Archive for the Διάφορα κείμενα Category

666

Posted in Διάφορα κείμενα on October 31, 2017 by shinecast

greg 666

Πριν από λίγο καιρό, με τον φίλο, σύντροφο και παιδίατρο της κόρης μου Γρηγόρη Καραγρηγορίου είχαμε έναν αυτοσχέδιο διάλογο, ο οποίος κατέληξε σε κλάμα από τα γέλια. Υποσχέθηκα να τον καταγράψω· βγαίνει μια χαρά μονόπρακτο. Το αμελούσα όμως μέχρι σήμερα, οπότε και διαπίστωσα ότι με τον Γρηγόρη έχουμε 666 κοινούς φίλους στο facebook. Τυχαίο; Ιδού, λοιπόν:

Ο πατέρας ενός τρίχρονου κοριτσιού παίρνει τηλέφωνο τον παιδίατρο:

Μπαμπάς: Γεια σας, γιατρέ, είμαι ο πατέρας της…
Γιατρός: Γεια σας, τι κάνετε; Το παιδί είναι καλά;
Μπαμπάς: Ναι, ξέρετε, γι’ αυτό σας παίρνω… Τελευταία παρουσιάζει κάτι συμπτώματα, δεν ξέρω, αναρωτιόμασταν…
Γιατρός: Πείτε μου.
Μπαμπάς: Χθες ξύπνησε μέσα στη νύχτα, ανακάθισε στο κρεβάτι και άρχισε να μιλάει λατινικά.
Γιατρός: Λατινικά; Ξέρει λατινικά;
Μπαμπάς: Όχι.
Γιατρός: Χμ, μάλιστα…
Μπαμπάς: Σηκώθηκα, έψαξα στη βιβλιοθήκη μου και το τσέκαρα: απήγγειλε ένα ολόκληρο κεφάλαιο από το Malleus Maleficarum. Πρώτα κανονικά, και μετά ανάποδα. Αλλά χωρίς λάθος. Επίσης, όσο απήγγελλε, όλα τα μεταλλικά αντικείμενα στο δωμάτιο άρχισαν να πετάνε και μετά κόλλησαν στο ταβάνι. Ακόμα εκεί είναι. Δεν τη στείλαμε σήμερα σχολείο, προληπτικά.
Γιατρός: Καλά κάνατε, αν και δεν νομίζω να είναι κάτι μεταδοτικό. Κοιτάξατε μήπως έχει κανένα εξάνθημα;
Μπαμπάς: Ναι, ξέρετε, έχει μια κοκκινίλα στο στήθος.
Γιατρός: Μόνο στο στήθος;
Μπαμπάς: Ναι, μόνο. Σχηματίζει ένα πρόσωπο. Πώς είναι εκείνο το πρόσωπο που φαίνεται στους καπνούς, στη φωτογραφία από τους Δίδυμους Πύργους; Αυτό.
Γιατρός: Ναι, αλλά μόνο στο στήθος, σωστά;
Μπαμπάς: Σωστά.
Γιατρός: Λοιπόν, δεν το αξιολογούμε. Δεν μου λέτε, θερμόμετρο βάλατε να δείτε αν είχε πυρετό;
Μπαμπάς: Είχε.
Γιατρός: Πόσο;
Μπαμπάς: 66,6
Γιατρός: Μάλιστα… Λοιπόν, σιρόπι Depon κάθε έξι ώρες. Αν δεν πέφτει, μπορείτε να δίνετε εναλλάξ Depon και Algofren κάθε τρεις ώρες. Ανάλογα με το βάρος…
Μπαμπάς: Ναι, ξέρω. Είναι και κάτι άλλα συμπτώματα, αλλά δεν είμαι βέβαιος αν σχετίζονται, εσείς θα μου πείτε.
Γιατρός: Τι συμπτώματα;
Μπαμπάς: Να, εκεί που απήγγελλε, το κεφάλι της έκανε μια στροφή 360 μοιρών…
Γιατρός: Δηλαδή πλήρη περιστροφή, ε; Μάλιστα…
Μπαμπάς: …Και μετά σηκώθηκε και άρχισε να παίζει πιάνο. Συγκεκριμένα, Λιστ. Και δεν ξέρει πιάνο.
Γιατρός: Πιάνο έχετε;
Μπαμπάς: Όχι. Αυτό είναι το περίεργο.
Γιατρός: Καλά, ίσως κάπου να φαίνεται λίγο περίεργο, μην ανησυχείτε όμως. Πιθανότατα πρόκειται για ίωση. Σέρνονται διάφορα. Είναι και η αλλαγή του καιρού, βλέπετε. Λοιπόν, θα το παρακολουθούμε και…
Μπαμπάς: Γιατρέ, επίσης σήμερα το πρωί έβγαλε φωτιά από το στόμα.
Γιατρός: Φωτιά κανονική ή μόνο καπνό;
Μπαμπάς: Φωτιά, φωτιά. Είναι επικίνδυνο;
Γιατρός: Όχι. Δεν το αξιολογούμε. Αρκεί βέβαια να μην αρπάξουν οι κουρτίνες. Ίσως να δοκιμάσετε κρύες κομπρέσες. Τίποτε άλλο;
Μπαμπάς: Ναι. Τώρα προ ολίγου είδα ότι έχει βγάλει ουρά. Και κέρατα. Κρατάει κάτι σαν τρίαινα και κάθεται σε έναν μαύρο θρόνο. Στα πόδια της είναι κάτι τεράστια μαύρα σκυλιά. Θα μου πείτε, παιδί είναι, θα παίξει, θα κάνει τρέλες… Αλλά, ξέρω ‘γω;
Γιατρός: Χμ… Λοιπόν, να βάλετε λίγη ενυδατική κρέμα στην ουρίτσα και στα κερατάκια. Θα την ενοχλούν στην αρχή. Μπορεί να παρουσιάσει κνησμό. Επίσης, δοκιμάστε λίγη ξηρά τροφή. Όχι για το παιδί, για τα σκυλιά. Καλύτερα όμως όχι βόλτα, προς το παρόν τουλάχιστον. Δεν το αξιολογούμε πάντως. Όπως είπαμε: αντιπυρετικά, ένα χλιαρό μπανάκι αν ανέβει ο πυρετός και ορό στη μύτη όσο πιο συχνά μπορείτε. Θα σβήσει και τη φωτιά από το στόμα, λογικά, χώρια ότι θα καθαρίσει τις μύξες. Και θα το παρακολουθούμε. Εντάξει;
Μπαμπάς: Εντάξει, γιατρέ. Να μην ανησυχούμε δηλαδή, ε;
Γιατρός: Όχι, καθόλου. Σας είπα, 99% πρόκειται για ίωση. Αλλά να το παρακολουθούμε, για την απίθανη περίπτωση που θα εξελιχθεί σε κάτι πιο σοβαρό. Αν δείτε τίποτα περίεργο, μη διστάσετε να μου τηλεφωνήσετε. Ας πούμε, βήχα. Εντάξει;
Μπαμπάς. Εντάξει. Ευχαριστώ. Γεια σας.
Γιατρός: Γεια σας.

 

Advertisements

Στη βιβλιοθήκη

Posted in Διάφορα κείμενα on June 27, 2012 by shinecast

Reality is not always probable, or likely.
—Jorge Luis Borges—


Φεύγω από τη δουλειά κατά τη μία το μεσημέρι να πάω στην ψαραγορά. Μητρόπολη-Βαρβάκειος, δέκα λεπτά, άντε τέταρτο. Αλλά με αυτή τη ζέστη. Όσο μπορώ πάω τοίχο τοίχο, διαλέγω τους ίσκιους. Ένα κιλό σαρδέλες, ένα ευρώ. Επιστροφή. Φτάνω κάθιδρος στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο και έχουμε διακοπή ρεύματος. Που σημαίνει όχι κλιματισμό, όχι ασανσέρ, όχι κρύο νερό, όχι κομπιούτερ, όχι τηλέφωνα κλπ. Δεν λειτουργεί καν το κουδούνι της εξώπορτας, κι αναγκαζόμαστε να την αφήσουμε ανοιχτή να μπάζει τη διαολεμένη ζέστη, που ύπουλα σκαρφαλώνει από το ισόγειο και καταλαμβάνει το υπόλοιπο κτήριο. Μαζευόμαστε όλοι στον πρώτο και καθόμαστε στο μεγάλο τραπέζι, σχεδόν αμίλητοι, στο υποτυπώδες ρεύμα αέρα που δημιουργείται ανάμεσα στα ανοιχτά παράθυρα. «Σε ζητά ένας ερευνητής», ακούω κάποια στιγμή. «Δεν έχουμε ρεύμα», ετοιμάζομαι να μουρμουρίσω. Σκέφτομαι όμως να ακούσω πρώτα το αίτημά του, μήπως θέλει κάτι που σίγουρα δεν έχουμε, μην ξανάρχεται τζάμπα ο άνθρωπος, κάτι που το ξέρω ότι δεν το έχουμε χωρίς καν να κοιτάξω τη βάση μας, που τώρα δεν μπορώ να την κοιτάξω γιατί είναι ηλεκτρονική και, είπαμε, δεν έχουμε ρεύμα. Μου λέει ότι θέλει την εφημερίδα «Σφαίρα», το φύλλο της 1/1/1913. Θυμάμαι απ’ έξω ότι η «Σφαίρα» είναι σχετικά πρόσφατο απόκτημα, σε τόμους πανβρώμικους, που δεν γράφουν ημερομηνία στη ράχη και τους έχουμε στο υπόγειο σε μια στοίβα, οριζόντια και ανάκατα, μέχρι να έρθει η σειρά τους να τους καταγράψουμε και, κυρίως, να βρούμε χώρο να τους τοποθετήσουμε με τρόπο που να είναι προσβάσιμοι και εύχρηστοι. Παρ’ όλα αυτά, κατεβαίνω στο υπόγειο. Δεν έχω τίποτα καλύτερο να κάνω, εξάλλου. Βρίσκω ψαχτά τον δρόμο μου στα σκοτάδια, στριμώχνομαι ανάμεσα στις σειρές μεταλλικών ραφιών που φτάνουν ώς το ταβάνι, που στενάζουν υπό το βάρος τόμων εφημερίδων, κουτιών με λυτά φύλλα, περιοδικών· στρίβω ανάμεσα στους διαδρόμους με τη σιγουριά της δεκαετούς εξοικείωσης. Διακρίνω στο βάθος φως· ένα μοναδικό παράθυρο που βλέπει στον ακάλυπτο, φωτίζει μια μικρή γωνιά του τεράστιου υπογείου. Το φως πέφτει λοξά πάνω στη στοίβα των τόμων της εφημερίδας «Σφαίρα». Από τις σκονισμένες σελίδες των τόμων, ξεπροβάλλουν πολυκαιρισμένοι σελιδοδείκτες που έχουν ξεμείνει από κάποιον παλιό ερευνητή, ίσως τον δωρητή της σειράς. Σκύβω και διαβάζω μερικές ημερομηνίες. Το μάτι μου τραβάει ένα χαρτάκι με ημερομηνία: «1/1/1913».

Η ιστορία είναι απολύτως αληθινή. Έλαβε χώρα χθες, 26/6/2012.


Saudade: η θάλασσα μας βλέπει

Posted in Διάφορα κείμενα on December 17, 2011 by shinecast

«Συγκρίνουν τη μουσική του Cabo Verde με τα blues και τα fado. Στο Cabo Verde έχουμε ένα ανακάτεμα πολιτισμών. Βλέπεις τη θάλασσα όπου και να πας. Η θάλασσα μας βλέπει. Η θάλασσα είναι ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν από τη χώρα».

[Cesária Évora, 1941-2011]

Πώς καταφέραμε και το βρήκαμε εκείνο το μικρό εστιατόριο με φαγητό του Cabo Verde στην Alfama, στη Λισσαβώνα; Ζήτησα οδηγίες από τους περαστικούς, εφαρμόζοντας τη θεωρία μου περί της πορτογαλικής γλώσσας: αν μιλήσεις ιταλικά με προφορά ρώσικη, πασπαλισμένη με ολίγα λαμιώτικα, συνεννοείσαι μια χαρά. Η Ελένη —που είχε κατ’ αρχάς εντοπίσει το εστιατόριο σε κάποιον ψαγμένο οδηγό— δεν πίστευε ότι είναι δυνατόν να βγάλουμε άκρη έτσι, αλλά βγάλαμε και το βρήκαμε. Ήταν μια τρύπα αλλά με ανάγλυφα στο ταβάνι, ήμασταν εμείς κι ένας γέρος πελάτης και η ιδιοκτήτρια, η τηλεόραση έπαιζε, πλαισιωμένη από τα εμβλήματα της ομάδας του Cabo Verde, και τους τοίχους κοσμούσαν τα πορτρέτα των προγόνων και της Cesária Évora. Αυτά πριν τέσσερα χρόνια. Νοσταλγώ τη Λισσαβώνα.

Ποιος θα σου δείξει
αυτόν τον δρόμο τον μακρινό;
Ποιος θα σου δείξει
αυτόν τον δρόμο τον μακρινό;
Τον δρόμο
για το Σάο Τομέ;
Η νοσταλγία, η νοσταλγία
η νοσταλγία
για την πατρίδα μου, το Σαο Νίκολαου.

Αν μου γράψεις
θα σου γράψω·
αν με ξεχάσεις
θα σε ξεχάσω·
μέχρι τη μέρα
που θα γυρίσεις.
Η νοσταλγία, η νοσταλγία
η νοσταλγία
για την πατρίδα μου, το Σαο Νίκολαου.

[Cesária Évora, Saudade]

Στο λήμμα “Saudade”, η Wikipedia προσφέρει εκτενή απόπειρα περιφραστικής ερμηνείας της πορτογαλικής και γαλικιανής  λέξης —μιας και δεν μεταφράζεται στα αγγλικά— καθώς και ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κεφάλαιο για παρεμφερείς λέξεις σε άλλες γλώσσες (π.χ. του τουρκικού και βοσνιακού σεβντά). Από τις πρώτες περιγράφεται η ελληνική νοσταλγία, «ο πόθος για την επιστροφή» (νόστος και άλγος· νόστος εκ του νέομαι, δηλαδή ταξιδεύω, επιστρέφω). Στο προοίμιο ήδη της Οδύσσειας, μαθαίνουμε για τα όσα τράβηξε ο ήρωάς της αρνύμενος ην τε ψυχήν και νόστον εταίρων ­— «πασχίζοντας να σωθεί ο ίδιος και να εξασφαλίσει την επιστροφή των συντρόφων του στην πατρίδα». Δεν τα κατάφερε όμως να σώσει και τους εταίρους, παρά τις προσπάθειες, γιατί εκείνοι οι νήπιοι έσφαξαν και έφαγαν τα βόδια του Ήλιου, κι ο εκδικητικός θεός τοίσιν αφείλετο νόστιμον ήμαρ: «τους στέρησε τη μέρα του γυρισμού». Το ενδιαφέρον είναι ότι το επίθετο νόστιμος (=εύγευστος) της νέας ελληνικής κατάγεται από το αντίστοιχο της αρχαίας: είτε επειδή η εύγευστη τροφή προκαλεί αγαλλίαση, αντίστοιχη με την επιστροφή στην πατρίδα, είτε —το πιθανότερο, νομίζω— μέσω της δεύτερης (κατ’ επέκτασιν της πρώτης) ερμηνείας που έχει ο νόστιμος, σύμφωνα με το Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής του Σταματάκου: «αυτός που δύναται να επιστρέψει, συνεπώς ο ζων, ο σώος, ο υγιής» (μιας και ο νεκρός δεν επιστρέφει, κι αν επιστρέφει δεν είναι για καλό, τουλάχιστον στο ελληνικό folk lore).

Το 1999, ο Nick Cave, μιλώντας για το ερωτικό τραγούδι, ανέτρεξε στον Federico García Lorca και σε μια δική του διάλεξη για τις λέξεις duende και saudade, για τα αινιγματικά, ενστικτώδη και απερίγραπτα αισθήματα που κρύβονται στην καρδιά, στον πυρήνα κάθε έργου τέχνης.

«Όλοι νιώθουμε μέσα μας αυτό που οι Πορτογάλοι ονομάζουν “saudade”, μια ανεξήγητη νοσταλγία, έναν πόθο της ψυχής αινιγματικό, δίχως όνομα· είναι το αίσθημα που κατοικεί στην επικράτεια της φαντασίας και της έμπνευσης, κι είναι ο τόπος όπου γεννιέται το λυπητερό τραγούδι, το ερωτικό τραγούδι. Saudade είναι η επιθυμία να μεταφερθούμε από το σκοτάδι στο φως, να μας αγγίξει το χέρι αυτού που δεν είναι του κόσμου τούτου… Το ερωτικό τραγούδι δεν είναι ποτέ απλώς χαρωπό. Πρέπει πρώτα να αγκαλιάσει το ενδεχόμενο της οδύνης. Εκείνα τα τραγούδια που μιλούν για αγάπη χωρίς να περιλαμβάνουν εντός τους έναν πόνο, έναν αναστεναγμό, δεν είναι να τα εμπιστευθείς. Τα τραγούδια αυτά μας αρνούνται την ανθρώπινη ιδιότητα και το θεόσταλτο δικαίωμα στη θλίψη, και πλημμυρίζουν τα ερτζιανά. Το ερωτικό τραγούδι πρέπει να αντηχεί με τους ψιθύρους της θλίψης και την ηχώ του πένθους. Ο στιχουργός που αρνείται να εξερευνήσει τις σκοτεινές περιοχές της καρδιάς δεν θα κατορθώσει ποτέ να γράψει πειστικά για το θαύμα, τη μαγεία και τη χαρά της αγάπης».

[Nick Cave, ‘The Secret Life of the Love Song’, in The Complete Lyrics 1978-2007 (London: Penguin, 2007), pp. 7-8.]

Επιστρέφοντας στη Wikipedia και στο λήμμα Saudade: ως προς την ιστορία της λέξης, η εκδοχή ότι σχετίζεται με τις ανακαλύψεις, με τα ποντοπόρα πλοία και τα πολύμηνα ταξίδια, με ναυάγια και με πολύχρονες ή και παντοτινές ανθρώπινες απουσίες, όσο γοητευτική κι αν είναι, μάλλον θα πρέπει να απορριφθεί: η λέξη μαρτυρείται σε χρόνους προγενέστερους της εποχής των μεγάλων ανακαλύψεων (το Cancioneiro da Ajuda, συλλογή ποιημάτων όπου η λέξη απαντάται, χρονολογείται δύο αιώνες νωρίτερα, στα τέλη του 13ου αιώνα). Η ιστορική καταγωγή της λέξης θα μπορούσε, ενδεχομένως, να αναζητηθεί στην κατάκτηση από τους Άραβες και στη reconquista. Λιγότερο πεζή εκδοχή, θα ήταν να αποδώσουμε την καταγωγή της saudade στον ίδιο τον προσανατολισμό της Πορτογαλίας και της Λισσαβώνας, στη θέση της χώρας και της πόλης στην Estremadura, στην άκρη του χάρτη της Ιβηρικής Χερσονήσου, στο τέλος του κόσμου.

Σ’ άφησα να μιλάς για τη βροχή
κι έφυγα με τους τελευταίους μετανάστες
το πλοίο έφευγε
η καταιγίδα πίσω απ’ τα βουνά.

Τώρα δεν κινδυνεύω από πουθενά
το πάθος των αναχωρήσεων το πήρε η θάλασσα
και νόστος δεν υπάρχει πια
χωρίς πατρίδα.

Δεν κινδυνεύω από τίποτα
ψυχή ασάλευτη πίσω απ’ το τζάμι
μπορώ ν’ ακούω άφοβα να μου μιλάς
για κείνη την καλόγνωμη ψιλή βροχή.

[Αμαλία Τσακνιά, Πριν από την όχθη, 1984]

Ένας ήρωας της εποχής μας

Posted in Διάφορα κείμενα, Πολιτική on September 27, 2011 by shinecast

Θείος του εκτελέστηκε για τη συμμετοχή του στη δολοφονία του Χρήστου Λαδά από την ΟΠΛΑ, την πρωτομαγιά του 1948, στην πλατεία Καρύτση. Έκτοτε, η οικογένεια Ψωμιάδη πέρασε οριστικά και με πάθος στην εθνικοφροσύνη. Επί χούντας Ιωαννίδη, ο νεαρός Χρυσόστομος, γιος παπά, ντυνόταν με ράσο –εξ ου και το παρατσούκλι «ο καλόγερος»– και βασάνιζε κρατουμένους στο ΕΑΤ ΕΣΑ. Όχι επειδή ήταν στρατιωτικός, όχι επειδή τον υποχρέωσαν, όχι επειδή του έκαναν πλύση εγκεφάλου: απλώς, έτσι, από χόμπι.

Με τη μεταπολίτευση, ο Μάκης άρχισε τη μακρόχρονη καριέρα του, η οποία περιλαμβάνει (αλλά πιθανώς δεν περιορίζεται σε) απαγωγές, λαθρεμπόριο (χρυσού, γούνας κ.ά.), πλαστογραφίες, παροχή «προστασίας», ίδρυση και διαχείριση νυχτερινών κέντρων, εκβιασμούς και (μετά συγχωρήσεως) έκδοση εφημερίδας. Και, φυσικά, last but not least, τη μακρόχρονη, λαμπρή πορεία του στον αθλητισμό.

«Το νομικό, κοινωνικό και επικοινωνιακό πλαίσιο το διαμορφώνουν οι Μάκηδες Ψωμιάδηδες», γράφει σήμερα η Ελίζα Μπενβενίστε. Είναι έτσι, ή αντίστροφα, το πλαίσιο δημιουργεί τους Μάκηδες; Πρόκειται για το γνωστό ερώτημα (αν η κότα έκανε ο το αυγό ή το αυγό την κότα), το οποίο δεν επιδέχεται απάντησης. Η αναζήτηση τού «τις πταίει» σε ιστορικές αναδρομές, καταλήγει συνήθως στην Τουρκοκρατία («τετρακόσια χρόνια σκλαβιά, χάσαμε την Αναγέννηση ρε γαμώτο…») Παρ’ όλα αυτά, ενίοτε οι αναδρομές είναι διδακτικές – και, πάντως, σίγουρα διασκεδαστικές.

Μια πρόχειρη αναδρομή, λοιπόν: η Κατοχή κατέστρεψε την (όποια) ελληνική αστική τάξη (πλην ελαχίστων μεγαλοαστικών οικογενειών), η οποία αντάλλαξε την περιουσία της με ένα ντενεκέ λάδι. Το μετακατοχικό κράτος παρέλαβε μια χώρα διαλυμένη , πού όδευε με ακρίβεια προς τον εμφύλιο πόλεμο, τη χαριστική βολή. Οι δοσίλογοι, οι μαυραγορίτες (αυτοί που έδωσαν τον ντενεκέ το λάδι και πήραν τις περιουσίες), οι χίτες και οι ταγματασφαλίτες της Κατοχής –κατά κανόνα τα πιο λούμπεν στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας– κλήθηκαν να στελεχώσουν όχι μόνο το παρακράτος, αλλά σε κάποιο βαθμό και το ίδιο το κράτος. Η χούντα του 1967 υπήρξε η κορύφωση και το κύκνειο άσμα του μετεμφυλιακού κράτους· το 1974 η χούντα τελείωσε και, για πρώτη φορά μετά από πολλές δεκαετίες, η Ελλάδα είχε μια αξιοπρεπή ­–για τα δεδομένα της– κοινοβουλευτική δημοκρατία. Που ναι, την είχε κερδίσει με πολύ αίμα.

Η χούντα τελείωσε, οι συνεργάτες της όμως όχι. Όχι όλοι. Πολλοί από αυτούς επέπλευσαν, έστω κι αν χρειάστηκε να κάνουν μερικά μακροβούτια, να lay low για λίγο. Ούτε δεκαετία μετά τη μεταπολίτευση, άρχισαν δειλά δειλά να εμφανίζονται αναβαπτισμένοι σε πόστα, σε θέσεις, σε γραφεία, σε καρέκλες, σε πολυθρόνες. Είτε του παρακράτους, είτε του κράτους. Είτε της Ν.Δ., είτε του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Η εξουσία χρειάζεται ανθρώπους που ξέρουν πως να την ασκούν – όχι στα φώτα της δημοσιότητας αλλά στην πράξη, δηλαδή στο παρασκήνιο.

Ο βίος και η πολιτεία παραγόντων της χούντας με τις μεταλλάξεις τους, είναι χαρακτηριστικός. Θυμίζει το σκωπτικό τραγουδάκι, που ακουγόταν στην Αθήνα στα τέλη του ’44, μετά την απελευθέρωση:

Τα κορίτσια που ’χαν πρώτα Ιταλούς
τα κορίτσια που ’χαν πρώτα Γερμανούς
τώρα έχουν Εγγλεζάκια
με κοντά παντελονάκια
κι από πίσω ένα σύνταγμα Ινδούς.

Δεν ισχυρίζομαι βέβαια ότι ο χουντικός κρατικός μηχανισμός επιβίωσε συνολικά και συνέχισε τη λειτουργία του. Λέω απλώς, ότι την ατολμία και την απροθυμία της Νέας Δημοκρατίας να κάνει πραγματική «κάθαρση» (μάλλον λόγω αρτηριοσκληρωτικών φοβιών, κληρονομιά των περασμένων δεκαετιών) στη δεκαετία του ’70, τη διαδέχτηκε η αλαζονεία του παπανδρεϊκού ΠΑ.ΣΟ.Κ, η απίστευτη πρεμούρα για εξουσία, η απληστία με την οποία έστησε το δικό του κράτος, στελεχώνοντάς το βιαστικά (μεταξύ άλλων) με οποιονδήποτε καπάτσο και πονηρό καταφερτζή και συναλλασσόμενο (μεταξύ άλλων) με κάθε κατακάθι. Λέω απλώς πως το σημαντικό στα «κληροδοτήματα» της χούντας στη μεταπολιτευτική δημοκρατία δεν είναι τόσο το ακροδεξιό πολιτικό πρόσημο, όσο οι ίδιες οι διαδικασίες επιβίωσης, νομιμοποίησης, αναβάπτισης. Λέω απλώς, ότι οι Μάκηδες διαμόρφωσαν το πλαίσιο και το πλαίσιο τους Μάκηδες. Και ότι ένας Θεός ξέρει πόσοι Μάκηδες γαλουχήθηκαν με τη σειρά τους στο πλαίσιο αυτό, κι απομένει να τους βρούμε μπροστά μας. Λέω απλώς, ότι ο συγκεκριμένος Μάκης είναι –με υπερβολικό και γκροτέσκο τρόπο, σαν φιγούρα από ταινία του γερμανικού εξπρεσιονισμού­– η ακραία καρικατούρα ενός τύπου νεοέλληνα της μεταπολίτευσης.

Μια πτυχή της σύγχρονης ιστορίας μας είναι αυτή απλώς, ίσως ούτε καν η πιο σημαντική. Κι ούτε ερμηνεύει τα πάντα, ούτε εξηγεί, βέβαια, τη σημερινή κρίση. Συνθέτει όμως μια αφήγηση, η οποία εικονογραφείται εξαιρετικά γλαφυρά από την εικόνα του Μάκη Ψωμιάδη με το πούρο του. Ο ανακριτής έκρινε ότι ο κατηγορούμενος για χρέη προς το δημόσιο ­–ο οποίος φυγοδικούσε επί μήνες– δεν είναι ύποπτος φυγής. Και τον άφησε ελεύθερο με εγγύηση. Εν συνεχεία, ο απελευθερωμένος Μάκης έκανε την τσάρκα του στα καφέ. Το καθεστώς –όχι η κυβέρνηση, όχι ένας δικαστικός λειτουργός, όχι τα media, αλλά το καθεστώς– δεν του επιτρέπει απλώς να υπάρχει και να δρα: τον ανάγει σε εμβληματική εικόνα. Η εμετική λούμπεν ορολογία, την οποία χρησιμοποιούσε για να απειλεί και να εκβιάζει τους πάντες και να στήνει παιχνίδια, έγινε ατάκα σε τηλεοπτική διαφήμιση κινητής τηλεφωνίας. Ένας ήρωας της εποχής μας, με τα όλα του.

*Ο τίτλος είναι δανεισμένος από το ομότιτλο βιβίο του Μ. Λέρμοντοφ (Герой нашего времени)
* Αφορμή για το κείμενο αυτό ήταν, εν μέρει, ορισμένες σκέψεις που ανταλλάξαμε πρόσφατα με τον σύντροφο και φίλο Ηλία Ζαράνη.
* Το κείμενο της Ελίζας Μπενβενίστε στο protagon: http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=9016
* Κείμενο του Κώστα Βαξεβάνη για την απελευθέρωση του Ψωμιάδη με εγγύηση: http://www.koutipandoras.gr/?p=9471

Τέλος γάμου

Posted in Διάφορα κείμενα on September 16, 2011 by shinecast

Από σημερινό ρεπορτάζ του in.gr:

Αθήνα

Ειδικό τέλος ύψους από 30 έως 160 ευρώ για τους πολιτικούς γάμους επιβάλλουν το τελευταίο διάστημα πολλοί δήμοι της χώρας.

Το ειδικό αυτό τέλος το εντάσσουν στα ανταποδοτικά τέλη, επικαλούμενοι την αύξηση των λειτουργικών εξόδων τους λόγω της κατακόρυφης αύξησης των πολιτικών γάμων εξαιτίας της κρίσης, όπως αναφέρει «Το Έθνος».

Για να δικαιολογήσουν, μάλιστα, το τέλος γάμου συνοδεύουν τη γαμήλια τελετή με μια σειρά από παροχές, όπως δώρα προς τους νεόνυμφους, ζωντανή μουσική, οπτικοακουστικά εφέ κ.ά.

Το «τέλους γάμου» οδηγεί τους νεόνυμφους να τελούν τον πολιτικό τους γάμο σε δήμους εκτός τον τόπων κατοικίας τους, όπου δεν υπάρχει πρόσθετη επιβάρυνση εκτός από τα παράβολα των 36 ευρώ που προβλέπει η νομοθεσία.

Το γεγονός αυτό, όμως, φέρνει με τη σειρά του φαινόμενα «ντόμινο», με πολλούς δήμους να υποχρεώνονται να επιβάλλουν και αυτοί το τέλος για να ανακόψουν τους «εισαγόμενους» από τις γειτονικές περιοχές.

 

Έχω μια σειρά από παρατηρήσεις σχετικά με την είδηση:

  1. Ευτυχώς πρόλαβα. Το 2005, ο πολιτικός γάμος ήτο τζαμπέ.
  2. Το “τέλος γάμου” ακούγεται κάπως δυσοίωνο για τους νεονύμφους. Βρείτε έναν άλλον όρο. Εκτός κι αν ετοιμάζετε χαράτσι και για τα διαζύγια, οπότε έχετε κάθε λόγο να τους γρουσουζεύετε.
  3. Τα “δώρα προς τους νεονύμφους” για να δικαιολογηθεί το τέλος μού θυμίζουν μια στιχομυθία από ένα παλιό Μίκυ Μάους, μεταξύ του Ντόναλντ και του Μόμπυ Ντακ, στο φαλαινοθηρικό του τελευταίου:
    Ντόναλντ: Τι είναι αυτό το φως;
    Μόμπυ: Για να μην πέσει κανένα πλοίο πάνω στη σημαδούρα.
    Ντόναλντ: Και η σημαδούρα τι χρειάζεται;
    Μόμπυ: Μα για να στηρίζει το φως.
  4. Ούτε θέλω να φανταστώ τι θα είναι τα δωράκια του Δήμου.
  5. “Ζωντανή μουσική” που καλύπτεται από 160 ευρώ, ενώ έχουν αφαιρεθεί τα δωράκια κλπ. (ε, κάτι θα μένει και στον Δήμο, αλλιώς είμαστε 100% στη λογική της σημαδούρας); Μάλλον θα πρόκειται για την ανιψούλα του δημάρχου και το παιδικό αρμόνιο που της έφερε ο Άι Βασίλης (Casio, κι αυτό αν ο συγκεκριμένος Άι Βασίλης δεν ήτανε τσίπης – αλλιώς κάνα ταϊβανέζικο).
  6. Last but not least: τα “οπτικοακουστικά εφέ”. Πεθαίνω. Αλήθεια. Τρελαίνομαι. Ό,τι κι αν είναι, τα γουστάρω τόσο πολύ, που σκέφτομαι να ξαναπαντρευτώ (με τον ίδιο άνθρωπο, όπως Αμερική, που ξαναπαντρεύονται κάθε χρόνο), μόνο και μόνο για να απολαύσω τα “οπτικοακουστικά εφέ”.

Και μια πρόταση: αν είναι να έχουμε δωράκια, live μουσικούλα και -κυρίως!- “οπτικοακουστικά εφέ”, νομίζω πρέπει κι ο δήμαρχος να ντύνεται Elvis, κι ας πάει το τέλος στα 200 ευρώ. Χαλάλι! (“Αχ, κύριε Καμίνη μου, σας πηγαίνει χάρμα η φαβορίτα…”)

Ο Γάιδαρος εφέντης

Posted in Διάφορα κείμενα on June 10, 2011 by shinecast

Τρία πουλάκια κάθονται στο Μέγαρο απ’ όξω
το ’να τηράει κατά το ΝΙΜΤΣ, τ’ άλλο κατά το Χίλτον,
το τρίτο το μικρότερο μοιρολογάει και λέει:
– Ποιος λες πήγε και πάρκαρε στη διάβαση απάνω,
στη διάβαση για τους πεζούς, στη ράμπα των ΑΜΕΑ;
Μην είν’ ο Τούρκος ο Αγάς, μην είναι ο Βεζίρης,
μην είναι ο Σουλτάνος μας ο πολυχρονεμένος;
Δεν είν’ ο Τούρκος ο Αγάς, δεν είναι ο Βεζίρης,
δεν είναι ο Σουλτάνος μας ο πολυχρονεμένος.
Είναι Ρωμιός, είναι Γραικός, του Πειραιά εφέντης,
είναι τ’ αμάξι του Κατή, τ’ αμάξι του Εφετείου.
­– Το άκουσες, εφέντη μου, τι λένε τα πουλάκια;
– Πουλάκια είναι κι ας κελαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε,
ότ’ είμαι γάιδαρος εγώ, παρκάρω όπου γουστάρω.
– Αργά να φας, αργά να πιεις, αργά να κατουρήσεις,
αργά να πας στ’ αμάξι σου, να δεις τι έχει στο τζάμι.
Κείνος όμως παράκουσε τι του ’πε το πουλάκι,
τρώγει γοργά, πίνει γοργά και γοργοκατουράει,
γοργά πάει στ’ αμάξι του, στο τζάμι του κοιτάζει
και βλέπει στ’ αυτοκόλλητο τη φάτσα του απάνω.
Τέσσερα πόδια και ουρά, ο Γάιδαρος εφέντης.

Επιστολή στην Τζούλια Αλεξανδράτου

Posted in Διάφορα κείμενα with tags , , on March 24, 2011 by shinecast

Αγαπητή Τζούλια,

είμαι αυτός που κόλλησε το αυτοκόλλητο στο παρμπρίζ της ροζ Πόρσε σας. Ναι, αυτό το πορτοκαλί που γράφει «είμαι γάιδαρος, παρκάρω όπου γουστάρω».

Δεν μπορεί να το ξεχάσατε κιόλας: συνέβη μόλις εχθές, Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011, γύρω στις έξι και μισή το απόγευμα, στην αρχή της οδού Μητροπόλεως, στο Σύνταγμα. Σταθήκατε αρχικά κοντά στη στάση του λεωφορείου, εν συνεχεία πήγατε και παρκάρατε πάνω στη διάβαση των πεζών. Γι’ αυτό το έβαλα το αυτοκόλλητο.


Σας εντόπισα αρχικά ενώ βρισκόμουν στο Σύνταγμα. Πέρασα απέναντι και σας φωτογράφισα καθώς παρκάρατε. Έπειτα, εσείς κατευθυνθήκατε προς την οδό Ερμού. Διασταυρωθήκαμε· φορούσα μαύρο σκούφο, κι όταν ήρθαμε μούρη με μούρη, μπροστά από το Υπουργείο Οικονομικών, μισοέκρυψα τη φωτογραφική μηχανή πίσω από την πλάτη μου, μη με πάρετε για paparazzo.

Έβαλα το πορτοκαλί αυτοκολλητάκι στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου σας και αμέσως έπεσε πολύ γέλιο από τους περαστικούς, που είχαν μαζευτεί και χάζευαν τη ροζ Πόρσε. Μια κοπέλα μάλιστα ήρθε, σκασμένη στα γέλια, και με συνεχάρη διά χειραψίας. «Τώρα την έκαψες», μου είπε. Αν είναι αλήθεια, ζητώ συγγνώμη, δεν είχα σκοπό να σας κάψω. Ήθελα απλώς να σας υποδείξω ότι είναι γαϊδουριά να παρκάρεις πάνω στη διάβαση των πεζών.

Παρακαλώ μην το πάρετε προσωπικά: δεν είστε η μόνη, υπάρχουν και άλλοι γάιδαροι που παρκάρουν όπου γουστάρουν. Σε όλους βάζω αυτοκόλλητο. Τον τελευταίο μήνα, έχω κολλήσει περίπου εκατό, εβδομήντα εκ των οποίων στο σημείο αυτό, στη Μητροπόλεως. Ούτε είναι ταξικό το θέμα, επειδή δηλαδή έχετε Πόρσε: η γαϊδουριά είναι διαταξική. Εγώ κάνω την εικαστική-ζωολογική μου παρέμβαση ανεξαρτήτως μάρκας αυτοκινήτου. Πάντως, οφείλω να ομολογήσω, δεν μου είχε ξανατύχει ροζ και σινιέ Πόρσε.

Θα μου πείτε, δεν χώραγαν οι πεζοί να περάσουν; Ναι, χώραγαν, παρακάμπτοντας την Πόρσε σας, επειδή έτυχε να μην υπάρχουν άλλα γαϊδούρια κολλητά εκείνη τη στιγμή: συνήθως είναι πέντε-έξι αυτοκίνητα, ενίοτε με μηχανάκια ανάμεσα, που κάνουν ακόμα πιο δύσκολη την πίστα. Έχω δει γιαγιάδες με ψώνια να αναγκάζονται να χορέψουν τσάμικο για να περάσουν. Φυσικά, το μεγάλο μπόνους (αρχιγάιδαρος) το παίρνει όποιος παρκάρει πάνω στη ράμπα που προορίζεται για τα άτομα με ειδικές ανάγκες (ΑΜΕΑ).

Στην περιοχή, υπάρχουν αρκετά parking. Άλλη φορά, παρακαλώ πηγαίνετε σε ένα από αυτά. Ακόμα κι αν είναι για λίγη ώρα, δεν χάθηκε ο κόσμος, θα δώσετε γύρω στα 8-10 ευρώ. Κι εσείς δεν κάνατε και λίγη ώρα. Το ξέρω, γιατί περίμενα τουλάχιστον κανένα μισάωρο να εμφανιστείτε, να σας φωτογραφίσω καθώς θα βγάζετε το αυτοκολλητάκι. Είχα και μια περιέργεια, αν θα αντέξει το μανικιούρ. Στο μεταξύ, οι περαστικοί καταδιασκέδαζαν και φωτογραφίζονταν δίπλα στην ροζ Πόρσε. Αλλά έκανε κρύο, είχα και ραντεβού με κάτι φίλους για καφέ, οπότε βαρέθηκα να περιμένω και έφυγα.

Αγαπητή Τζούλια, ελπίζω να μη σας κούρασα. Άλλη φορά, παρακαλώ να μην παρκάρετε σε διάβαση ή ράμπα για τα ΑΜΕΑ. Θα με αναγκάσετε να ξαναβάλω αυτοκόλλητο. Α, μια και το ’φερε η κουβέντα: το πορτοκαλί ήταν χάλια με το ροζ, δεν πήγαινε. Αλλά, δυστυχώς, δεν τα βγάζουν σε άλλο χρώμα· ένα πρασινάκι, ας πούμε, θεωρώ ότι θα πήγαινε χάρμα. Ή κάτι σε καναρινί ίσως. Ε;

Φιλικά,
Γιώργος Τσακνιάς

Υ.Γ. Το μανικιούρ, εντάξει;