Ξέρω τι έκανες χθες βράδυ

Ο αρχισυντάκτης μας Mr. Shinecast οραματιζόμενος

Ο αριχυντάκτης μας Mr. Shinecast έχει δυσπεψία. Ακόμα να χωνέψει την πρόσφατη εξάρα από τον Ολυμπιακό. Από τη βαρυστομαχιά, βλέπει οράματα. Τα μοιράστηκε μαζί μας. Αποκαλύπτουμε κατ’ αποκλειστικότητα τι κάνουν και τι σκέφτονται το βράδυ στο σπίτι τους σημαίνουσες προσωπικότητες της πολιτικής.

«Έχω ένα κενό εδώ», είπε ο Θεόδωρος ο Αντιπρόεδρος. «Να χτυπάγαμε καμιά μακαροναδίτσα;» Η γυναίκα του τον κοίταξε αυστηρά. «Αμάν, ρε μωρό μου… Δεν είπαμε να κάνεις δίαιτα; Φάε ένα γιαουρτάκι». Αμέσως δαγκώθηκε. Είχε πει τη λάθος λέξη. Ο Θεόδωρος της έριξε ένα φονικό βλέμμα και αποσύρθηκε στο γραφείο του. Τακ τακ τακ, ακούστηκε το πληκτρολόγιο. «Ο ΣΥΡΙΖΑ πληρώνει τη γυναίκα μου για να με ξεκάνει», έγραφε η ανακοίνωση. «Για ό,τι πάθω, θα φταίει ο Τσίπρας».

Ο Γιώργος ο Υπουργός δεν μπορούσε να χαλαρώσει. Είχε πετάξει τα παπούτσια και τη γραβάτα, είχε αράξει στον καναπέ και χάζευε ράδιο Αρβύλα, αλλά τίποτα. Το μυαλό του ήταν κολλημένο στα δις που του λείπανε. Άθροιζε νοερά λιμάνια, νοσοκομεία, νησιά, αρχαίους ναούς – αλλά η σούμα δεν του έβγαινε. Αφηρημένος, πήρε ένα περιοδικό από το τραπεζάκι. Πάνω πάνω έτυχε να βρίσκεται το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ. Ο Γιώργος χαμογέλασε. «Τι μαλακίες…» μουρμούρισε ξεφυλλίζοντας. «Άκου “αειφόρος ανάπτυξη…” Μα πού του ήρθε…» Ξαφνικά, στο μυαλό του άστραψε μια ιδέα. Πετάχτηκε όρθιος, έτρεξε στη βιβλιοθήκη και πήρε το Λεξικό του Σταματάκου. «Αεί (χρονικόν επίρρημα): πάντα, πάντοτε». Πέταξε το Λεξικό κι πήρε ενθουσιασμένος το τηλέφωνο: «Έλα πρόεδρε! Το βρήκα! Καινούριος φόρος! Έχω μια γαμάτη ιδέα… Τι; Όχι, όχι, περίμενε… Δεν είναι κόντρα στις εξαγγελίες μας… “Αειφόρος” θα λέγεται… Τι; Όχι, όχι ΆιΦόουν, ρε συ, “Αειφόρος” λέμε! Ναι, ναι, από το πρόγραμμά μας είναι… Σημαίνει στα ελληνικά “παντοντινός φόρος”. Τι; Δεν ακούς; Έλα; Έλα, Πρόεδρε! Δεν κατάλαβες; Α-ει-φό-ρος! Πώς να στο πω, “ταξ φορέβερ”, ρε Πρόεδρε!»

Η Φωτεινή η Δημοτική Σύμβουλος ανέβαινε αργά την οδό Ηπείρου. Έπεφτε το σούρουπο, και βιαζόταν να βγει στον πολιτισμό. Ξαφνικά, στη γωνία με την Πατησίων, την πήρε μια αφόρητη μπόχα. Πιφ! Η Φωτεινή σούφρωσε τη μύτη και κοίταξε γύρω της. Η μυρωδιά ερχόταν από τη βίλα Υπατία. Τόσος καιρός πήγαινε που είχαν φύγει από μέσα αυτοί οι μαυριδεροί, και δεν είχε φιλοτιμηθεί ένας χριστιανός να πάει να σφουγγαρίσει. Τι κρίμα, ένα τόσο όμορφο νεοκλασικό… Η Φωτεινή στενοχωριόταν φοβερά. Ούτε καν δηλώσεις δεν ήθελε να κάνει για αυτό το θέμα: «Μετανάστες σε νεοκλασικό» – τόσο πολλά συρριστικά σύμφωνα μαζεμένα σε μία φράση…

Ο Νίκος ο Μανιάτης ο Δημοτικός Σύμβουλος σκεφτόταν τι να πει αύριο στους συμβασιούχους. Ήταν μεγάλη ευκαιρία, αλλά και πρόκληση. Εντάξει, τα άλλα, τα εθνικά, τα έπαιζε στα δάχτυλα. Αφελληνισμός, ισλαμικός κίνδυνος, νοικοκυραίοι, ασφάλεια, τάξις – αυτά τα ήξερε νεράκι. Τώρα όμως έπρεπε να πει κάτι διαφορετικό. Το ήθελε το χειροκρότημα, το χρειαζόταν. Άσε που εκεί θα είχε και γκομενάκια. Στη δική του την οργάνωση, ήταν όλο αντρίλα. «Κάτσε, ρε γαμώτο, πώς τα λένε αυτοί οι αριστεροί, είναι καλοί σε αυτά… Λοιπόν, να μην ξεχάσω να πω για αγώνα. Α, και η δικαίωση παίζει. Δίκιο γενικά, να βάλω μπόλικο. Δίκαια αιτήματα. Ναι, οκ. Α, και βέβαια, να μην ξεχάσω να πω τη λέξη… αν και ίσως το παρατραβάω… Όχι, όχι! Θα το πω! Μπορώ! Κα… Κα… Κατάληψη! Γιεςςςςςς….»

Ο Παναγιώτης ο Μπολσεβίκος φυσούσε και ξεφυσούσε. Έσφιγγε τα δόντια, σούφρωνε τα χείλη, έβγαζε τη γλώσσα, έγερνε το κεφάλι, έσφιγγε το μολύβι στο χέρι και γρατζουνούσε το χαρτί με μανία, ενώ έσταζε ο ιδρώτας ανάμεσα στα κολυβογράμματα. «Ντας… Ντας Κα… Καπ… Ντας Καπιτάλ…», μουρμούρισε. Ωραία, δική του ιδέα ήταν να ξαναγραφτεί το Κεφάλαιο, αλλά μαλακία του που δέχτηκε να αναλάβει να το γράψει ο ίδιος. Τιμητικό, βέβαια, αλλά του είχε βγει η Παναγία, κι ήταν ακόμα στην πρώτη λέξη. Τα γερμανικά του είχαν σκουριάσει. Άντε τώρα, σ’ αυτήν την ηλικία, να κάτσει να γράψει τέτοια γκουμούτσα. Αλλά έτσι είναι: ο αγώνας θέλει θυσίες! Ξανάσφιξε τα δόντια, ξανασούφρωσε τα χείλη και βάλθηκε να σκαλίζει το χαρτί: «Ντας Καπιτάλ… ιστ… Άινε… » Κι όσο σκεφτόταν ότι οι άλλοι θα ήταν τώρα στου Τέλη, δίπλα στα Γραφεία, και θα τσακίζανε μπριζολάκια, του την έδινε ακόμα περισσότερο. «Ντας Καπιτάλ ιστ Άινε Γκρόσσε Μούδα Φούκα!»


Η Αλέκα η Γραμματέας ήταν ξαπλωμένη και κοιτούσε τη λάμπα. Δεν σκεφτόταν τίποτα. Δεν χρειαζόταν να σκεφτεί. Ήξερε. Όπως δεν είχε χρειαστεί να κάνει προτάσεις στον πρωθυπουργό, όταν τον συνάντησε, πριν τη σύνοδο κορυφής. «Και ποιο είναι το πρόγραμμά σας;» την είχε ρωτήσει ο εγκάθετος δημοσιογράφος, λακές του συστήματος. Χαμογελώντας μακάρια, εκείνη είχε απαντήσει: «Να έρθει στην εξουσία ο λαός». Απλό. Σαφές. Δεν χρειαζότανε καν να το σκεφτείς. Κι έτσι τώρα, η Αλέκα κοιτούσε τη λάμπα. Δεν ανοιγόκλεινε καν τα βλέφαρα. Δεν χρειαζόταν. Ο αμφιβληστροειδής της ήταν ατσαλένιος, όσο και οι βεβαιότητές της.

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: