αμερικάνος, αγανακτισμένος, φωνάζει στον Φάουλερ: «Επιτέλους, για πρώτη φορά στη ζωή σου σκάσε και κοίτα να βοηθήσεις κανέναν άνθρωπο!» Αργότερα, ο Αμερικάνος θα προσπαθήσει άλλη μια φορά να πείσει τον Φάουλερ ότι η οδός του δικαίου και της αλήθειας είναι η Τρίτη Δύναμη (κοντολογίς, ο Νγκο Ντιν Ντιεμ): «Γνώρισα έναν πολύ σημαντικό Βιετναμέζο, που ζούσε εξόριστος στο Νιου Τζέρσεϋ. Αν όλα πάνε καλά, αν το Βιετνάμ γίνει ανεξάρτητη δημοκρατία, ο άνθρωπος αυτός θα είναι ο ηγέτης του». 

 

 

Ο Γκράχαμ Γκρην είχε υπερασπιστεί το βιβλίο του, τόσο απέναντι στους αμερικανούς κριτικούς, όσο και απέναντι στην ταινία του Mankiewicz. Την είχε χαρακτηρίσει «δείγμα πολιτικής αθλιότητας» και είχε προβλέψει ότι το βιβλίο θα επιβίωνε «μερικά χρόνια περισσότερο απ’ ό,τι η ασυνάρτητη ταινία του κυρίου Mankiewicz». Και σε αυτό το σημείο, ο Γκράχαμ Γκρην αποδείχτηκε προφητικός.

 

 

 

 


*  Στη βιετναμέζικη γραφή, το -nh- χρησιμοποιείται για να αποδώσει τον φθόγγο ο οποίος στα γαλλικά και τα ιταλικά αποδίδεται με το -gn- και στα ισπανικά με το -ñ- (προφανώς αυτό οφείλεται στις πορτογαλικές καταβολές του quôc-ngu). Στα ελληνικά ο ήχος αυτός δεν μπορεί να αποδοθεί γραπτώς, κι έτσι στη μεταγραφή των ονομάτων και των τοπωνυμίων στην παρούσα μετάφραση αποδόθηκε ως -ν-. Εξαιρέθηκαν ωστόσο, και αποδόθηκαν στα ελληνικά με την παραδοσιακή τους γραφή, τα γνωστά ονόματα Χο Τσι Μινχ και Βιετμίνχ.


Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: