Archive for the Πολιτική Category

Γιου χαβ του ντου μι

Posted in Πολιτική on April 23, 2015 by shinecast

tsipras merkel

Η σημερινή διαρροή λέει πως ο έλληνας πρωθυπουργός θα πει στη γερμανίδα καγκελάριο «εγώ έκανα αυτό που μου είπες, κάνε τώρα κι εσύ αυτό που είπες ότι θα κάνεις». Δεν έχω τη διάθεση να σχολιάσω στα σοβαρά διαρροές προς εσωτερική κατανάλωση· από την άλλη, επειδή η πρόταση αυτή είναι ό,τι πρέπει για να τη μπερδέψει κανείς και να κάνει σαρδάμ, εμπνεύστηκα ένα μικρό μονόπρακτο και δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό να το γράψω. (Προφανώς θα πει κάτι σε αυτό το πνεύμα, όχι αυτό ακριβώς, αλλά εμένα μου αρέσει να τα φαντάζομαι όλα κυριολεκτικά). Ελπίζω η συνάντηση στην πραγματικότητα να πάει καλύτερα.
Καλησπέρα μαντάμ… Ε, φράου… Τεσπά, Άνγκελα, φραουλίτσα μου, άκου: εγώ ασούμε έκανα αυτό που είπες, κάνε τώρα κι εσύ αυτό που είπα… Εεεε, όχι! Κάνω… Εσύ, αυτό που είπες να…. Αχ, ρε γαμώτο, και το είχα μάθει, χθες το θυμόμουν, γιατί τώρα ρε πούστη μου…

[Συνοφρυώνεται, μουρμουρίζει. Σε λίγο τα παρατάει και φαίνεται να παίρνει μια απόφαση].

Μισό, Άνγκελα, χαφ ε μόμεντ πλιζ, ντοντ γκόου αγουέι, άι χαβ του μέικ ε φόουν κολ…

[Πάει παραπέρα και καλύπτει το κινητό με το χέρι, να μην ενοχλεί].

Έλα, Νίκο… Εγώ είμαι… Τι; Τι ποιος; Τι πα να πει δεν είσαι ο Νίκος; Τον Νίκο τον Παππά, ο Αλέξης είμαι πες του… Τον Παππά, όχι τον Κοτζιά, για όνομα…

[Περιμένει με ανυπομονησία για λίγο].

Ναι; Έλα ρε, δεν είπαμε θα είσαι σταντ μπάι; Λοιπόν, άκου, μην τσαντιστείς. Είναι η Ζωή δίπλα σου; Αν είναι κάνε λίγο πιο κει, δεν θέλω να καταλάβει… Λοιπόν, ρε συ, ξέχασα πώς ακριβώς είπαμε να της το πω… Ναι, εδώ, μαζί είμαστε ακόμα… Μη φωνάζεις, ρε μαλάκα, μισό λεπτό, ντάξει, τα ‘μπλεξα λίγο, αλλά δεν θα πεθάνουμε κι όλας… Λοιπόν, το πρώτο τής το είπα σωστά — ελληνικά, αγγλικά, τα πάντα όλα. Ναι ρε σου λέω, αυτό το «εγώ έκανα ό,τι μου είπες, άι ντιντ μάι παρτ… Γουατ γιου σελφ του μι…» Τι; Τι; Σεντ, σεντ είπα, τώρα μπερδεύτηκα… Ε, καλά, τολντ, σεντ, το ίδιο είναι… Ρε μη φωνάζεις, είμαι άυπνος, έλεος… Λοιπόν, το μετά θύμισέ μου. Εκεί που λέμε κάνε τώρα κι εσύ… Τι είναι να κάνει; Πώωωως; Ρε συ, πού είσαι κι έχει τόση φασαρία, δεν καταλαβαίνω τι μου λες… Ποια Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου, ρε μαλάκα, σου λέω είμαι εδώ με τη… Τιιιι; Όχι, μην το κλείνεις ρε πούστη μου… Έλα; Έλα; [Κοιτάει το κινητό απελπισμένος και μονολογεί]. Όχι ρε γαμώτο…

[Βάζει το κινητό στην τσέπη και κινείται διστακτικά προς την καγκελάριο].

Λοιπόν, Άνγκελα, άκου, δεν το θυμάμαι ακριβώς αλλά θα… Τι; Έχει φύγει η διερμηνέας; Γουέρ δε φακ; Έλεος ρε πούστη… Τι, τι πα να πει διάλειμμα… Καλά, τεσπά. Άι γουίλ σέι ιν ίνγκλις, οκ; Θα αυτοσχεδιάσω, τι να κάνω… Ντου γιου σπικ; Οκ, λίσεν, γκιβ ας σαμ μάνεϊ νάου ορ ιτ’ς ε γκοντ νταμ φρόουζεν γουόρ. Λίσεν, άι ντιντ μάι παρτ, νάου γιου χαβ του ντου μι…

«Σύντροφοι, ομιλείτε την αγγλικήν;»

Posted in Πολιτική with tags , , , on November 3, 2013 by shinecast

Η ομιλία μου στην Κ.Ε. της Δημοκρατικής Αριστεράς (Γ. Τσακνιάς, 3/11/2013)

do-you-speak-english

Σύντροφοι, συντρόφισσες,

όχι ένα, αλλά 58 φαντάσματα πλανώνται πάνω από την Κεντρική μας Επιτροπή. Το λέω αυτό, γιατί άκουσα πολλές ομιλίες που ασχολήθηκαν με το κείμενο των 58 και αναρωτιέμαι γιατί. Γιατί εν τέλει τόση κουβέντα εδώ μέσα για το κείμενο των 58; Προσοχή, για το ίδιο το κείμενο των 58. Γιατί τόσο άγχος να τεκμηριώσουμε την άρνησή μας να πάμε σε έναν διάλογο; Διότι περί αυτού πρόκειται.

«Το κείμενο των 58 δεν έχει πρόταση», «το κείμενο των 58 δεν έχει πρόσημο», «το κείμενο των 58 δεν έχει επαφή με την κοινωνία που χειμάζεται…»

Ε, και;

Κατ’ αρχάς, το κείμενο των 58 είναι πρόσκληση σε διάλογο. Πρόσκληση. Όχι ο ίδιος ο διάλογος.

Κατά δεύτερον: σύντροφοι, εμείς που (αν μη τι άλλο πιστεύουμε πως) έχουμε πρόταση και πρόσημο και επαφή με την κοινωνία που χειμάζεται, τι μας νοιάζει αν έχουν ή δεν έχουν οι 58; Τι είναι τέλος πάντων αυτό που κάνει αρκετά μέλη της ΚΕ να αφιερώνουν αυτά τα 5-6 λεπτά που έχουν στη διάθεσή τους για να αποδομήσουν το κείμενο των άλλων, μόνο και μόνο για να δικαιολογήσουν το δικό μας «όχι;»

Ας δούμε τη δική μας πρόσκληση για τη δημιουργία του τρίτου πόλου — κάτι που είναι σταθερή επιδίωξή μας και γι’ αυτό ακριβώς ανησυχώ για τη συνέπεια λόγων και έργων αλλά και για το τι εικόνα εκπέμπουμε προς τα έξω για τη συνέπεια λόγων και έργων. Η δική μας λοιπόν πρόσκληση σταθερά απευθύνεται, όσον αφορά την πολιτική ταυτότητα, στον χώρο του δημοκρατικού σοσιαλισμού, της σοσιαλδημοκρατίας, της πολιτικής οικολογίας κλπ. Και σωστά. Από εκεί και πέρα, το κείμενο θέσεων (σελ. 31) περιγράφει τους βασικούς άξονες των πολιτικών του «τρίτου πόλου»

  • Η επαναδιαπραγμάτευση του πλαισίου με τους εταίρους και δανειστές με στόχο την διαφοροποίηση των πολιτικών αντιμετώπισης της ελληνικής κρίσης. Διαφοροποίηση: λέξη χωρίς πρόσημο. Αυτό θα μπορούσε να το πει ο οποιοσδήποτε.
  • Η σύνδεση της δημοσιονομικής προσαρμογής με την ανάπτυξη και την προώθηση ενός νέου προτύπου παραγωγικής ανασυγκρότησης, με ιδιαίτερη έμφαση στον πρωτογενή τομέα της παραγωγής. Συμφωνώ απολύτως για την έμφαση στην πρωτογενή παραγωγή, αλλά απαιτεί ένα ολοκληρωμένο μακροχρόνιο σχέδιο. Επίσης χωρίς πρόσημο.
  • Η διαμόρφωση ενός δικτύου κοινωνικής προστασίας και επαναθεμελίωση του κοινωνικού κράτους. Με πρόσημο, από αριστερό έως κεντρώο.
  • Η εξυγίανση του πολιτικού συστήματος, και η ριζική δημοκρατική μεταρρύθμιση του κράτους και της δημόσιας διοίκησης, με αναβάθμιση της αυτοδιοίκησης. Αυτονόητο, απολύτως αναγκαίο — πάντως χωρίς πρόσημο.
  • Η  συμβατότητα ανάπτυξης και περιβάλλοντος καθώς και ο προσανατολισμός αυτής στη δημιουργία θέσεων εργασίας.
  • Η  ανατροπή του αποκλεισμού της νέας γενιάς, από την εργασία, την ασφάλεια και τον πολιτισμό. Σωστά, αυτονόητα, χωρίς πρόσημο

Από τα έξι (σωστά σε γενικές γραμμές) σημεία της δικής μας πρόσκλησης, το ένα μόνο έχει αριστερό πρόσημο — κι αυτό όχι κατ’ ανάγκην κάργα αριστερό, έτσι; Αυτό, σε κείμενο συνεδρίου. Το κεφάλαιο για τον τρίτο πόλο είναι 4,5 σελίδες.

Κι όμως: υπάρχουν σύντροφοι που αφιερώνουν το πεντάλεπτο —αυτό το πολύτιμο πεντάλεπτο, που τους δίνεται μια φορά στους 2 μήνες, και μάλιστα τώρα είναι η τελευταία φορά για αυτήν την απερχόμενη ΚΕ— για να κριτικάρουν των 58 το κείμενο.

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

εμένα αυτή η πρεμούρα δυο μέρες τώρα με τους 58 με θλίβει. Γιατί είναι ένδειξη είτε δικής μας φτώχειας είτε δικής μας έλλειψης αυτοπεποίθησης.

Προσωπικά, θέλω το κόμμα μου να πάει στον διάλογο. Γιατί όχι; Τι έχει να φοβηθεί; Με τις δικές του προτάσεις και το δικό του σχέδιο. Κι αν είμαστε σίγουροι (αλλά σίγουροι) ότι οι δικές μας προτάσεις και το δικό μας σχέδιο είναι πειστικά, είναι επεξεργασμένα και, βέβαια, είναι στη σωστή κατεύθυνση —σωστή όπως την ορίζουμε εμείς, στη βάση και στην κατεύθυνση που θέλουμε— τι έχουμε να φοβηθούμε από το ΠΑΣΟΚ και από τις πολιτικές που τώρα ασκεί; Αν οι δικές μας προτάσεις είναι η σωστή απάντηση στις ασκούμενες πολιτικές, δεν θα βγούμε ωφελημένοι από τον διάλογο και τη σύγκριση — ανεξαρτήτως έκβασης;

Όσο για το αν οι δικές μας προτάσεις μας και το δικό μας σχέδιο απαντούν ή όχι στο σήμερα — τι να πω. Αν όχι, ε, τότε προφανέστατα έχουμε πρόβλημα.

Συντρόφισσες και σύντροφοι: δεν μπορούμε να πορευόμαστε φροντίζοντας διαρκώς να μη χάνουμε. Πρέπει και να κερδίζουμε πότε πότε. Εγώ πιστεύω ότι μπορούμε. Εξάλλου, το έχουμε ξανακάνει.

Φοβάμαι ότι τελευταία μπερδεύουμε όλο και περισσότερο τη στρατηγική με την τακτική. Κι αυτό είναι ολέθριο λάθος.

Φοβάμαι ότι η αντίφαση είναι κραυγαλέα: καλούμε σε τρίτο πόλο εμείς, αλλά όταν καλούν οι άνθρωποι που καλούμε, δεν πάμε. Μιλάμε με το ΠΑΣΟΚ, συγκυβερνούμε με το ΠΑΣΟΚ κι εξακολουθούμε να μιλάμε με το ΠΑΣΟΚ, λέμε ότι ο τρίτος πόλος δεν θα γίνει με συναντήσεις κορυφής αλλά «από τα κάτω», βγαίνουμε από την κυβέρνηση και πια δεν του μιλάμε του ΠΑΣΟΚ γιατί —εν μια νυκτί προφανώς— συντελέστηκε η «συντηρητική μετάπτωση», συναντάμε πρώην βουλευτές του ΠΑΣΟΚ —σε συναντήσεις κορυφής, βέβαια— και συμπορευόμαστε, νομιμοποιώντας εμείς, μόνοι μας, μια άγονη κι επιζήμια για εμάς συζήτηση στο επίπεδο «γιατί με την Κική και όχι με την Κοκό».

Όλη αυτή η αντιφατική στάση μας, η οποία δεν κρύβεται, διότι μας βλέπουν, μου θυμίζει μια φράση από ένα τραγούδι του Μιχάλη Σιγανίδη: «Ομιλείτε την αγγλικήν; Δεν ομιλώ όμως εγώ».

Θα ήθελα να πω κι άλλα. Και για το κείμενο θέσεων (που αυτό είναι το κανονικά το θέμα μας, και όχι το κείμενο των 58 ή οποιουδήποτε άλλου) και για τα κείμενα συμβολής στον προσυνεδριακό διάλογο, τουλάχιστον τα δύο που συνυπογράφω. Για το πρώτο, συμφωνώ με τον Γραμματέα μας, όσον αφορά τις αντιφάσεις και το γεγονός ότι δεν είναι μικρά λογικά σφάλματα-αβλεψίες, παρά σημαντικές αντιφάσεις της γραμμής. Όσον αφορά τα δύο κείμενα, με κάλυψε απολύτως η Ντόρα Τσικαρδάνη κατά την παρουσίαση. Πρέπει να πω, ότι και οι δύο ομιλητές που ανέφερα, ο Σπύρος και η Ντόρα, με κάλυψαν και ως προς κάτι βαθύτερο, που είναι και πολιτικό και συναισθηματικό.

Οι περισσότεροι εδώ μέσα έχετε πολλά ένσημα, πολλά χρόνια σε κόμματα της αριστεράς. Εγώ, όχι. Πολιτικοποιημένος είμαι εκ γενετής. Οργανώθηκα όμως για πρώτη φορά στη Δημοκρατική Αριστερά. Σε εμπειρία λοιπόν υπερτερείτε οι περισσότεροι, από την άλλη για μένα είναι ο πρώτος μου έρωτας. Σταδιακά, και κυρίως τους τελευταίους μήνες, έχω χάσει τον ενθουσιασμό μου. Όχι γιατί πήραμε μια λανθασμένη κατά τη γνώμη μου απόφαση κι εγώ σαν κακομαθημένο μούτρωσα, αλλά γιατί από την απόφαση αυτή και μετά χάσαμε τον μπούσουλα, χάσαμε τον προσανατολισμό, χάσαμε αυτό που ήμασταν. Επιμένουμε με εκλογικεύσεις, με τακτικισμούς και με μπαλώματα, μοιραία πέφτουμε σε εσωστρέφεια και σε μουρμούρα, πηγαίνουμε ένα βήμα μπρος δύο πίσω (δηλαδή ένα πίσω, για όποιον προτιμά την απλή αριθμητική από τον λενινισμό), ελλείψει σχεδιασμού και γερής γραμμής καίμε ενίοτε και τα θετικά μας, επειδή είναι αποσπασματικά. Δεν χρειάζεται κανείς να είναι ειδικός στην ιστορία της Αριστεράς, είναι γνωστή η συνέχεια: όταν τα πράγματα είναι κάπως έτσι, αρχίζει να αναζητείται ο εχθρός, εσωτερικός ή εξωτερικός. Πάντα βρίσκεται.

Αυτόν τον ενθουσιασμό που έχασα, που απομακρύνθηκε μαζί με εκείνη τη Δημοκρατική Αριστερά, που αλλιώς τη φανταστήκαμε κι αλλιώς είναι τώρα, προσωπικά θα προσπαθήσω να τον ξαναβρώ. Όχι βέβαια διαλύοντας ή ρευστοποιώντας  ή υπονομεύοντας τη ΔΗΜΑΡ αλλά διεκδικώντας την επιστροφή στο μέλλον. Αυτό είναι που έχουμε χάσει, κάνοντας βήματα προς τα πίσω. Ένα κόμμα με ανοιχτές πόρτες και παράθυρα. Ένα σπίτι που θα το κρατάμε πάντα καθαρό και φωταγωγημένο.

* * *

Σημείωση: η φράση «Ομιλείτε την αγγλικήν; Δεν ομιλώ όμως εγώ» είναι από κομμάτι του Μιχάλη Σιγανίδη, αν δεν κάνω λάθος από το “SKG est fatigué”. Αν κάνω λάθος, είναι από άλλο κομμάτι του Σιγανίδη. Όπως και να ‘χει, δεν βρίσκω το εν λόγω κομμάτι στο youtube, γι’ αυτό βάζω ένα άλλο.

* * *

Ρατσισμός ή πολιτική ορθότητα;

Posted in Πολιτική with tags , , , , , on July 25, 2012 by shinecast


Ο ρατσισμός και η ξενοφοβία δεν ξεκινούν και δεν τελειώνουν με ένα tweet μιας αθλήτριας. Η κινητοποίηση, ωστόσο, της κοινωνίας, μέσω των social media, και η άμεση επίσημη αντίδραση της Δημοκρατικής Αριστεράς, είχαν ένα απτό αποτέλεσμα: η Ελλάδα δεν θα εκπροσωπηθεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες από τη Βούλα Παπαχρήστου. Δεν τίθεται κανένα θέμα «ελευθερίας του λόγου»· όταν εκπροσωπείς κι άλλους, πέρα από τον εαυτό σου, αρχίζουν και μπαίνουν περιορισμοί. Και εδώ ο περιορισμός είναι αυτονόητος: όχι, δεν δέχομαι να εκπροσωπηθώ, να εκπροσωπηθεί η χώρα μου από ανθρώπους που κάνουν χυδαία ρατσιστικά αστεία.

Από εκεί και πέρα: πολιτική ορθότητα; Πολλά μπορούμε να πούμε. Το απλούστερο, ωστόσο, —διότι με τα πολλά λόγια χάνεται η ουσία— είναι ΝΑΙ. Δεν γουστάρω την πολιτική ορθότητα, την προτιμώ όμως χίλιες φορές από τον ρατσισμό και από τον νεοναζισμό. Κι επειδή δεν μπορώ να σκεφτώ άλλο συντεταγμένο τρόπο για την αντιμετώπισή τους από την κοινωνία (οι διάφορες φεϊσμπουκικές δηλώσεις τύπου «τσακίστε τους φασίστες» δεν βλέπω σε τι χρησιμεύουν, πέρα από μια εφηβική εκτόνωση), ας περάσουμε από το αναγκαίο στάδιο της πολιτικής ορθότητας πρώτα, μέχρι να καταλάβουμε όλοι τι πάει να πει νεοναζισμός και ρατσισμός. Και μετά, βλέπουμε.

Το twitter της Βούλας Παπαχρήστου
Η ανακοίνωση της Δημοκρατικής Αριστεράς

Σκέψεις τινές περί του κυβερνάν, περί του συμμετέχειν, περί του αριστερίζειν και περί ευθύνης, καθώς μία επίκαιρος μνεία στον Θωμά Μαύρο, τον επιλεγόμενο και «φονιά»

Posted in Πολιτική on June 21, 2012 by shinecast

Κείμενον σημαντικόν, πολλαπλών διαστάσεων, απαντόν εις πλείστας όσας ερωτήσεις και προβληματισμούς περί της στάσεως της ΔΗΜΑΡ εις την παρούσαν συγκυρίαν, ευθαρσώς και εγκαρσίως κινούμενον μεταξύ Ερρίκου Μπερλινγκουέρ και Θωμά Μαύρου, συνταχθέν υπό Γεωργίου Τσακνιά, του φίλου και εν όπλοις συναγωνιστού. Ή, αλλέως και εις την καθομιλουμένην: Να πώς πρέπει να γράφονται τα κομματικά κείμενα. [Τέλης Σαμαντάς]

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

πιστεύω ότι πήραμε τη σωστή απόφαση. Καλό τώρα είναι να κάνουμε όλοι ό,τι μπορούμε για να πετύχουμε. Να γίνουν δηλαδή πράξη αυτά που επαγγελλόμαστε. Δεν ξέρω τι μπορούμε να κάνουμε, ο καθένας μας εννοώ. Προφανώς, το κόμμα θα στηρίξει με κάθε τρόπο την κυβέρνηση. Αν μπορούν να κάνουν κάτι τα μέλη π.χ.  μέσω των τοπικών ή των τομέων, η με οποιονδήποτε άλλο οργανωτικό τρόπο, θα το κάνουν. Κι αν πάλι χρειάζεται κάποιος να φέρνει καφέδες σε μερικά στελέχη μας που θα συνεδριάζουν, το κάνω ευχαρίστως κι αυτό, αν δεν μπορώ να συνεισφέρω κάτι περισσότερο. Και το εννοώ.

Έχουμε όλοι ψοφήσει από τις διπλές εκλογές και τις συγκινήσεις. Από την άλλη, μια νέα αρχή δίνει νέα όρεξη. Πόσο μάλλον, μια νέα εποχή. Η επαγρύπνηση και η συμμετοχή πρέπει να παραμείνουν στο μάξιμουμ.

Κατά τη γνώμη μου, το σύνθημα της «ευθύνης» αποκτά τώρα απολύτως συγκεκριμένο περιεχόμενο: με τη συμμετοχή, αναλαμβάνουμε μια πολιτική ευθύνη από μόνοι μας, χωρίς να μας επιβληθεί. Στην αντιπολίτευση θα είχαμε μεν τον μπαμπούλα του ΣΥΡΙΖΑ (γιατί να ψηφίσουν εμάς κι όχι αυτόν;) αλλά, παρ’ όλα αυτά, με «έξυπνη διαχείριση», θα κρατάγαμε μέρος τουλάχιστον των ποσοστών μας. Αν μη τι άλλο, στη Βουλή θα ξαναμπαίναμε, νομίζω. Τώρα, βάζουμε το κεφάλι μας στον τορβά.

Η συμμετοχή είναι ηθικά πεντακάθαρη: ρισκάρουμε έως και την κομματική μας εξαφάνιση (ακούγεται δραματικό, αλλά παίρνω ένα ακραία κακό σενάριο). Από την άλλη, ακόμα και υπό μία οπτική εξ αριστερών μας, δεν βλάπτουμε το «λαϊκό κίνημα». Αν πετύχει αυτή η κυβέρνηση πέντε πράγματα από αυτά που βάζουμε εμείς στην ατζέντα, είναι αναμφισβήτητα για το καλό του λαού και των εργαζομένων. Εάν όχι, μόνον εμείς χάνουμε τους ψηφοφόρους μας (και, μάλιστα, στο σενάριο αυτής της ανάγνωσης των δεδομένων, θα τους χάσουμε προς τα αριστερά, άρα το λαϊκό κίνημα θα γιγαντωθεί και θα πάρει αυτοδυναμία). Με άλλα λόγια, ή κερδίζει η χώρα κι ο λαός, ή χάνει το κόμμα μας. Δεν παίζουμε στις πλάτες κανενός. Γι’ αυτό και ήδη μας αντιμετωπίζουν με οφθαλμοφανή αμηχανία. Η μόνη «αριστερή» κατηγορία που μπορεί να μας αποδοθεί, είναι από σκοπιά αμιγώς αντισυστημικής αριστεράς: μπλα μπλα εξωραΐζουμε τον καπιταλισμό, μπλα μπλα άλλοθι, μπλα μπλα όξυνση των αντιθέσεων. Καλά, ηρεμήστε. Πάντως, την κατηγορία αυτή δικαιούται να την προσάψει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ας πούμε. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ο προσφάτως ευρωπαϊκός και κυβερνητικός, δεν μπορεί να το κάνει. Ας το κάνει, αν θέλει. Κάτι μου λέει ότι δεν θα το κάνει.

Γιατί τώρα και όχι μετά τις εκλογές του Μαΐου; Για πολλούς λόγους. Κατ’ αρχάς, τώρα εκπροσωπούμε το 48%, όχι το 37%. Απέχουμε ακόμα από το 70% που, σύμφωνα με τον Μπερλινγκουέρ, είναι το ποσοστό συναίνεσης ικανό για μεταρρυθμίσεις ευρείας αποδοχής, αλλά πάντως είναι άλλο να λες εκπροσωπώ έναν στους τρεις και άλλο εκπροσωπώ τους μισούς. Επίσης: τον Μάιο είχαμε δεσμευτεί προεκλογικά ότι δεν θα συνεργαστούμε με ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Και καλώς το είχαμε υποσχεθεί, και καλώς τηρήσαμε την υπόσχεσή μας. Τα δύο κόμματα έπρεπε να το φάνε το στραπάτσο. Δεν αρκεί να το ξέρεις δημοσκοπικά ότι θα το φας. Είναι αλλιώς να σου το λέει η Singular. Τότε υπήρχε όντως ένα ζήτημα λαϊκής νομιμοποίησης και παροχής «σωσίβιου» στον παλαιό δικομματισμό. Ενώ τώρα, δεν νομίζω ότι τίθεται τέτοιο θέμα: κάναμε εκλογές, ξανακάναμε εκλογές, ο ΣΥΡΙΖΑ έσπευσε να διαλέξει πεντακάθαρα την αντιπολίτευση — ε, δικαίωμά σας σύντροφοι. Αποφασίσατε να είστε αντιπολίτευση, προχωράμε χωρίς εσάς.

Τις μέρες μετά τις εκλογές του Μαΐου, αφού ξεμπροστιάσαμε (σε όσους, εν πάση περιπτώσει, έχουν μάτια και βλέπουν) την υποκριτική ενωτική ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ με το τσίρκο της δεύτερης εντολής κλπ, κάναμε την πρόταση για την Οικουμενική. Επαναξετάζοντας εκείνη την κίνησή μας σήμερα, υπό το πρίσμα της συμμετοχής στην κυβέρνηση, θεωρώ ότι πέρα από το πώς μας τοποθέτησε στην κεντρική σκηνή, πέρα από τους πόντους που μας έδωσε, έχει την εξής ουσιαστική διάσταση: δικαιούμαστε να λέμε στον ΣΥΡΙΖΑ πως άφησε τότε να χαθεί μια τεράστια ευκαιρία για την ελληνική αριστερά. Είχε τον Σαμαρά στο καναβάτσο και τον άφησε να σηκωθεί. Μπορούσαμε τότε να κάνουμε μια Οικουμενική και να πετύχουμε αυτά που ευελπιστούμε ότι θα πετύχουμε τώρα. Και περισσότερα, μάλιστα. Τώρα όμως η κυβέρνηση δεν είναι Οικουμενική, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν συμμετέχει και ο Αντώνης Σαμαράς έχει γίνει πρωθυπουργός.

Προλαβαίνω την ένσταση: το επιχείρημα της παραπάνω παραγράφου, το τι θα γινόταν εάν ο ΣΥΡΙΖΑ είχε προσχωρήσει σε μια Οικουμενική τον Μάιο, ισχύει για έναν άλλο ΣΥΡΙΖΑ, υποθετικό. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι άλλος, είναι αυτός που είναι. Γι’ αυτό κι εμείς δεν είμαστε πλέον εκεί. Παρ’ όλα αυτά, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αξιωματική αντιπολίτευση: δικαιούται του σεβασμού μας και φυσικά δεν έχει ασυλία από την κριτική μας — τουναντίον. Του σεβασμού μας δικαιούνται επίσης οι ψηφοφόροι του, όπως και οι ψηφοφόροι όλων (σχεδόν) των κομμάτων. Εμείς δεν θα κατρακυλήσουμε στη λογική ότι το 93,7% του ελληνικού λαού που δεν μας ψήφισε είναι μαλάκες, ζώα, πρόβατα, μικρονοϊκοί κλπ. Αυτή δεν είναι ούτε δημοκρατική, ούτε αριστερή αντίληψη.

Κατά τη γνώμη μου, μοναδικό σοβαρό επιχείρημα υπέρ του να είχαμε προχωρήσει σε τρικομματική τον Μάιο, είναι ακριβώς ότι τότε εξαρτιόταν από εμάς ο σχηματισμός κυβέρνησης, άρα διαθέταμε ισχυρότερο διαπραγματευτικό χαρτί. Μπορούσαμε να εκβιάσουμε και να επιβάλουμε πράγματα. Ναι, αλλά από την άλλη, και ποιος την ήθελε τότε την τρικομματική; Ο Σαμαράς όχι ιδιαίτερα, ο Βενιζέλος καθόλου. Γι’ αυτό και μόλις που ψιλοκρύφτηκαν ευγενικά πίσω από τη δική μας άρνηση, μόνο και μόνο επειδή αυτή ήταν «αριστερή» και διακηρυγμένη από πριν. Αν όντως μας ήθελαν, αν πραγματικά επιθυμούσαν να σχηματιστεί κυβέρνηση ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ τον Μάιο και να μην πάμε στις εκλογές του Ιουνίου, θα είχαν βγει στα κεραμίδια — ότι είμαστε ανεύθυνοι, καθόμαστε απέξω και πυροβολάμε κλπ. Δεν είδα τίποτε από αυτά. Αν κάναμε την κίνηση τότε, θα πυροδοτούσαμε μια ακραία πόλωση. Νομίζω πως αυτό αποτελεί αντικειμενική παραδοχή και είναι δεδομένο ότι κάτι τέτοιο το ζυγιάζεις και φέρεσαι υπεύθυνα, δεν πας με τη συναισθηματική προσέγγιση «εγώ θα κάνω κυβέρνηση, δεν θα φοβηθώ τον ένα και τον άλλο». Όχι, την κοινωνική αναταραχή έπρεπε να την αποφύγουμε πάση θυσία.

Εν κατακλείδι, θεωρώ ότι καλώς (άριστα!) βάζουμε το κεφάλι μας στον τορβά. Όχι ad hoc. Όχι απλώς επειδή το βάζουμε (παγίως διαφωνούσα με τη στερεότυπη έκφραση «να λερώσουμε τα χέρια μας», λες και αυτό από μόνο του κάνει καλό στη χώρα! Συμφωνώ πως είναι συνθήκη αναγκαία, δεν είναι όμως ικανή), αλλά επειδή τώρα μπορεί να έχουμε αποτελέσματα. Μιας και μιλάω για αποτελέσματα, να φέρω εδώ μια θεωρητική ένσταση σε μια φράση από το υπέροχο, κατά τα άλλα, κείμενο που ανήρτησε χθες ο Σάκης: «Η δικαίωση υπάρχει στην ίδια την επιλογή, στην πρόθεση, στο ρίσκο και όχι στο τελικό αποτέλεσμα». Εγώ λέω και ναι και όχι. Οι άνθρωποι κρίνονται από τα κίνητρα, οι πράξεις από το αποτέλεσμα. Ναι, τα κίνητρά μας είναι καθαρά. Ναι, προτάσσουμε το καλό της χώρας και όχι το καλό του κόμματος. Από την άλλη, αυτά πάνε χέρι χέρι. Ευελπιστούμε ότι θα κάνουμε το καλό για τη χώρα και θα εισπράξουμε το όφελος — και πάλι με το σωστό κίνητρο, όχι δηλαδή για να το εξαργυρώσουμε αλλά για να το επανεπενδύσουμε πολιτικά, στον δρόμο που πιστεύουμε ότι είναι ο σωστός. Όσο οι πράξεις μας είναι συνεπείς προς τους λόγους μας (και πόσο σπανίζει πλέον αυτό!), τα κίνητρά μας θα είναι καταφανώς καθαρά και θα αναγνωρίζονται. Αλλά πολιτικά, η συμμετοχή μας στην κυβέρνηση θα κριθεί από το αποτέλεσμα. Προσωπικά, η καθαρότητα των κινήτρων μας μου δίνει τη δύναμη να προσπαθήσω για το καλό αποτέλεσμα.

Θέλω να κλείσω με μια μνεία στον Πρόεδρο. Δεν θέλω να γράψω ύμνους, ούτε όμως από την άλλη να χρησιμοποιήσω ψυχρές εκφράσεις, μόνο και μόνο για να μη γίνω μελό. Απεχθάνομαι το μελό, είμαι όμως συναισθηματικά φορτισμένος. Εν πάση περιπτώσει, ας μην πω τίποτα για το πρόσωπο. Αφού δηλώσω ότι θαυμάζω το πολιτικό αισθητήριό του κι ότι τον εμπιστεύομαι πως μπορεί να παίξει μπαλάρα και να ντριπλάρει σε τηλεφωνικό θάλαμο, επιτρέψτε μου να κλείσω τη σεντονιάδα μου χουλιγκανικά, αφιερώνοντας στον Πρόεδρο την ιαχή που δονούσε το αείμνηστο γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80:

Θωμά, Θωμά, εσύ ’σαι ο φονιάς
και όχι ο Δημόπουλος ο παλιοπουσταράς

Γιώργος Τσακνιάς

Για τη μείωση του κόστους του πολιτικού συστήματος

Posted in Πολιτική with tags , , , , , on June 13, 2012 by shinecast

Με αφορμή τις προτάσεις της Δημοκρατικής Αριστεράς για τη μείωση του κόστους του πολιτικού συστήματος (μείωση των βουλευτικών αποδοχών και της επιχορήγησης των κομμάτων στο 50%, κατάργηση της αποζημίωσης για συμμετοχή σε επιτροπές —οι βουλευτές της ΔΗΜΑΡ έχουν ήδη αποποιηθεί του επιδόματος αυτού— κατάργηση της βουλευτικής σύνταξης, δηλ. οι βουλευτές να συνταξιοδοτούνται από τον επαγγελματικό τους φορέα, όπως όλοι οι πολίτες κ.ά.) έριξα μια ματιά από περιέργεια στα προγράμματα των κομμάτων.

1) Στο site της Νέας Δημοκρατίας δεν μπόρεσα να βρω οτιδήποτε σχετικά με το πολιτικό σύστημα. Τουλάχιστον δύο βουλευτές της (Αργύρης Ντινόπουλος, Αττικής, και Νίκος Ταγαράς, Κορινθίας) έχουν ζητήσει κατάργηση της βουλευτικής σύνταξης ενώ άλλοι (π.χ. Σπύρος Γαληνός, Κυριάκος Μητσοτάκης) έχουν ατομικά αποποιηθεί προνομίων. Θυμάμαι πάντως κάτι αναφορές σε προεκλογικό τηλεοπτικό σποτ της Ν.Δ. για τον «νόμο περί ευθύνης υπουργών» και, αν δεν κάνω λάθος, για μείωση του αριθμού των βουλευτών (το οποίο δεν είναι απαραίτητα καλό, απλώς ακούγεται καλό στους αγανακτισμένους αντιμνημονιακούς που πρόδωσε ο Σαμαράς μπαίνοντας στην κυβέρνηση Παπαδήμου). Κι αυτά, πάντως, στο σποτάκι ήταν, όχι στο πρόγραμμα.
2) Στο επικαιροποιημένο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχουν σωστές προτάσεις για τη διαφάνεια και την αντιμετώπιση της διαπλοκής, αλλά σχεδόν τίποτα για τη μείωση του κόστους του πολιτικού συστήματος. Μόνο μια αμφίσημη αναφορά στο θέμα της βουλευτικής σύνταξης (υπενθυμίζω ότι πρόκειται για ιδιαιτέρως σκανδαλώδες ζήτημα, καθώς το συνταξιοδοτικό δικαίωμα θεμελιώνεται στην τετραετία και, αν είσαι άνω των 65 ετών με δικαίωμα σύνταξης και εν ενεργεία βουλευτής, παίρνεις και τον μισθό και την σύνταξη!) Η σχετική διατύπωση είναι η εξής: «Κατάργηση της διπλής σύνταξης των βουλευτών με επιλογή ενός ασφαλιστικού φορέα». Ο όρος «διπλή σύνταξη» αφορά βουλευτές που παίρνουν και τη βουλευτική και τη σύνταξη του δικού τους ασφαλιστικού φορέα. Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ δεν διευκρινίζει ποιου φορέα η επιλογή πρέπει να γίνει. Αν αυτό είναι στη διακριτική ευχέρεια του βουλευτή, το αν δηλαδή θα επιλέξει τη βουλευτική σύνταξη ή το ΙΚΑ, ας πούμε, είναι σαν να ρωτάς έναν περαστικό αν θέλει να είναι εφοπλιστής ή εργάτης. Στο πρόγραμμα των εκλογών της 6ης Μαΐου του ΣΥΡΙΖΑ πάντως, προτεινόταν ρητά η κατάργηση της βουλευτικής σύνταξης, καθώς και της αποζημίωσης για συμμετοχή σε επιτροπές.
3) Στο πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ δεν βρήκα τίποτα για μείωση του κόστους. Στο κεφάλαιο με τίτλο «αναβάθμιση του Κοινοβουλίου» λέει κάτι για ανοιχτές και ηλεκτρονικές διαβουλεύσεις και για ποιοτικό έλεγχο των νομοσχεδίων.
4) Το ΚΚΕ έχει καταθέσει πρόταση για μείωση των βουλευτικών αποδοχών κατά 50% και κατάργηση της βουλευτικής σύνταξης (οι βουλευτές να συνταξιοδοτούνται από τον επαγγελματικό τους φορέα). Ζητά επίσης «πόθεν έσχες» και όλα τα άλλα τα (σωστά) περί διαφάνειας. Απλώς, αρνείται τον έλεγχο στα δικά του οικονομικά, διότι είναι το κόμμα του λαού και δεν θα δώσει τα στοιχεία της εργατικής τάξης στους ιντελλιτζενσερβίτες. Στο site του ΚΚΕ, στο tab με τον τίτλο «πρόγραμμα» δεν έχει τέτοια πράγματα, λέει όμως για επανάσταση, μονοπώλια και οικοδόμηση του σοσιαλισμού. (Η Αλέκα Παπαρήγα ερωτήθηκε από δημοσιογράφο αν το ΚΚΕ θα καταθέσει πρόγραμμα και απάντησε ότι όχι, δεν χρειάζεται, πρόγραμμά μας είναι να έρθει ο λαός στην εξουσία).
5) Οι προτάσεις των Οικολόγων-Πράσινων (στην αρχική σελίδα του site τους και όχι στο πρόγραμμα) είναι πολύ κοντά σε αυτές της Δημοκρατικής Αριστεράς και του ΚΚΕ, όσον αφορά τα οικονομικά (μείωση 50% των βουλευτικών αποζημιώσεων και της κρατικής επιχορήγησης στα κόμματα —ενδιαφέρουσα η πρόταση για σύνδεση της βουλευτικής αποζημίωσης με τον βασικό μισθό). Στο σχετικό κεφάλαιο («Εκλογικό Σύστημα & Δημόσιο Χρήμα») υπάρχουν και άλλες ενδιαφέρουσες προτάσεις, με μερικές από τις οποίες συμφωνώ και με άλλες όχι.

Το όλο ζήτημα της μείωσης του κόστους του πολιτικού συστήματος (και καλό θα ήταν κάτι τέτοιο να γίνει με πλήρη διαφάνεια: τόσα έπαιρναν, τόσα κόψαμε, τόσα παίρνουν) έχει κατά τη γνώμη μου τις εξής διαστάσεις:
1) Οικονομική: θα είχε ενδιαφέρον μια εκτίμηση της εξοικονόμησης που μπορεί να γίνει. Για κάτι τέτοιο απαιτείται πρόσβαση σε επίσημα στοιχεία. Προφανώς δεν θα λυθεί το πρόβλημα της χώρας, έχω ωστόσο την αίσθηση ότι το ποσό δεν είναι αμελητέο, ιδίως αν δούμε το θέμα συνολικά, δηλαδή και τις απολαβές των υπαλλήλων της Βουλής, το κανάλι της Βουλής κλπ. Και μην ξεχνάμε ότι η περικοπή δεν είναι εφάπαξ αλλά για κάθε χρόνο στο εξής, άρα μειώνεται το έλλειμμα.
2) Συμβολική: είναι προφανής η σημασία στο συμβολικό επίπεδο. Με το πολιτικό σύστημα απαξιωμένο μέχρι αηδίας, με τον κόσμο να μουντζώνει και να βρίζει τα «τριακόσια καθάρματα», τους «αλήτες, προδότες πολιτικούς» και με τους χρυσαυγίτες να κάνουν πάρτι με το χαλί στρωμένο, αξίζει τον κόπο οι βουλευτές να δώσουν ένα δείγμα γραφής, κόβοντας γενναία τα προνόμιά τους.
3) Πολιτική: το θέμα προσφέρεται για συναίνεση. Πολλά κόμματα ή στελέχη κομμάτων έχουν διατυπώσει κατά καιρούς κοντινές ή και ταυτόσημες θέσεις. Είναι η ευκαιρία να δοκιμάσουν τη συνεννόηση σε ένα θέμα που δεν συνδέεται με το μνημόνιο ή με οποιονδήποτε παράγοντα έξω από τη χώρα, που δεν είναι χρονοβόρο και που θα βρει εγγυημένα αποδοχή από τους πολίτες. Ιδού πεδίο δόξης λαμπρό για συνεργασία επί της ουσίας, με πολιτική συζήτηση κι όχι σκυλοκαβγάδες σε τηλεπαράθυρα, επί συγκεκριμένου θέματος, με συγκεκριμένες θέσεις και με συγκεκριμένα αποτελέσματα.

* Πιάνω εδώ μόνο τον αφρό του θέματος και μόνο την οικονομική πλευρά, που είναι κάτι το οποίο μπορεί να αλλάξει άμεσα και έχει, όπως προανέφερα, μεγάλη συμβολική σημασία. Το ζήτημα της διαφάνειας είναι στην πραγματικότητα (και μακροπρόθεσμα) σημαντικότερο. Οι προτάσεις της Δημοκρατικής Αριστεράς είναι θαρραλέες και αρκετά εξειδικευμένες, οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ και των ΟΠ είναι επίσης στη σωστή κατεύθυνση. Στο θέμα αυτό θα πρέπει να γίνει προσεκτικός σχεδιασμός ώστε να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο πραγματικής διαφάνειας και ουσιαστικού δημοκρατικού ελέγχου, χωρίς κόλπα και παραθυράκια.

* Το επιχείρημα εναντίον της κατάργησης ή της γενναίας μείωσης της κρατικής επιχορήγησης προς τα κόμματα, ότι κάτι τέτοιο είναι λάθος γιατί θα οδηγήσει τα κόμματα στο μαύρο χρήμα και στην εξάρτηση από επιχειρηματίες, είναι κατά τη γνώμη μου επιεικώς υποκριτικό. Διατυπώθηκε σε ένα άκρως ειρωνικό άρθρο της Αυγής όταν η Δημοκρατική Αριστερά δημοσιοποίησε τις προτάσεις της . Το θεωρώ υποκριτικό γιατί, στην ουσία, αποτελεί συνθηκολόγηση με τη διαφθορά και ομολογία ήττας της πολιτικής. Είναι σαν να λες: «Στην Ελλάδα υπάρχει και θα υπάρχει διαφθορά κι εγώ, παρ’ όλο που προτείνω μέτρα για τη διαφάνεια των οικονομικών των κομμάτων, πόθεν έσχες κλπ, στην πραγματικότητα δεν πιστεύω ότι μπορεί να γίνει τίποτα». Ή το επιχείρημα είναι υποκριτικό, ή οι προτάσεις για τη διαφάνεια του πολιτικού συστήματος. Πιστεύω ότι ισχύει το πρώτο.

* Με το ζήτημα της κρατικής επιχορήγησης προς τα κόμματα συνδέεται το άλλο μεγάλο και εξοργιστικό σκάνδαλο, αυτό του δανεισμού των κομμάτων με ευνοϊκούς όρους και με εχέγγυο τη μελλοντική (!) επιχορήγηση που ΘΑ εισπράξουν, και μάλιστα υπολογισμένη με βάση τα ποσοστά προηγούμενων εκλογικών αναμετρήσεων.

* Μεγάλης σημασίας και ακανθώδες είναι το ζήτημα της βουλευτικής ασυλίας. Δεν συνδέεται με τη μείωση του κόστους του πολιτικού συστήματος, αφορά όμως κατεξοχήν την αποκατάσταση της αξιοπιστίας του. Το «ακαταδίωκτο των βουλευτών» ορίζεται από το άρθρο 62 του Συντάγματος: «Όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος ο βουλευτής δεν διώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με άλλο τρόπο περιορίζεται χωρίς άδεια του Σώματος. Eπίσης δεν διώκεται για πολιτικά εγκλήματα βουλευτής της Bουλής που διαλύθηκε, από τη διάλυσή της και έως την ανακήρυξη των βουλευτών της νέας Bουλής. Η άδεια θεωρείται ότι δεν δόθηκε, αν η Bουλή δεν αποφανθεί μέσα σε τρεις μήνες αφότου η αίτηση του εισαγγελέα για δίωξη διαβιβάστηκε στον Πρόεδρο της Bουλής. H τρίμηνη προθεσμία αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των διακοπών της Bουλής. Δεν απαιτείται άδεια για τα αυτόφωρα κακουργήματα». Το πρόβλημα εδώ είναι ότι η ίδια η Βουλή κρίνει για την άρση ή μη της ασυλίας ενός μέλους της. Αυτό πρέπει προφανώς να αλλάξει. Το καθεστώς που ισχύει είναι σκανδαλώδες και γελοίο. Κατ’ επανάληψη τα μέλη του ελληνικού κοινοβουλίου έχουν αρνηθεί να άρουν τη βουλευτική ασυλία μελών του σώματος, με αποτέλεσμα ο αντίδικος να καταφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και να δικαιωθεί. Τα σχετικά πρόστιμα τα πλήρωσε η Βουλή, δηλαδή οι έλληνες φορολογούμενοι. Πάντως, για το θέμα της ασυλίας α) χρειάζονται συγκεκριμένες προτάσεις, ελεγμένες από νομικούς, για το τι ακριβώς θα αντικαταστήσει το ισχύον πλαίσιο, ώστε ναι μεν να αντιμετωπιστεί η ατιμωρησία αλλά να μην προκύψουν προβλήματα στο κοινοβουλευτικό έργο και β) απαιτείται συνταγματική αναθεώρηση.

Έρευνα του Ν. Βαφειάδη για το κόστος του πολιτικού συστήματος στην «Καθημερινή» (26/9/2010)

Έτσι κλείνει ο κύκλος της Μεταπολίτευσης

Posted in Πολιτική with tags , , , , , on May 12, 2012 by shinecast

Το 1989, η έγκριτη «Αυριανή» δημοσίευε τα τηλέφωνα των «Κυρκοφλωράκηδων», που είχαν μόλις δημιουργήσει τον Συνασπισμό, προτρέποντας τους αναγνώστες της να τους τηλεφωνήσουν και να τους πιέσουν να μην προδώσουν τη Μεγάλη Δημοκρατική Παράταξη.

Κύλησε νερό στο αυλάκι. Ο Κώστας Λαλιώτης (στενός συνεργάτης του Γιώργου Κουρή στις πρώτες δόξες του) οικουρεί στην Αρκαδία. Η Αυριανή στηρίζει το εκάστοτε ανερχόμενο αστέρι. Λίγους μήνες μετά το πρωτοσέλιδο «Αντώνη [Σαμαρά], μην υποχωρείς», εκθειάζει τον πατριωτισμό του Αλέξη Τσίπρα.

Εδώ και δύο ημέρες, ενώ η θέση της Δημοκρατικής Αριστεράς και του Φώτη Κουβέλη ότι δεν θα συνεργαστεί σε τρικομματική κυβέρνηση με την Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ είναι σταθερή και αταλάντευτη, μαίνεται ένας πόλεμος παραπληροφόρησης, τόσο από μπλογκ της συμφοράς (ζούγκλες κ.ο.κ.) όσο και από «έγκριτες» εφημερίδες.

Κι έτσι λοιπόν, μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, μαζί με μέλη των «Ανεξάρτητων Ελλήνων» και άλλων αγανακτισμένων «δημοκρατών», τουιτάρουν τα τηλέφωνα της Δημοκρατικής Αριστεράς και καλούν σε συγκεντρώσεις έξω από την Αγίου Κωνσταντίνου. Γιατί; Ε, «για τον ίδιο λόγο», που λέγαμε και στον στρατό.

Μάλλον αυτό είναι που λένε: «Κλείνει ο κύκλος της Μεταπολίτευσης».

Τουρισμός στη Φθιώτιδα (πώς λέμε «Ελβετός ναύαρχος»)

Posted in Πολιτική with tags , on May 4, 2012 by shinecast

Το κείμενο αυτό είναι καρπός ορισμένων σκέψεων που ξεκίνησαν από τη συμμετοχή μου στη διαμόρφωση προτάσεων για το προεκλογικό φυλλάδιο της Δημοκρατικής Αριστεράς στη Φθιώτιδα. Δεν είμαι ειδικός περί τον τουρισμό, ούτε έχω κάνει καμιά εμπεριστατωμένη έρευνα. Σκέψεις εκθέτω, ως αφετηρία για συζήτηση. Έχω πάντως μπουχτίσει να ακούω για «βαρειά βιομηχανία της ελληνικής οικονομίας» και να βλέπω τα πάντα παρατημένα στη μοίρα τους. Επίσης, έχω μπουχτίσει με τον ραγιαδισμό, με τον τρόπο που συνήθως οι άνθρωποι κουνάνε το κεφάλι, ξεφυσάνε και λένε: «αχ, στην Ελλάδα ζούμε, γίνονται βρε αυτά εδώ;» Ναι, γίνονται. Συνήθως τα «αυτά» που «δεν γίνονται» είναι ό,τι απλούστερο και αυτονόητο. Ο βασικός λόγος που εν τέλει ΔΕΝ γίνονται είναι ότι κουνάμε το κεφάλι, ξεφυσάμε και πάμε και ψηφίζουμε σαν τα πρόβατα (δεν γίνονται γιατί στη θέση τους γίνονται άλλα, πιο περίπλοκα, μέσα από τα οποία ωφελούνται οι πελάτες του συστήματος). Τέλος, έχω μπουχτίσει με τα «διακυβεύματα»: μνημόνιο, δόση, ακυβερνησία κ.ο.κ. Ναι, προφανώς αυτά είναι σημαντικά, σημαντικότατα. Αλλά η Ελλάδα θα υπάρχει και στις 7/5. Και θα υπάρχει και του χρόνου. Ας λύσουμε τα σημαντικά, αλλά μήπως να συνεννοηθούμε παράλληλα και σε μερικά απλά και αυτονόητα, να αρχίσουν να τρέχουν σιγά σιγά ώστε να ζούμε όταν θα αρχίσουν να αποδίδουν;

Όντως, η φράση «τουρισμός στη Φθιώτιδα» ηχεί σαν σύντομο ανέκδοτο. Στην καλύτερη περίπτωση, μας φέρνει στην νου την εικόνα της θείας μας, που πάει για ιαματικά στα Θερμοπύλια και μετά για καφεδάκι με τις φίλες της στα Καμένα.

Κατ’ αρχάς, δεν υπάρχει τίποτα κακό σε αυτό· γιατί να μην πάει η θεία για λουτρό και καφεδάκι; Να πάει και να μη στέκεται. Και αυτό τουρισμός είναι (εσωτερικός). Ας δούμε όμως μια στιγμή μήπως μπορούμε να στοχεύσουμε και λίγο πιο πέρα από τη συμπαθή θεία.

Το γεγονός ότι μας φαίνεται λίγο κουλή η φράση «τουρισμός στη Φθιώτιδα», αν την σκεφτούμε ως έναν πιθανό σημαντικό μοχλό ανάπτυξης (υποδομών, επιχειρήσεων, θέσεων εργασίας) για την περιοχή, οφείλεται μάλλον στην πεπαλαιωμένη και στρεβλή αντίληψη που έχουμε για τον τουρισμό: ήλιος, θάλασσα κι αρχαία — και ημίγυμνες λυγερόκορμες σκανδιναβές που τρέχουν κάπου εκεί ανάμεσα (δηλ. τσαλαβουτάνε σε μια ηλιόλουστη παραλία με φόντο ιωνικά κιονόκρανα και υπό τους ήχους μπουζουκιού).

Πέφτουμε όμως οι ίδιοι θύματα των στερεοτύπων μας. Ναι, ο ήλιος και θάλασσα είναι μεγάλο ατού, αν και όχι αποκλειστικό: τον ίδιο ήλιο έχει όλη η Μεσόγειος και περίπου την ίδια θάλασσα. Τα αρχαία μνημεία (μιλάω τώρα για τη χώρα συνολικά) είναι μεν μοναδικά αλλά, πρώτον και άλλες χώρες έχουν τα δικά τους μνημεία (κι ας μην είναι ο Παρθενώνας) και, δεύτερον, αν περιοριστούμε σε αυτές τις ατραξιόν, έχουμε μάλλον ήδη πιάσει την οροφή (ποσοτικά και εισοδηματικά) του τουρισμού που μπορούμε να προσελκύσουμε. Όλοι χρησιμοποιούν με περισπούδαστο ύφος την ατάκα περί του τουρισμού ως «βαριάς βιομηχανίας», κρύβοντας πίσω από αυτό το στερεότυπο την νεοελληνική κατάρα της αρπαχτής: ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξουμε από τους ξένους, που θα έρθουν έτσι κι αλλιώς γιατί η χώρα μας είναι η ωραιότερη στον κόσμο και εμείς φανταστικοί τύποι και οι καλύτεροι εραστές και φτιάξαμε τον Παρθενώνα τη δημοκρατία και τον πολιτισμό γενικώς. Θα ανοίξουμε ρουμς ή (το πολύ πολύ) ένα ταβερνάκι, θα δουλεύουμε τρεις μήνες το χρόνο και δατ’ς ιτ.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι, με αυτήν την αντιμετώπιση, ο τουρισμός στην Ελλάδα περιορίζεται σε μια στενή καλοκαιρινή σεζόν. Και δεν αρκούν οι οικονομικές προσφορές, τα φθηνότερα πακέτα: όσο βασιζόμαστε αποκλειστικά στο τρίπτυχο «ήλιος, θάλασσα, αρχαία», τα πακέτα απλώς θα επιμηκύνουν κάπως την σεζόν, με τους χαμηλότερου εισοδήματος τουρίστες να προτιμούν τους ανοιξιάτικους και φθινοπωρινούς μήνες.

Ας κάνουμε ένα μικρό άλμα από την Ελλάδα και την Φθιώτιδα κι ας πεταχτούμε μέχρι την Ελβετία: χιόνια, βουνά, ρολόγια και σοκολάτες. Τρίχες, σε σχέση με τον Παρθενώνα και τη Μύκονο. Ναι, αλλά στην Ελβετία τα σαλέ των χιονοδρομικών δεν κλείνουν το καλοκαίρι, οι εργαζόμενοι δεν μένουν χωρίς δουλειά και οι επιχειρηματίες δεν κάθονται να τρώνε από τα έτοιμα, περιμένοντας πότε θα ξαναχιονίσει. Όλες (μα όλες) οι τουριστικές υποδομές, το καλοκαίρι μένουν ανοιχτές για άλλες δραστηριότητες: ιππασία, ορειβασία, ράφτινγκ, συνέδρια, φεστιβάλ — έχει ο Θεός. Διότι οι κουτόφραγκοι οι Ελβετοί, σκέφτηκαν ότι έτσι συμφέρει πιο πολύ: να έχεις με την ίδια υποδομή, που έχεις προβλέψει να την φτιάξεις με τρόπο που να προσαρμόζεται στις διαφορετικές εποχιακές δραστηριότητες, εισόδημα όλο το χρόνο και μόνιμες θέσεις εργασίας.

Επιστρέφω στη Φθιώτιδα: μια περιοχή όμορφη, που συνδυάζει θάλασσα, βουνό και κάμπο. Χωρίς «πρωτοκλασάτες ατραξιόν» από άποψη αρχαίων μνημείων. Με το μερίδιό της πάντως σε αρχαία, με το αρχαιολογικό μουσείο και το κάστρο της Λαμίας και με αρκετούς τόπους ιστορικού ενιδαφέροντος και ακόμα περισσότερες περιοχές φυσικού κάλους. Με τα βουνά και τα ποτάμια όπου ήδη υπάρχουν μονάδες για ράφτινγκ, ορειβασία, πεζοπορία και ιππασία, μια ανάσα από το χιονοδρομικό του Παρνασσού, με τα χωριά της (όσα δεν καταστρέψαμε ακόμα) και τους παραδοσιακούς ξενώνες, με τα ιαματικά της (Θερμοπύλες, Υπάτη, Πλατύστομο κ.ά.), με τις οινοπαραγωγικές μονάδες της (δεν είναι λίγοι οι παλαβοί που ταξιδεύουν στον κόσμο μόνο και μόνο για να δοκιμάζουν κρασιά), με την ιδανική για ιστιοπλοΐα θάλασσα (σταθερός σαν από ανεμιστήρα βοριάς, μικρά κύματα, παραλίες και παράκτια χωριουδάκια παντού), με το οικοσύστημα του Μαλιακού (όσο αντέχει ακόμα), με, με, με…

Θα μου πεις, αυτά θέλουνε λεφτά, υποδομές κλπ. Θα σου πω ναι, αλλά ξέρεις κάτι; Λεφτά υπάρχουν. Ε, χμ, γκουχ. Μπορούν να βρεθούν, τεσπά. Όχι πακτωλοί — αλλά δεν χρειάζονται πακτωλοί. Και επειδή το σχέδιο αυτό μπορεί να είναι κατεξοχήν αναπτυξιακό και να δημιουργεί μόνιμες θέσεις εργασίας, τα κεφάλαια μπορούν να βρεθούν από το ΕΣΠΑ ή/και από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Χρειάζονται κάποια κεφάλαια για υποδομές, αλλά κυρίως χρειάζονται ιδέες και σχέδιο. Και μακροπρόθεσμη προοπτική (άρα και συνέχεια του κράτους) και, τέλος, ειλικρινής πρόθεση να φτιάξεις ένα σύστημα που θα υπηρετεί το κοινό καλό και δεν θα εξυπηρετεί ημετέρους. Η ειλικρίνεια της προθέσεως δεν επαφίεται στην τιμιότητα των προσώπων αλλά είναι ζήτημα κατεξοχήν πολιτικό και θεσμικό.

Και χρειάζεται και νιονιό: όσο όμορφο κι αν είναι το χωριουδάκι πάνω στην Οίτη, δεν μπορεί να σηκώσει δέκα παραδοσιακούς ξενώνες και είκοσι μονάδες ιππασίας. Τρεις και μία, ναι. Και αυτό, είναι κυρίως ζήτημα κεντρικού σχεδιασμού και συντονισμού, που θα λειτουργεί ως ένα βαθμό συμβουλευτικά και επίσης θα ψιλοεπιβάλλεται με κίνητρα και αντικίνητρα.

Ο οποίος σχεδιασμός, ξεφεύγοντας από την κοντόφθαλμη λογική της αρπαχτής, θα είναι μακροπρόθεσμος και επίσης θα αφορά όλη τη «γραμμή παραγωγής» του τουρισμού: από τη δημιουργία των υποδομών και την ανάδειξη των τόπων τουριστικού ενδιαφέροντος μέχρι τον συντονισμό με όλες τις εμπλεκόμενες λειτουργίες του κράτους και του ιδιωτικού τομέα (συγκοινωνίες, εστίαση κ.ο.κ.) και από την (εμπνευσμένη και σύγχρονη, επιτέλους) διαφήμιση στο εξωτερικό μέχρι τη στενή συνεργασία με τους τουριστικούς πράκτορες. Στο όλο πλάνο λογικό είναι ότι μπορούν να εντάσσονται και χίλιες δυο άλλες δραστηριότητες: πολιτιστικές (φεστιβάλ, γιορτές, συναυλίες, εκθέσεις, παραστάσεις, πανηγύρια κ.ο.κ.), αθλητικές, αγροτουριστικές, οικονομικές (τοπικά συνεταιριστικά προϊόντα) κλπ.

Φαντάσου π.χ. η Φθιώτιδα να ήταν νομός της Ιταλίας. Φαντάσου έναν σταθμό, ένα τουριστικό περίπτερο στις Θερμοπύλες, είτε για όσους πηγαίνουν στα λουτρά είτε απλώς για τους περαστικούς. Φαντάσου κοντά στο μνημείο του Λεωνίδα έναν χώρο όπου θα υπήρχε μια μακέτα, να εξηγεί πού έγινε η μάχη και τι παίζει με τις προσχώσεις του Σπερχειού, εξαιτίας των οποίων έγινε αγνώριστο το τοπίο. Από κοντά, τσουπ και μια ενημέρωση για την περιβαλλοντική πλευρά, για τη σημασία του οικοσυστήματος του Μαλιακού. Αυτό, δεν χρειάζονται πολλά. Απλό, καθαρό, λειτουργικό, καλαίσθητο. Με ένα εστιατόριο της προκοπής δίπλα — ένα λέμε, όχι είκοσι, και τα μεγάφωνα να μην παίζουν σκυλάδικα, παρακαλώ.

Ή φαντάσου να φτιάχναμε μερικές μαρίνες σε ορισμένα παραλιακά χωριά του Μαλιακού, του Βόρειου Ευβοϊκού και του Διαύλου των Ωρεών. Έστω με ξύλινες πλωτές αποβάθρες (αμελητέου σχεδόν κόστους, υπάρχουν τέτοιες σε πολλά μέρη στην Ελλάδα και στο εξωτερικό), που το καταχείμωνο τις μαζεύεις και τις συντηρείς. Οι μαρίνες να παρέχουν φως, νερό, τηλέφωνο, πετρέλαιο και βασικά είδη στους σκαφάδες (και στις φλοτίλες, δηλαδή στα νοικιάρικα που θα ξεπηδήσουν αμέσως μόλις δημιουργηθεί η υποδομή). Να τους παρέχουν επίσης ενημέρωση για την περιοχή και σύνδεση οδική για σύντομες επισκέψεις εκεί κοντά. Όλα αυτά πολιτισμένα, όχι με τον ταξιτζή που είναι ξάδερφος του κουμπάρου του μπατζανάκη του καφετζή της μαρίνας, ο οποίος (ταξιτζής) οδηγάει σαν παλαβός, χρεώνει μια περιουσία και δεν μπορεί να ξεκαρφώσει τα μάτια από το ντεκολτέ της κόρης της οικογένειας Γερμανών που μεταφέρει.

Πλάκα πλάκα πάντως, πέντε-έξι τέτοιες μαρίνες πάνω στον άξονα Χαλκίδα-Σκιάθος, γίνονται με πολύ λίγα χρήματα και κάνουν σύντομα απόσβεση. Και τις φτιάχνεις εξαρχής με σχέδιο, όχι αρπαχτά. Μη σου πω ότι φροντίζεις, μέσω ενός προγράμματος τάδε για τις ΑΠΕ (Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, ντε) να βάλεις φωτοβολταϊκά και οι μαρίνες να έχουν ενεργειακή αυτάρκεια κι έτσι το ρεύμα που θα πουλάς στους κοτερατζήδες να είναι φτηνό και να σου αφήνει κέρδος παρ’ όλα αυτά.

Η Φθιώτιδα είναι πάνω στην Εθνική, μόλις δυο ώρες από την Αθήνα, στον κεντρικό οδικό άξονα της χώρας. Το πέταλο του Μαλιακού έχει σχεδόν ολοκληρωθεί (πληρωμένο, δυστυχώς, με πολύ αίμα). Τα χίλια δυο —δυνάμει— τουριστικά ενδιαφέροντα της περιοχής, όπως τα περιέγραψα αδρά, μπορούν κάλιστα να ενταχθούν σε μια κεντρική λογική, σε ένα εθνικό σχέδιο για τον τουρισμό.

Αντίποδας της αρπαχτής είναι ο οικοτουρισμός. Η λέξη δεν πρέπει να τρομάζει: οικοτουρισμός δεν σημαίνει ότι θέλουμε να μετατρέψουμε τους τουρίστες σε χορτοφάγους ακτιβιστές που θα κοιμούνται στο χώμα και θα τους τσιμπάνε τα κουνούπια. Σημαίνει απλώς τουριστική ανάπτυξη με σεβασμό στο περιβάλλον: και πρέπει επιτέλους να καταλάβουμε ότι αυτό δεν είναι πολυτέλεια αλλά, αντιθέτως, συμφέρει μακροπόθεσμα. Ας περάσουμε από το δόγμα «το περιβάλλον κοστίζει» στη λογική «η προστασία συμφέρει». Η φτηνή ανάπτυξη αποδίδει άμεσα, αλλά όχι μακροπρόθεσμα. Αρκετά σύντομα, οι συνέπειές της κοστίζουν περισσότερα από όσα απέφερε. Οι τουρίστες έρχονται στην Ελλάδα γιατί είναι μια όμορφη χώρα. Όταν πάψει να είναι όμορφη, θα πάψουν και εκείνοι να έρχονται. Τόσο απλά. Και θα μας μείνει μια άσχημη χώρα, γεμάτη ρουμζ του λετ και μπαρ όπου κάθε βράδυ είναι λέιντιζ νάιτ επειδή δεν πατάει κανείς πια, εκτός από κάτι ξεμεινεμένα καμάκια της δεκαετίας του ‘70.

Υ.Γ. Δεν πιστεύω ότι ο τουρισμός μπορεί να γίνει η κύρια δραστηριότητα για την Φθιώτιδα. Δεν πειράζει, ας μην είναι η κύρια. Ας μη δώσει δουλειά σε όλους τους ανέργους της, ας δώσει στο 5 ή στο 10%. Λίγο είναι; Παρεμπιπτόντως, κύρια δραστηριότητα είναι λογικό να γίνει ξανά η κτηνοτροφία και η γεωργία (πρωτογενής τομέας, τουτέστιν να ξαναρχίσουμε να παράγουμε). Η περιοχή είναι κατάλληλη, οι κάτοικοί της έχουν το know how. Η Φθιώτιδα δεν είναι άγονη, δεν είναι απομακρυσμένη, δεν είναι φτωχή ως νομός. Μπορεί να ανακάμψει πολύ ευκολότερα από άλλες περιοχές της Ελλάδας.