Archive for June, 2012

Στη βιβλιοθήκη

Posted in Διάφορα κείμενα on June 27, 2012 by shinecast

Reality is not always probable, or likely.
—Jorge Luis Borges—


Φεύγω από τη δουλειά κατά τη μία το μεσημέρι να πάω στην ψαραγορά. Μητρόπολη-Βαρβάκειος, δέκα λεπτά, άντε τέταρτο. Αλλά με αυτή τη ζέστη. Όσο μπορώ πάω τοίχο τοίχο, διαλέγω τους ίσκιους. Ένα κιλό σαρδέλες, ένα ευρώ. Επιστροφή. Φτάνω κάθιδρος στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο και έχουμε διακοπή ρεύματος. Που σημαίνει όχι κλιματισμό, όχι ασανσέρ, όχι κρύο νερό, όχι κομπιούτερ, όχι τηλέφωνα κλπ. Δεν λειτουργεί καν το κουδούνι της εξώπορτας, κι αναγκαζόμαστε να την αφήσουμε ανοιχτή να μπάζει τη διαολεμένη ζέστη, που ύπουλα σκαρφαλώνει από το ισόγειο και καταλαμβάνει το υπόλοιπο κτήριο. Μαζευόμαστε όλοι στον πρώτο και καθόμαστε στο μεγάλο τραπέζι, σχεδόν αμίλητοι, στο υποτυπώδες ρεύμα αέρα που δημιουργείται ανάμεσα στα ανοιχτά παράθυρα. «Σε ζητά ένας ερευνητής», ακούω κάποια στιγμή. «Δεν έχουμε ρεύμα», ετοιμάζομαι να μουρμουρίσω. Σκέφτομαι όμως να ακούσω πρώτα το αίτημά του, μήπως θέλει κάτι που σίγουρα δεν έχουμε, μην ξανάρχεται τζάμπα ο άνθρωπος, κάτι που το ξέρω ότι δεν το έχουμε χωρίς καν να κοιτάξω τη βάση μας, που τώρα δεν μπορώ να την κοιτάξω γιατί είναι ηλεκτρονική και, είπαμε, δεν έχουμε ρεύμα. Μου λέει ότι θέλει την εφημερίδα «Σφαίρα», το φύλλο της 1/1/1913. Θυμάμαι απ’ έξω ότι η «Σφαίρα» είναι σχετικά πρόσφατο απόκτημα, σε τόμους πανβρώμικους, που δεν γράφουν ημερομηνία στη ράχη και τους έχουμε στο υπόγειο σε μια στοίβα, οριζόντια και ανάκατα, μέχρι να έρθει η σειρά τους να τους καταγράψουμε και, κυρίως, να βρούμε χώρο να τους τοποθετήσουμε με τρόπο που να είναι προσβάσιμοι και εύχρηστοι. Παρ’ όλα αυτά, κατεβαίνω στο υπόγειο. Δεν έχω τίποτα καλύτερο να κάνω, εξάλλου. Βρίσκω ψαχτά τον δρόμο μου στα σκοτάδια, στριμώχνομαι ανάμεσα στις σειρές μεταλλικών ραφιών που φτάνουν ώς το ταβάνι, που στενάζουν υπό το βάρος τόμων εφημερίδων, κουτιών με λυτά φύλλα, περιοδικών· στρίβω ανάμεσα στους διαδρόμους με τη σιγουριά της δεκαετούς εξοικείωσης. Διακρίνω στο βάθος φως· ένα μοναδικό παράθυρο που βλέπει στον ακάλυπτο, φωτίζει μια μικρή γωνιά του τεράστιου υπογείου. Το φως πέφτει λοξά πάνω στη στοίβα των τόμων της εφημερίδας «Σφαίρα». Από τις σκονισμένες σελίδες των τόμων, ξεπροβάλλουν πολυκαιρισμένοι σελιδοδείκτες που έχουν ξεμείνει από κάποιον παλιό ερευνητή, ίσως τον δωρητή της σειράς. Σκύβω και διαβάζω μερικές ημερομηνίες. Το μάτι μου τραβάει ένα χαρτάκι με ημερομηνία: «1/1/1913».

Η ιστορία είναι απολύτως αληθινή. Έλαβε χώρα χθες, 26/6/2012.


Advertisements

Σκέψεις τινές περί του κυβερνάν, περί του συμμετέχειν, περί του αριστερίζειν και περί ευθύνης, καθώς μία επίκαιρος μνεία στον Θωμά Μαύρο, τον επιλεγόμενο και «φονιά»

Posted in Πολιτική on June 21, 2012 by shinecast

Κείμενον σημαντικόν, πολλαπλών διαστάσεων, απαντόν εις πλείστας όσας ερωτήσεις και προβληματισμούς περί της στάσεως της ΔΗΜΑΡ εις την παρούσαν συγκυρίαν, ευθαρσώς και εγκαρσίως κινούμενον μεταξύ Ερρίκου Μπερλινγκουέρ και Θωμά Μαύρου, συνταχθέν υπό Γεωργίου Τσακνιά, του φίλου και εν όπλοις συναγωνιστού. Ή, αλλέως και εις την καθομιλουμένην: Να πώς πρέπει να γράφονται τα κομματικά κείμενα. [Τέλης Σαμαντάς]

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

πιστεύω ότι πήραμε τη σωστή απόφαση. Καλό τώρα είναι να κάνουμε όλοι ό,τι μπορούμε για να πετύχουμε. Να γίνουν δηλαδή πράξη αυτά που επαγγελλόμαστε. Δεν ξέρω τι μπορούμε να κάνουμε, ο καθένας μας εννοώ. Προφανώς, το κόμμα θα στηρίξει με κάθε τρόπο την κυβέρνηση. Αν μπορούν να κάνουν κάτι τα μέλη π.χ.  μέσω των τοπικών ή των τομέων, η με οποιονδήποτε άλλο οργανωτικό τρόπο, θα το κάνουν. Κι αν πάλι χρειάζεται κάποιος να φέρνει καφέδες σε μερικά στελέχη μας που θα συνεδριάζουν, το κάνω ευχαρίστως κι αυτό, αν δεν μπορώ να συνεισφέρω κάτι περισσότερο. Και το εννοώ.

Έχουμε όλοι ψοφήσει από τις διπλές εκλογές και τις συγκινήσεις. Από την άλλη, μια νέα αρχή δίνει νέα όρεξη. Πόσο μάλλον, μια νέα εποχή. Η επαγρύπνηση και η συμμετοχή πρέπει να παραμείνουν στο μάξιμουμ.

Κατά τη γνώμη μου, το σύνθημα της «ευθύνης» αποκτά τώρα απολύτως συγκεκριμένο περιεχόμενο: με τη συμμετοχή, αναλαμβάνουμε μια πολιτική ευθύνη από μόνοι μας, χωρίς να μας επιβληθεί. Στην αντιπολίτευση θα είχαμε μεν τον μπαμπούλα του ΣΥΡΙΖΑ (γιατί να ψηφίσουν εμάς κι όχι αυτόν;) αλλά, παρ’ όλα αυτά, με «έξυπνη διαχείριση», θα κρατάγαμε μέρος τουλάχιστον των ποσοστών μας. Αν μη τι άλλο, στη Βουλή θα ξαναμπαίναμε, νομίζω. Τώρα, βάζουμε το κεφάλι μας στον τορβά.

Η συμμετοχή είναι ηθικά πεντακάθαρη: ρισκάρουμε έως και την κομματική μας εξαφάνιση (ακούγεται δραματικό, αλλά παίρνω ένα ακραία κακό σενάριο). Από την άλλη, ακόμα και υπό μία οπτική εξ αριστερών μας, δεν βλάπτουμε το «λαϊκό κίνημα». Αν πετύχει αυτή η κυβέρνηση πέντε πράγματα από αυτά που βάζουμε εμείς στην ατζέντα, είναι αναμφισβήτητα για το καλό του λαού και των εργαζομένων. Εάν όχι, μόνον εμείς χάνουμε τους ψηφοφόρους μας (και, μάλιστα, στο σενάριο αυτής της ανάγνωσης των δεδομένων, θα τους χάσουμε προς τα αριστερά, άρα το λαϊκό κίνημα θα γιγαντωθεί και θα πάρει αυτοδυναμία). Με άλλα λόγια, ή κερδίζει η χώρα κι ο λαός, ή χάνει το κόμμα μας. Δεν παίζουμε στις πλάτες κανενός. Γι’ αυτό και ήδη μας αντιμετωπίζουν με οφθαλμοφανή αμηχανία. Η μόνη «αριστερή» κατηγορία που μπορεί να μας αποδοθεί, είναι από σκοπιά αμιγώς αντισυστημικής αριστεράς: μπλα μπλα εξωραΐζουμε τον καπιταλισμό, μπλα μπλα άλλοθι, μπλα μπλα όξυνση των αντιθέσεων. Καλά, ηρεμήστε. Πάντως, την κατηγορία αυτή δικαιούται να την προσάψει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ας πούμε. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ο προσφάτως ευρωπαϊκός και κυβερνητικός, δεν μπορεί να το κάνει. Ας το κάνει, αν θέλει. Κάτι μου λέει ότι δεν θα το κάνει.

Γιατί τώρα και όχι μετά τις εκλογές του Μαΐου; Για πολλούς λόγους. Κατ’ αρχάς, τώρα εκπροσωπούμε το 48%, όχι το 37%. Απέχουμε ακόμα από το 70% που, σύμφωνα με τον Μπερλινγκουέρ, είναι το ποσοστό συναίνεσης ικανό για μεταρρυθμίσεις ευρείας αποδοχής, αλλά πάντως είναι άλλο να λες εκπροσωπώ έναν στους τρεις και άλλο εκπροσωπώ τους μισούς. Επίσης: τον Μάιο είχαμε δεσμευτεί προεκλογικά ότι δεν θα συνεργαστούμε με ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Και καλώς το είχαμε υποσχεθεί, και καλώς τηρήσαμε την υπόσχεσή μας. Τα δύο κόμματα έπρεπε να το φάνε το στραπάτσο. Δεν αρκεί να το ξέρεις δημοσκοπικά ότι θα το φας. Είναι αλλιώς να σου το λέει η Singular. Τότε υπήρχε όντως ένα ζήτημα λαϊκής νομιμοποίησης και παροχής «σωσίβιου» στον παλαιό δικομματισμό. Ενώ τώρα, δεν νομίζω ότι τίθεται τέτοιο θέμα: κάναμε εκλογές, ξανακάναμε εκλογές, ο ΣΥΡΙΖΑ έσπευσε να διαλέξει πεντακάθαρα την αντιπολίτευση — ε, δικαίωμά σας σύντροφοι. Αποφασίσατε να είστε αντιπολίτευση, προχωράμε χωρίς εσάς.

Τις μέρες μετά τις εκλογές του Μαΐου, αφού ξεμπροστιάσαμε (σε όσους, εν πάση περιπτώσει, έχουν μάτια και βλέπουν) την υποκριτική ενωτική ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ με το τσίρκο της δεύτερης εντολής κλπ, κάναμε την πρόταση για την Οικουμενική. Επαναξετάζοντας εκείνη την κίνησή μας σήμερα, υπό το πρίσμα της συμμετοχής στην κυβέρνηση, θεωρώ ότι πέρα από το πώς μας τοποθέτησε στην κεντρική σκηνή, πέρα από τους πόντους που μας έδωσε, έχει την εξής ουσιαστική διάσταση: δικαιούμαστε να λέμε στον ΣΥΡΙΖΑ πως άφησε τότε να χαθεί μια τεράστια ευκαιρία για την ελληνική αριστερά. Είχε τον Σαμαρά στο καναβάτσο και τον άφησε να σηκωθεί. Μπορούσαμε τότε να κάνουμε μια Οικουμενική και να πετύχουμε αυτά που ευελπιστούμε ότι θα πετύχουμε τώρα. Και περισσότερα, μάλιστα. Τώρα όμως η κυβέρνηση δεν είναι Οικουμενική, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν συμμετέχει και ο Αντώνης Σαμαράς έχει γίνει πρωθυπουργός.

Προλαβαίνω την ένσταση: το επιχείρημα της παραπάνω παραγράφου, το τι θα γινόταν εάν ο ΣΥΡΙΖΑ είχε προσχωρήσει σε μια Οικουμενική τον Μάιο, ισχύει για έναν άλλο ΣΥΡΙΖΑ, υποθετικό. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι άλλος, είναι αυτός που είναι. Γι’ αυτό κι εμείς δεν είμαστε πλέον εκεί. Παρ’ όλα αυτά, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αξιωματική αντιπολίτευση: δικαιούται του σεβασμού μας και φυσικά δεν έχει ασυλία από την κριτική μας — τουναντίον. Του σεβασμού μας δικαιούνται επίσης οι ψηφοφόροι του, όπως και οι ψηφοφόροι όλων (σχεδόν) των κομμάτων. Εμείς δεν θα κατρακυλήσουμε στη λογική ότι το 93,7% του ελληνικού λαού που δεν μας ψήφισε είναι μαλάκες, ζώα, πρόβατα, μικρονοϊκοί κλπ. Αυτή δεν είναι ούτε δημοκρατική, ούτε αριστερή αντίληψη.

Κατά τη γνώμη μου, μοναδικό σοβαρό επιχείρημα υπέρ του να είχαμε προχωρήσει σε τρικομματική τον Μάιο, είναι ακριβώς ότι τότε εξαρτιόταν από εμάς ο σχηματισμός κυβέρνησης, άρα διαθέταμε ισχυρότερο διαπραγματευτικό χαρτί. Μπορούσαμε να εκβιάσουμε και να επιβάλουμε πράγματα. Ναι, αλλά από την άλλη, και ποιος την ήθελε τότε την τρικομματική; Ο Σαμαράς όχι ιδιαίτερα, ο Βενιζέλος καθόλου. Γι’ αυτό και μόλις που ψιλοκρύφτηκαν ευγενικά πίσω από τη δική μας άρνηση, μόνο και μόνο επειδή αυτή ήταν «αριστερή» και διακηρυγμένη από πριν. Αν όντως μας ήθελαν, αν πραγματικά επιθυμούσαν να σχηματιστεί κυβέρνηση ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ τον Μάιο και να μην πάμε στις εκλογές του Ιουνίου, θα είχαν βγει στα κεραμίδια — ότι είμαστε ανεύθυνοι, καθόμαστε απέξω και πυροβολάμε κλπ. Δεν είδα τίποτε από αυτά. Αν κάναμε την κίνηση τότε, θα πυροδοτούσαμε μια ακραία πόλωση. Νομίζω πως αυτό αποτελεί αντικειμενική παραδοχή και είναι δεδομένο ότι κάτι τέτοιο το ζυγιάζεις και φέρεσαι υπεύθυνα, δεν πας με τη συναισθηματική προσέγγιση «εγώ θα κάνω κυβέρνηση, δεν θα φοβηθώ τον ένα και τον άλλο». Όχι, την κοινωνική αναταραχή έπρεπε να την αποφύγουμε πάση θυσία.

Εν κατακλείδι, θεωρώ ότι καλώς (άριστα!) βάζουμε το κεφάλι μας στον τορβά. Όχι ad hoc. Όχι απλώς επειδή το βάζουμε (παγίως διαφωνούσα με τη στερεότυπη έκφραση «να λερώσουμε τα χέρια μας», λες και αυτό από μόνο του κάνει καλό στη χώρα! Συμφωνώ πως είναι συνθήκη αναγκαία, δεν είναι όμως ικανή), αλλά επειδή τώρα μπορεί να έχουμε αποτελέσματα. Μιας και μιλάω για αποτελέσματα, να φέρω εδώ μια θεωρητική ένσταση σε μια φράση από το υπέροχο, κατά τα άλλα, κείμενο που ανήρτησε χθες ο Σάκης: «Η δικαίωση υπάρχει στην ίδια την επιλογή, στην πρόθεση, στο ρίσκο και όχι στο τελικό αποτέλεσμα». Εγώ λέω και ναι και όχι. Οι άνθρωποι κρίνονται από τα κίνητρα, οι πράξεις από το αποτέλεσμα. Ναι, τα κίνητρά μας είναι καθαρά. Ναι, προτάσσουμε το καλό της χώρας και όχι το καλό του κόμματος. Από την άλλη, αυτά πάνε χέρι χέρι. Ευελπιστούμε ότι θα κάνουμε το καλό για τη χώρα και θα εισπράξουμε το όφελος — και πάλι με το σωστό κίνητρο, όχι δηλαδή για να το εξαργυρώσουμε αλλά για να το επανεπενδύσουμε πολιτικά, στον δρόμο που πιστεύουμε ότι είναι ο σωστός. Όσο οι πράξεις μας είναι συνεπείς προς τους λόγους μας (και πόσο σπανίζει πλέον αυτό!), τα κίνητρά μας θα είναι καταφανώς καθαρά και θα αναγνωρίζονται. Αλλά πολιτικά, η συμμετοχή μας στην κυβέρνηση θα κριθεί από το αποτέλεσμα. Προσωπικά, η καθαρότητα των κινήτρων μας μου δίνει τη δύναμη να προσπαθήσω για το καλό αποτέλεσμα.

Θέλω να κλείσω με μια μνεία στον Πρόεδρο. Δεν θέλω να γράψω ύμνους, ούτε όμως από την άλλη να χρησιμοποιήσω ψυχρές εκφράσεις, μόνο και μόνο για να μη γίνω μελό. Απεχθάνομαι το μελό, είμαι όμως συναισθηματικά φορτισμένος. Εν πάση περιπτώσει, ας μην πω τίποτα για το πρόσωπο. Αφού δηλώσω ότι θαυμάζω το πολιτικό αισθητήριό του κι ότι τον εμπιστεύομαι πως μπορεί να παίξει μπαλάρα και να ντριπλάρει σε τηλεφωνικό θάλαμο, επιτρέψτε μου να κλείσω τη σεντονιάδα μου χουλιγκανικά, αφιερώνοντας στον Πρόεδρο την ιαχή που δονούσε το αείμνηστο γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80:

Θωμά, Θωμά, εσύ ’σαι ο φονιάς
και όχι ο Δημόπουλος ο παλιοπουσταράς

Γιώργος Τσακνιάς

Για τη μείωση του κόστους του πολιτικού συστήματος

Posted in Πολιτική with tags , , , , , on June 13, 2012 by shinecast

Με αφορμή τις προτάσεις της Δημοκρατικής Αριστεράς για τη μείωση του κόστους του πολιτικού συστήματος (μείωση των βουλευτικών αποδοχών και της επιχορήγησης των κομμάτων στο 50%, κατάργηση της αποζημίωσης για συμμετοχή σε επιτροπές —οι βουλευτές της ΔΗΜΑΡ έχουν ήδη αποποιηθεί του επιδόματος αυτού— κατάργηση της βουλευτικής σύνταξης, δηλ. οι βουλευτές να συνταξιοδοτούνται από τον επαγγελματικό τους φορέα, όπως όλοι οι πολίτες κ.ά.) έριξα μια ματιά από περιέργεια στα προγράμματα των κομμάτων.

1) Στο site της Νέας Δημοκρατίας δεν μπόρεσα να βρω οτιδήποτε σχετικά με το πολιτικό σύστημα. Τουλάχιστον δύο βουλευτές της (Αργύρης Ντινόπουλος, Αττικής, και Νίκος Ταγαράς, Κορινθίας) έχουν ζητήσει κατάργηση της βουλευτικής σύνταξης ενώ άλλοι (π.χ. Σπύρος Γαληνός, Κυριάκος Μητσοτάκης) έχουν ατομικά αποποιηθεί προνομίων. Θυμάμαι πάντως κάτι αναφορές σε προεκλογικό τηλεοπτικό σποτ της Ν.Δ. για τον «νόμο περί ευθύνης υπουργών» και, αν δεν κάνω λάθος, για μείωση του αριθμού των βουλευτών (το οποίο δεν είναι απαραίτητα καλό, απλώς ακούγεται καλό στους αγανακτισμένους αντιμνημονιακούς που πρόδωσε ο Σαμαράς μπαίνοντας στην κυβέρνηση Παπαδήμου). Κι αυτά, πάντως, στο σποτάκι ήταν, όχι στο πρόγραμμα.
2) Στο επικαιροποιημένο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχουν σωστές προτάσεις για τη διαφάνεια και την αντιμετώπιση της διαπλοκής, αλλά σχεδόν τίποτα για τη μείωση του κόστους του πολιτικού συστήματος. Μόνο μια αμφίσημη αναφορά στο θέμα της βουλευτικής σύνταξης (υπενθυμίζω ότι πρόκειται για ιδιαιτέρως σκανδαλώδες ζήτημα, καθώς το συνταξιοδοτικό δικαίωμα θεμελιώνεται στην τετραετία και, αν είσαι άνω των 65 ετών με δικαίωμα σύνταξης και εν ενεργεία βουλευτής, παίρνεις και τον μισθό και την σύνταξη!) Η σχετική διατύπωση είναι η εξής: «Κατάργηση της διπλής σύνταξης των βουλευτών με επιλογή ενός ασφαλιστικού φορέα». Ο όρος «διπλή σύνταξη» αφορά βουλευτές που παίρνουν και τη βουλευτική και τη σύνταξη του δικού τους ασφαλιστικού φορέα. Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ δεν διευκρινίζει ποιου φορέα η επιλογή πρέπει να γίνει. Αν αυτό είναι στη διακριτική ευχέρεια του βουλευτή, το αν δηλαδή θα επιλέξει τη βουλευτική σύνταξη ή το ΙΚΑ, ας πούμε, είναι σαν να ρωτάς έναν περαστικό αν θέλει να είναι εφοπλιστής ή εργάτης. Στο πρόγραμμα των εκλογών της 6ης Μαΐου του ΣΥΡΙΖΑ πάντως, προτεινόταν ρητά η κατάργηση της βουλευτικής σύνταξης, καθώς και της αποζημίωσης για συμμετοχή σε επιτροπές.
3) Στο πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ δεν βρήκα τίποτα για μείωση του κόστους. Στο κεφάλαιο με τίτλο «αναβάθμιση του Κοινοβουλίου» λέει κάτι για ανοιχτές και ηλεκτρονικές διαβουλεύσεις και για ποιοτικό έλεγχο των νομοσχεδίων.
4) Το ΚΚΕ έχει καταθέσει πρόταση για μείωση των βουλευτικών αποδοχών κατά 50% και κατάργηση της βουλευτικής σύνταξης (οι βουλευτές να συνταξιοδοτούνται από τον επαγγελματικό τους φορέα). Ζητά επίσης «πόθεν έσχες» και όλα τα άλλα τα (σωστά) περί διαφάνειας. Απλώς, αρνείται τον έλεγχο στα δικά του οικονομικά, διότι είναι το κόμμα του λαού και δεν θα δώσει τα στοιχεία της εργατικής τάξης στους ιντελλιτζενσερβίτες. Στο site του ΚΚΕ, στο tab με τον τίτλο «πρόγραμμα» δεν έχει τέτοια πράγματα, λέει όμως για επανάσταση, μονοπώλια και οικοδόμηση του σοσιαλισμού. (Η Αλέκα Παπαρήγα ερωτήθηκε από δημοσιογράφο αν το ΚΚΕ θα καταθέσει πρόγραμμα και απάντησε ότι όχι, δεν χρειάζεται, πρόγραμμά μας είναι να έρθει ο λαός στην εξουσία).
5) Οι προτάσεις των Οικολόγων-Πράσινων (στην αρχική σελίδα του site τους και όχι στο πρόγραμμα) είναι πολύ κοντά σε αυτές της Δημοκρατικής Αριστεράς και του ΚΚΕ, όσον αφορά τα οικονομικά (μείωση 50% των βουλευτικών αποζημιώσεων και της κρατικής επιχορήγησης στα κόμματα —ενδιαφέρουσα η πρόταση για σύνδεση της βουλευτικής αποζημίωσης με τον βασικό μισθό). Στο σχετικό κεφάλαιο («Εκλογικό Σύστημα & Δημόσιο Χρήμα») υπάρχουν και άλλες ενδιαφέρουσες προτάσεις, με μερικές από τις οποίες συμφωνώ και με άλλες όχι.

Το όλο ζήτημα της μείωσης του κόστους του πολιτικού συστήματος (και καλό θα ήταν κάτι τέτοιο να γίνει με πλήρη διαφάνεια: τόσα έπαιρναν, τόσα κόψαμε, τόσα παίρνουν) έχει κατά τη γνώμη μου τις εξής διαστάσεις:
1) Οικονομική: θα είχε ενδιαφέρον μια εκτίμηση της εξοικονόμησης που μπορεί να γίνει. Για κάτι τέτοιο απαιτείται πρόσβαση σε επίσημα στοιχεία. Προφανώς δεν θα λυθεί το πρόβλημα της χώρας, έχω ωστόσο την αίσθηση ότι το ποσό δεν είναι αμελητέο, ιδίως αν δούμε το θέμα συνολικά, δηλαδή και τις απολαβές των υπαλλήλων της Βουλής, το κανάλι της Βουλής κλπ. Και μην ξεχνάμε ότι η περικοπή δεν είναι εφάπαξ αλλά για κάθε χρόνο στο εξής, άρα μειώνεται το έλλειμμα.
2) Συμβολική: είναι προφανής η σημασία στο συμβολικό επίπεδο. Με το πολιτικό σύστημα απαξιωμένο μέχρι αηδίας, με τον κόσμο να μουντζώνει και να βρίζει τα «τριακόσια καθάρματα», τους «αλήτες, προδότες πολιτικούς» και με τους χρυσαυγίτες να κάνουν πάρτι με το χαλί στρωμένο, αξίζει τον κόπο οι βουλευτές να δώσουν ένα δείγμα γραφής, κόβοντας γενναία τα προνόμιά τους.
3) Πολιτική: το θέμα προσφέρεται για συναίνεση. Πολλά κόμματα ή στελέχη κομμάτων έχουν διατυπώσει κατά καιρούς κοντινές ή και ταυτόσημες θέσεις. Είναι η ευκαιρία να δοκιμάσουν τη συνεννόηση σε ένα θέμα που δεν συνδέεται με το μνημόνιο ή με οποιονδήποτε παράγοντα έξω από τη χώρα, που δεν είναι χρονοβόρο και που θα βρει εγγυημένα αποδοχή από τους πολίτες. Ιδού πεδίο δόξης λαμπρό για συνεργασία επί της ουσίας, με πολιτική συζήτηση κι όχι σκυλοκαβγάδες σε τηλεπαράθυρα, επί συγκεκριμένου θέματος, με συγκεκριμένες θέσεις και με συγκεκριμένα αποτελέσματα.

* Πιάνω εδώ μόνο τον αφρό του θέματος και μόνο την οικονομική πλευρά, που είναι κάτι το οποίο μπορεί να αλλάξει άμεσα και έχει, όπως προανέφερα, μεγάλη συμβολική σημασία. Το ζήτημα της διαφάνειας είναι στην πραγματικότητα (και μακροπρόθεσμα) σημαντικότερο. Οι προτάσεις της Δημοκρατικής Αριστεράς είναι θαρραλέες και αρκετά εξειδικευμένες, οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ και των ΟΠ είναι επίσης στη σωστή κατεύθυνση. Στο θέμα αυτό θα πρέπει να γίνει προσεκτικός σχεδιασμός ώστε να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο πραγματικής διαφάνειας και ουσιαστικού δημοκρατικού ελέγχου, χωρίς κόλπα και παραθυράκια.

* Το επιχείρημα εναντίον της κατάργησης ή της γενναίας μείωσης της κρατικής επιχορήγησης προς τα κόμματα, ότι κάτι τέτοιο είναι λάθος γιατί θα οδηγήσει τα κόμματα στο μαύρο χρήμα και στην εξάρτηση από επιχειρηματίες, είναι κατά τη γνώμη μου επιεικώς υποκριτικό. Διατυπώθηκε σε ένα άκρως ειρωνικό άρθρο της Αυγής όταν η Δημοκρατική Αριστερά δημοσιοποίησε τις προτάσεις της . Το θεωρώ υποκριτικό γιατί, στην ουσία, αποτελεί συνθηκολόγηση με τη διαφθορά και ομολογία ήττας της πολιτικής. Είναι σαν να λες: «Στην Ελλάδα υπάρχει και θα υπάρχει διαφθορά κι εγώ, παρ’ όλο που προτείνω μέτρα για τη διαφάνεια των οικονομικών των κομμάτων, πόθεν έσχες κλπ, στην πραγματικότητα δεν πιστεύω ότι μπορεί να γίνει τίποτα». Ή το επιχείρημα είναι υποκριτικό, ή οι προτάσεις για τη διαφάνεια του πολιτικού συστήματος. Πιστεύω ότι ισχύει το πρώτο.

* Με το ζήτημα της κρατικής επιχορήγησης προς τα κόμματα συνδέεται το άλλο μεγάλο και εξοργιστικό σκάνδαλο, αυτό του δανεισμού των κομμάτων με ευνοϊκούς όρους και με εχέγγυο τη μελλοντική (!) επιχορήγηση που ΘΑ εισπράξουν, και μάλιστα υπολογισμένη με βάση τα ποσοστά προηγούμενων εκλογικών αναμετρήσεων.

* Μεγάλης σημασίας και ακανθώδες είναι το ζήτημα της βουλευτικής ασυλίας. Δεν συνδέεται με τη μείωση του κόστους του πολιτικού συστήματος, αφορά όμως κατεξοχήν την αποκατάσταση της αξιοπιστίας του. Το «ακαταδίωκτο των βουλευτών» ορίζεται από το άρθρο 62 του Συντάγματος: «Όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος ο βουλευτής δεν διώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με άλλο τρόπο περιορίζεται χωρίς άδεια του Σώματος. Eπίσης δεν διώκεται για πολιτικά εγκλήματα βουλευτής της Bουλής που διαλύθηκε, από τη διάλυσή της και έως την ανακήρυξη των βουλευτών της νέας Bουλής. Η άδεια θεωρείται ότι δεν δόθηκε, αν η Bουλή δεν αποφανθεί μέσα σε τρεις μήνες αφότου η αίτηση του εισαγγελέα για δίωξη διαβιβάστηκε στον Πρόεδρο της Bουλής. H τρίμηνη προθεσμία αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των διακοπών της Bουλής. Δεν απαιτείται άδεια για τα αυτόφωρα κακουργήματα». Το πρόβλημα εδώ είναι ότι η ίδια η Βουλή κρίνει για την άρση ή μη της ασυλίας ενός μέλους της. Αυτό πρέπει προφανώς να αλλάξει. Το καθεστώς που ισχύει είναι σκανδαλώδες και γελοίο. Κατ’ επανάληψη τα μέλη του ελληνικού κοινοβουλίου έχουν αρνηθεί να άρουν τη βουλευτική ασυλία μελών του σώματος, με αποτέλεσμα ο αντίδικος να καταφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και να δικαιωθεί. Τα σχετικά πρόστιμα τα πλήρωσε η Βουλή, δηλαδή οι έλληνες φορολογούμενοι. Πάντως, για το θέμα της ασυλίας α) χρειάζονται συγκεκριμένες προτάσεις, ελεγμένες από νομικούς, για το τι ακριβώς θα αντικαταστήσει το ισχύον πλαίσιο, ώστε ναι μεν να αντιμετωπιστεί η ατιμωρησία αλλά να μην προκύψουν προβλήματα στο κοινοβουλευτικό έργο και β) απαιτείται συνταγματική αναθεώρηση.

Έρευνα του Ν. Βαφειάδη για το κόστος του πολιτικού συστήματος στην «Καθημερινή» (26/9/2010)