Εφ’ ενός ζυγού

Posted in Uncategorized on December 16, 2012 by shinecast

obama-picket-line

Κον Τζήμερο, ενταύθα: διάβασα την άποψή σας ότι οι πορείες πρέπει να γίνονται μόνο στο πεζοδρόμιο — όλες, ανεξαρτήτως του πόσοι συμμετέχουν. Προσπάθησα να το φανταστώ λοιπόν στην πράξη. Στη χώρα μας τα πεζοδρόμια είναι στενά, συνεπώς μάλλον θα πρέπει να πηγαίνουμε εφ’ ενός ζυγού. Υπολογίζω μισό μέτρο ο καθένας (το παπούτσι μου, νούμερο 43, έχει μήκος περίπου 30 εκ. [ναι, το μέτρησα], αλλά θέλω και δέκα πόντους αέρα από τον μπροστά και τον πίσω μου — διαδηλωτής με μπάκα, όμως, ή με μεγάλη μύτη, μπορεί να πιάνει και πάνω από μισό μέτρο, τέλος πάντων). Μια πορεία 2.000 ατόμων, λοιπόν, επί του πεζοδρομίου και εφ ενός ζυγού, θα έχει μήκος ενός χιλιομέτρου. Εντάξει όσο βαδίζει στο πεζοδρόμιο, όπως προτείνετε. Κάποια στιγμή όμως, θα φτάσει σε διασταύρωση και, μοιραία, θα πρέπει να περάσει απέναντι. Αν είναι να περάσει με το φανάρι όλη η πορεία, ούτως ώστε να μην κλείσει ο δρόμος, θα πρέπει οι διαδηλωτές να κάνουν πολύ γρήγορα. Ας πάρουμε π.χ. το φανάρι στην κάτω πλευρά του Συντάγματος, προς την Ερμού: το πράσινο των πεζών κρατάει 8 δευτερόλεπτα (ναι, το έχω μετρήσει). Για να περάσουν 2.000 άνθρωποι σε 8 δευτερόλεπτα, πρέπει ο κάθε διαδηλωτής να διασχίσει τα περίπου 20 μέτρα (αυτό με το μάτι, δεν το έχω μετρήσει) της απόστασης σε 0,004 του δευτερολέπτου. Αυτό σημαίνει ότι ο κάθε διαδηλωτής θα τρέχει με ταχύτητα 1.800 χιλιομέτρων την ώρα (αν δεν έκανα λάθος στους υπολογισμούς μου, που δεν αποκλείεται, διότι στα μαθηματικά ήμουν σκράπας). Αυτό πάλι σημαίνει ότι 2.000 άνθρωποι θα σπάσουν το φράγμα του ήχου εντός 8 δευτερολέπτων. Την ηχορρύπανση, δεν την σκέφτεστε; Τόσο ασυνείδητος πια;

Από την άλλη, η πρότασή σας είναι ιδαίτερα επικίνδυνη, για τον εξής λόγο: έστω ότι τίποτα καθάρματα, τίποτα ακραίοι, αποφασίζουν να την αξιοποιήσουν, και ξεκινούν από το Σύνταγμα να περάσουν στη Φιλελλήνων. Πρέπει να διασχίσουν κάθετα την Όθωνος. Εκεί, υπάρχει διάβαση πεζών. Ουδείς οδηγός τη σέβεται, αλλά υπάρχει. Έστω λοιπόν ότι οι ακραίοι αυτοί διαδηλωτές ασκούν το δικαίωμά τους να περνάνε από τη διάβαση χωρίς να γίνουν χαλκομανία. Η κορυφή της πορείας συνεχίζει επί του πεζοδρομίου της Φιλελλήνων, στρίβει αριστερά επί του πεζοδρομίου της Ξενοφώντος, στρίβει πάλι αριστερά (κομμουνισταί θα είναι) επί του πεζοδρομίου της Αμαλίας, φτάνει στη διάβαση που βρίσκεται στην πάνω πλευρά της Όθωνος, περνά απέναντι, κατεβαίνει την πλατεία Συντάγματος, και, την ώρα που ο τελευταίος της πορείας διασχίζει την κάτω διάβαση της Όθωνος, ο πρώτος έχει φτάσει στο σημείο αυτό για δεύτερη φορά. Εάν οι ακραίοι ούτοι το κάνουν αυτό αενάως (δεν παραβαίνουν κανένα νόμο, θυμίζω), οι τράπεζες επί της οδού Όθωνος (έχει μπόλικες) δεν θα μπορούν να ανεφοδιαστούν με μετρητά (δεν φαντάζομαι ότι διανοείστε να προτείνετε οι οδηγοί των τεθωρακισμένων οχημάτων να παραβούν την υποχρέωσή τους να παραχωρήσουν προτεραιότητα στους πεζούς, ε;) Ενδέχεται να δημιουργηθεί λοιπόν πανικός στους πολίτες, που θα βρίσκουν άδειο το ΑΤΜ και, εκ τούτου, να προκληθεί πιστωτικό γεγονός για τη χώρα μας, με ανυπολόγιστες συνέπειες για τα παιδιά, τα εγγόνια και τα δισέγγονά μας. Και όλα αυτά, εξαιτίας της δικής σας πρότασης, κύριε Τζήμερε. Ένα έχω να πω, λυπάμαι για την τόση ανευθυνότητά σας.

Tzimeros_status
Σύντομο υστερόγραφο: το ζήτημα είναι και ποσοτικό (50 άτομα δεν έχει νόημα να κλείσουν τον δρόμο), και χρονικό (άλλο κλείνει ο δρόμος όση ώρα χρειάζεται για την πορεία και άλλο κλείνει για να μαζευτούμε, να δούμε τα πανό μας αν μας αρέσουν, να παραγγείλουμε καφέ, κλπ.) Τώρα, άμα είναι να αρχίσουμε τα «και ποιος κρίνει πόσοι είναι αρκετοί», «και ποιος αποφασίζει» κλπ, κλπ. — ε, κατά τη γνώμη μου αυτό είναι η άλλη όψη του Τζημερισμού. Και είναι μια συζήτηση παιδιάστικη και υποκριτική (πόσοι είναι οι «αρκετοί», 50 ή 100 ή 1000). Αν οι διαδηλωτές έχουν λίγο νιονιό, στοιχειώδη σεβασμό στο κοινωνικό σύνολο και συναίσθηση ότι θέλουν να πείσουν ανθρώπους κι όχι να κάνουν το δρομολόγιο από καθήκον, όλα γίνονται.

Advertisements

Ρατσισμός ή πολιτική ορθότητα;

Posted in Πολιτική with tags , , , , , on July 25, 2012 by shinecast


Ο ρατσισμός και η ξενοφοβία δεν ξεκινούν και δεν τελειώνουν με ένα tweet μιας αθλήτριας. Η κινητοποίηση, ωστόσο, της κοινωνίας, μέσω των social media, και η άμεση επίσημη αντίδραση της Δημοκρατικής Αριστεράς, είχαν ένα απτό αποτέλεσμα: η Ελλάδα δεν θα εκπροσωπηθεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες από τη Βούλα Παπαχρήστου. Δεν τίθεται κανένα θέμα «ελευθερίας του λόγου»· όταν εκπροσωπείς κι άλλους, πέρα από τον εαυτό σου, αρχίζουν και μπαίνουν περιορισμοί. Και εδώ ο περιορισμός είναι αυτονόητος: όχι, δεν δέχομαι να εκπροσωπηθώ, να εκπροσωπηθεί η χώρα μου από ανθρώπους που κάνουν χυδαία ρατσιστικά αστεία.

Από εκεί και πέρα: πολιτική ορθότητα; Πολλά μπορούμε να πούμε. Το απλούστερο, ωστόσο, —διότι με τα πολλά λόγια χάνεται η ουσία— είναι ΝΑΙ. Δεν γουστάρω την πολιτική ορθότητα, την προτιμώ όμως χίλιες φορές από τον ρατσισμό και από τον νεοναζισμό. Κι επειδή δεν μπορώ να σκεφτώ άλλο συντεταγμένο τρόπο για την αντιμετώπισή τους από την κοινωνία (οι διάφορες φεϊσμπουκικές δηλώσεις τύπου «τσακίστε τους φασίστες» δεν βλέπω σε τι χρησιμεύουν, πέρα από μια εφηβική εκτόνωση), ας περάσουμε από το αναγκαίο στάδιο της πολιτικής ορθότητας πρώτα, μέχρι να καταλάβουμε όλοι τι πάει να πει νεοναζισμός και ρατσισμός. Και μετά, βλέπουμε.

Το twitter της Βούλας Παπαχρήστου
Η ανακοίνωση της Δημοκρατικής Αριστεράς

Στη βιβλιοθήκη

Posted in Διάφορα κείμενα on June 27, 2012 by shinecast

Reality is not always probable, or likely.
—Jorge Luis Borges—


Φεύγω από τη δουλειά κατά τη μία το μεσημέρι να πάω στην ψαραγορά. Μητρόπολη-Βαρβάκειος, δέκα λεπτά, άντε τέταρτο. Αλλά με αυτή τη ζέστη. Όσο μπορώ πάω τοίχο τοίχο, διαλέγω τους ίσκιους. Ένα κιλό σαρδέλες, ένα ευρώ. Επιστροφή. Φτάνω κάθιδρος στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο και έχουμε διακοπή ρεύματος. Που σημαίνει όχι κλιματισμό, όχι ασανσέρ, όχι κρύο νερό, όχι κομπιούτερ, όχι τηλέφωνα κλπ. Δεν λειτουργεί καν το κουδούνι της εξώπορτας, κι αναγκαζόμαστε να την αφήσουμε ανοιχτή να μπάζει τη διαολεμένη ζέστη, που ύπουλα σκαρφαλώνει από το ισόγειο και καταλαμβάνει το υπόλοιπο κτήριο. Μαζευόμαστε όλοι στον πρώτο και καθόμαστε στο μεγάλο τραπέζι, σχεδόν αμίλητοι, στο υποτυπώδες ρεύμα αέρα που δημιουργείται ανάμεσα στα ανοιχτά παράθυρα. «Σε ζητά ένας ερευνητής», ακούω κάποια στιγμή. «Δεν έχουμε ρεύμα», ετοιμάζομαι να μουρμουρίσω. Σκέφτομαι όμως να ακούσω πρώτα το αίτημά του, μήπως θέλει κάτι που σίγουρα δεν έχουμε, μην ξανάρχεται τζάμπα ο άνθρωπος, κάτι που το ξέρω ότι δεν το έχουμε χωρίς καν να κοιτάξω τη βάση μας, που τώρα δεν μπορώ να την κοιτάξω γιατί είναι ηλεκτρονική και, είπαμε, δεν έχουμε ρεύμα. Μου λέει ότι θέλει την εφημερίδα «Σφαίρα», το φύλλο της 1/1/1913. Θυμάμαι απ’ έξω ότι η «Σφαίρα» είναι σχετικά πρόσφατο απόκτημα, σε τόμους πανβρώμικους, που δεν γράφουν ημερομηνία στη ράχη και τους έχουμε στο υπόγειο σε μια στοίβα, οριζόντια και ανάκατα, μέχρι να έρθει η σειρά τους να τους καταγράψουμε και, κυρίως, να βρούμε χώρο να τους τοποθετήσουμε με τρόπο που να είναι προσβάσιμοι και εύχρηστοι. Παρ’ όλα αυτά, κατεβαίνω στο υπόγειο. Δεν έχω τίποτα καλύτερο να κάνω, εξάλλου. Βρίσκω ψαχτά τον δρόμο μου στα σκοτάδια, στριμώχνομαι ανάμεσα στις σειρές μεταλλικών ραφιών που φτάνουν ώς το ταβάνι, που στενάζουν υπό το βάρος τόμων εφημερίδων, κουτιών με λυτά φύλλα, περιοδικών· στρίβω ανάμεσα στους διαδρόμους με τη σιγουριά της δεκαετούς εξοικείωσης. Διακρίνω στο βάθος φως· ένα μοναδικό παράθυρο που βλέπει στον ακάλυπτο, φωτίζει μια μικρή γωνιά του τεράστιου υπογείου. Το φως πέφτει λοξά πάνω στη στοίβα των τόμων της εφημερίδας «Σφαίρα». Από τις σκονισμένες σελίδες των τόμων, ξεπροβάλλουν πολυκαιρισμένοι σελιδοδείκτες που έχουν ξεμείνει από κάποιον παλιό ερευνητή, ίσως τον δωρητή της σειράς. Σκύβω και διαβάζω μερικές ημερομηνίες. Το μάτι μου τραβάει ένα χαρτάκι με ημερομηνία: «1/1/1913».

Η ιστορία είναι απολύτως αληθινή. Έλαβε χώρα χθες, 26/6/2012.


Έτσι κλείνει ο κύκλος της Μεταπολίτευσης

Posted in Πολιτική with tags , , , , , on May 12, 2012 by shinecast

Το 1989, η έγκριτη «Αυριανή» δημοσίευε τα τηλέφωνα των «Κυρκοφλωράκηδων», που είχαν μόλις δημιουργήσει τον Συνασπισμό, προτρέποντας τους αναγνώστες της να τους τηλεφωνήσουν και να τους πιέσουν να μην προδώσουν τη Μεγάλη Δημοκρατική Παράταξη.

Κύλησε νερό στο αυλάκι. Ο Κώστας Λαλιώτης (στενός συνεργάτης του Γιώργου Κουρή στις πρώτες δόξες του) οικουρεί στην Αρκαδία. Η Αυριανή στηρίζει το εκάστοτε ανερχόμενο αστέρι. Λίγους μήνες μετά το πρωτοσέλιδο «Αντώνη [Σαμαρά], μην υποχωρείς», εκθειάζει τον πατριωτισμό του Αλέξη Τσίπρα.

Εδώ και δύο ημέρες, ενώ η θέση της Δημοκρατικής Αριστεράς και του Φώτη Κουβέλη ότι δεν θα συνεργαστεί σε τρικομματική κυβέρνηση με την Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ είναι σταθερή και αταλάντευτη, μαίνεται ένας πόλεμος παραπληροφόρησης, τόσο από μπλογκ της συμφοράς (ζούγκλες κ.ο.κ.) όσο και από «έγκριτες» εφημερίδες.

Κι έτσι λοιπόν, μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, μαζί με μέλη των «Ανεξάρτητων Ελλήνων» και άλλων αγανακτισμένων «δημοκρατών», τουιτάρουν τα τηλέφωνα της Δημοκρατικής Αριστεράς και καλούν σε συγκεντρώσεις έξω από την Αγίου Κωνσταντίνου. Γιατί; Ε, «για τον ίδιο λόγο», που λέγαμε και στον στρατό.

Μάλλον αυτό είναι που λένε: «Κλείνει ο κύκλος της Μεταπολίτευσης».

Τουρισμός στη Φθιώτιδα (πώς λέμε «Ελβετός ναύαρχος»)

Posted in Πολιτική with tags , on May 4, 2012 by shinecast

Το κείμενο αυτό είναι καρπός ορισμένων σκέψεων που ξεκίνησαν από τη συμμετοχή μου στη διαμόρφωση προτάσεων για το προεκλογικό φυλλάδιο της Δημοκρατικής Αριστεράς στη Φθιώτιδα. Δεν είμαι ειδικός περί τον τουρισμό, ούτε έχω κάνει καμιά εμπεριστατωμένη έρευνα. Σκέψεις εκθέτω, ως αφετηρία για συζήτηση. Έχω πάντως μπουχτίσει να ακούω για «βαρειά βιομηχανία της ελληνικής οικονομίας» και να βλέπω τα πάντα παρατημένα στη μοίρα τους. Επίσης, έχω μπουχτίσει με τον ραγιαδισμό, με τον τρόπο που συνήθως οι άνθρωποι κουνάνε το κεφάλι, ξεφυσάνε και λένε: «αχ, στην Ελλάδα ζούμε, γίνονται βρε αυτά εδώ;» Ναι, γίνονται. Συνήθως τα «αυτά» που «δεν γίνονται» είναι ό,τι απλούστερο και αυτονόητο. Ο βασικός λόγος που εν τέλει ΔΕΝ γίνονται είναι ότι κουνάμε το κεφάλι, ξεφυσάμε και πάμε και ψηφίζουμε σαν τα πρόβατα (δεν γίνονται γιατί στη θέση τους γίνονται άλλα, πιο περίπλοκα, μέσα από τα οποία ωφελούνται οι πελάτες του συστήματος). Τέλος, έχω μπουχτίσει με τα «διακυβεύματα»: μνημόνιο, δόση, ακυβερνησία κ.ο.κ. Ναι, προφανώς αυτά είναι σημαντικά, σημαντικότατα. Αλλά η Ελλάδα θα υπάρχει και στις 7/5. Και θα υπάρχει και του χρόνου. Ας λύσουμε τα σημαντικά, αλλά μήπως να συνεννοηθούμε παράλληλα και σε μερικά απλά και αυτονόητα, να αρχίσουν να τρέχουν σιγά σιγά ώστε να ζούμε όταν θα αρχίσουν να αποδίδουν;

Όντως, η φράση «τουρισμός στη Φθιώτιδα» ηχεί σαν σύντομο ανέκδοτο. Στην καλύτερη περίπτωση, μας φέρνει στην νου την εικόνα της θείας μας, που πάει για ιαματικά στα Θερμοπύλια και μετά για καφεδάκι με τις φίλες της στα Καμένα.

Κατ’ αρχάς, δεν υπάρχει τίποτα κακό σε αυτό· γιατί να μην πάει η θεία για λουτρό και καφεδάκι; Να πάει και να μη στέκεται. Και αυτό τουρισμός είναι (εσωτερικός). Ας δούμε όμως μια στιγμή μήπως μπορούμε να στοχεύσουμε και λίγο πιο πέρα από τη συμπαθή θεία.

Το γεγονός ότι μας φαίνεται λίγο κουλή η φράση «τουρισμός στη Φθιώτιδα», αν την σκεφτούμε ως έναν πιθανό σημαντικό μοχλό ανάπτυξης (υποδομών, επιχειρήσεων, θέσεων εργασίας) για την περιοχή, οφείλεται μάλλον στην πεπαλαιωμένη και στρεβλή αντίληψη που έχουμε για τον τουρισμό: ήλιος, θάλασσα κι αρχαία — και ημίγυμνες λυγερόκορμες σκανδιναβές που τρέχουν κάπου εκεί ανάμεσα (δηλ. τσαλαβουτάνε σε μια ηλιόλουστη παραλία με φόντο ιωνικά κιονόκρανα και υπό τους ήχους μπουζουκιού).

Πέφτουμε όμως οι ίδιοι θύματα των στερεοτύπων μας. Ναι, ο ήλιος και θάλασσα είναι μεγάλο ατού, αν και όχι αποκλειστικό: τον ίδιο ήλιο έχει όλη η Μεσόγειος και περίπου την ίδια θάλασσα. Τα αρχαία μνημεία (μιλάω τώρα για τη χώρα συνολικά) είναι μεν μοναδικά αλλά, πρώτον και άλλες χώρες έχουν τα δικά τους μνημεία (κι ας μην είναι ο Παρθενώνας) και, δεύτερον, αν περιοριστούμε σε αυτές τις ατραξιόν, έχουμε μάλλον ήδη πιάσει την οροφή (ποσοτικά και εισοδηματικά) του τουρισμού που μπορούμε να προσελκύσουμε. Όλοι χρησιμοποιούν με περισπούδαστο ύφος την ατάκα περί του τουρισμού ως «βαριάς βιομηχανίας», κρύβοντας πίσω από αυτό το στερεότυπο την νεοελληνική κατάρα της αρπαχτής: ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξουμε από τους ξένους, που θα έρθουν έτσι κι αλλιώς γιατί η χώρα μας είναι η ωραιότερη στον κόσμο και εμείς φανταστικοί τύποι και οι καλύτεροι εραστές και φτιάξαμε τον Παρθενώνα τη δημοκρατία και τον πολιτισμό γενικώς. Θα ανοίξουμε ρουμς ή (το πολύ πολύ) ένα ταβερνάκι, θα δουλεύουμε τρεις μήνες το χρόνο και δατ’ς ιτ.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι, με αυτήν την αντιμετώπιση, ο τουρισμός στην Ελλάδα περιορίζεται σε μια στενή καλοκαιρινή σεζόν. Και δεν αρκούν οι οικονομικές προσφορές, τα φθηνότερα πακέτα: όσο βασιζόμαστε αποκλειστικά στο τρίπτυχο «ήλιος, θάλασσα, αρχαία», τα πακέτα απλώς θα επιμηκύνουν κάπως την σεζόν, με τους χαμηλότερου εισοδήματος τουρίστες να προτιμούν τους ανοιξιάτικους και φθινοπωρινούς μήνες.

Ας κάνουμε ένα μικρό άλμα από την Ελλάδα και την Φθιώτιδα κι ας πεταχτούμε μέχρι την Ελβετία: χιόνια, βουνά, ρολόγια και σοκολάτες. Τρίχες, σε σχέση με τον Παρθενώνα και τη Μύκονο. Ναι, αλλά στην Ελβετία τα σαλέ των χιονοδρομικών δεν κλείνουν το καλοκαίρι, οι εργαζόμενοι δεν μένουν χωρίς δουλειά και οι επιχειρηματίες δεν κάθονται να τρώνε από τα έτοιμα, περιμένοντας πότε θα ξαναχιονίσει. Όλες (μα όλες) οι τουριστικές υποδομές, το καλοκαίρι μένουν ανοιχτές για άλλες δραστηριότητες: ιππασία, ορειβασία, ράφτινγκ, συνέδρια, φεστιβάλ — έχει ο Θεός. Διότι οι κουτόφραγκοι οι Ελβετοί, σκέφτηκαν ότι έτσι συμφέρει πιο πολύ: να έχεις με την ίδια υποδομή, που έχεις προβλέψει να την φτιάξεις με τρόπο που να προσαρμόζεται στις διαφορετικές εποχιακές δραστηριότητες, εισόδημα όλο το χρόνο και μόνιμες θέσεις εργασίας.

Επιστρέφω στη Φθιώτιδα: μια περιοχή όμορφη, που συνδυάζει θάλασσα, βουνό και κάμπο. Χωρίς «πρωτοκλασάτες ατραξιόν» από άποψη αρχαίων μνημείων. Με το μερίδιό της πάντως σε αρχαία, με το αρχαιολογικό μουσείο και το κάστρο της Λαμίας και με αρκετούς τόπους ιστορικού ενιδαφέροντος και ακόμα περισσότερες περιοχές φυσικού κάλους. Με τα βουνά και τα ποτάμια όπου ήδη υπάρχουν μονάδες για ράφτινγκ, ορειβασία, πεζοπορία και ιππασία, μια ανάσα από το χιονοδρομικό του Παρνασσού, με τα χωριά της (όσα δεν καταστρέψαμε ακόμα) και τους παραδοσιακούς ξενώνες, με τα ιαματικά της (Θερμοπύλες, Υπάτη, Πλατύστομο κ.ά.), με τις οινοπαραγωγικές μονάδες της (δεν είναι λίγοι οι παλαβοί που ταξιδεύουν στον κόσμο μόνο και μόνο για να δοκιμάζουν κρασιά), με την ιδανική για ιστιοπλοΐα θάλασσα (σταθερός σαν από ανεμιστήρα βοριάς, μικρά κύματα, παραλίες και παράκτια χωριουδάκια παντού), με το οικοσύστημα του Μαλιακού (όσο αντέχει ακόμα), με, με, με…

Θα μου πεις, αυτά θέλουνε λεφτά, υποδομές κλπ. Θα σου πω ναι, αλλά ξέρεις κάτι; Λεφτά υπάρχουν. Ε, χμ, γκουχ. Μπορούν να βρεθούν, τεσπά. Όχι πακτωλοί — αλλά δεν χρειάζονται πακτωλοί. Και επειδή το σχέδιο αυτό μπορεί να είναι κατεξοχήν αναπτυξιακό και να δημιουργεί μόνιμες θέσεις εργασίας, τα κεφάλαια μπορούν να βρεθούν από το ΕΣΠΑ ή/και από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Χρειάζονται κάποια κεφάλαια για υποδομές, αλλά κυρίως χρειάζονται ιδέες και σχέδιο. Και μακροπρόθεσμη προοπτική (άρα και συνέχεια του κράτους) και, τέλος, ειλικρινής πρόθεση να φτιάξεις ένα σύστημα που θα υπηρετεί το κοινό καλό και δεν θα εξυπηρετεί ημετέρους. Η ειλικρίνεια της προθέσεως δεν επαφίεται στην τιμιότητα των προσώπων αλλά είναι ζήτημα κατεξοχήν πολιτικό και θεσμικό.

Και χρειάζεται και νιονιό: όσο όμορφο κι αν είναι το χωριουδάκι πάνω στην Οίτη, δεν μπορεί να σηκώσει δέκα παραδοσιακούς ξενώνες και είκοσι μονάδες ιππασίας. Τρεις και μία, ναι. Και αυτό, είναι κυρίως ζήτημα κεντρικού σχεδιασμού και συντονισμού, που θα λειτουργεί ως ένα βαθμό συμβουλευτικά και επίσης θα ψιλοεπιβάλλεται με κίνητρα και αντικίνητρα.

Ο οποίος σχεδιασμός, ξεφεύγοντας από την κοντόφθαλμη λογική της αρπαχτής, θα είναι μακροπρόθεσμος και επίσης θα αφορά όλη τη «γραμμή παραγωγής» του τουρισμού: από τη δημιουργία των υποδομών και την ανάδειξη των τόπων τουριστικού ενδιαφέροντος μέχρι τον συντονισμό με όλες τις εμπλεκόμενες λειτουργίες του κράτους και του ιδιωτικού τομέα (συγκοινωνίες, εστίαση κ.ο.κ.) και από την (εμπνευσμένη και σύγχρονη, επιτέλους) διαφήμιση στο εξωτερικό μέχρι τη στενή συνεργασία με τους τουριστικούς πράκτορες. Στο όλο πλάνο λογικό είναι ότι μπορούν να εντάσσονται και χίλιες δυο άλλες δραστηριότητες: πολιτιστικές (φεστιβάλ, γιορτές, συναυλίες, εκθέσεις, παραστάσεις, πανηγύρια κ.ο.κ.), αθλητικές, αγροτουριστικές, οικονομικές (τοπικά συνεταιριστικά προϊόντα) κλπ.

Φαντάσου π.χ. η Φθιώτιδα να ήταν νομός της Ιταλίας. Φαντάσου έναν σταθμό, ένα τουριστικό περίπτερο στις Θερμοπύλες, είτε για όσους πηγαίνουν στα λουτρά είτε απλώς για τους περαστικούς. Φαντάσου κοντά στο μνημείο του Λεωνίδα έναν χώρο όπου θα υπήρχε μια μακέτα, να εξηγεί πού έγινε η μάχη και τι παίζει με τις προσχώσεις του Σπερχειού, εξαιτίας των οποίων έγινε αγνώριστο το τοπίο. Από κοντά, τσουπ και μια ενημέρωση για την περιβαλλοντική πλευρά, για τη σημασία του οικοσυστήματος του Μαλιακού. Αυτό, δεν χρειάζονται πολλά. Απλό, καθαρό, λειτουργικό, καλαίσθητο. Με ένα εστιατόριο της προκοπής δίπλα — ένα λέμε, όχι είκοσι, και τα μεγάφωνα να μην παίζουν σκυλάδικα, παρακαλώ.

Ή φαντάσου να φτιάχναμε μερικές μαρίνες σε ορισμένα παραλιακά χωριά του Μαλιακού, του Βόρειου Ευβοϊκού και του Διαύλου των Ωρεών. Έστω με ξύλινες πλωτές αποβάθρες (αμελητέου σχεδόν κόστους, υπάρχουν τέτοιες σε πολλά μέρη στην Ελλάδα και στο εξωτερικό), που το καταχείμωνο τις μαζεύεις και τις συντηρείς. Οι μαρίνες να παρέχουν φως, νερό, τηλέφωνο, πετρέλαιο και βασικά είδη στους σκαφάδες (και στις φλοτίλες, δηλαδή στα νοικιάρικα που θα ξεπηδήσουν αμέσως μόλις δημιουργηθεί η υποδομή). Να τους παρέχουν επίσης ενημέρωση για την περιοχή και σύνδεση οδική για σύντομες επισκέψεις εκεί κοντά. Όλα αυτά πολιτισμένα, όχι με τον ταξιτζή που είναι ξάδερφος του κουμπάρου του μπατζανάκη του καφετζή της μαρίνας, ο οποίος (ταξιτζής) οδηγάει σαν παλαβός, χρεώνει μια περιουσία και δεν μπορεί να ξεκαρφώσει τα μάτια από το ντεκολτέ της κόρης της οικογένειας Γερμανών που μεταφέρει.

Πλάκα πλάκα πάντως, πέντε-έξι τέτοιες μαρίνες πάνω στον άξονα Χαλκίδα-Σκιάθος, γίνονται με πολύ λίγα χρήματα και κάνουν σύντομα απόσβεση. Και τις φτιάχνεις εξαρχής με σχέδιο, όχι αρπαχτά. Μη σου πω ότι φροντίζεις, μέσω ενός προγράμματος τάδε για τις ΑΠΕ (Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, ντε) να βάλεις φωτοβολταϊκά και οι μαρίνες να έχουν ενεργειακή αυτάρκεια κι έτσι το ρεύμα που θα πουλάς στους κοτερατζήδες να είναι φτηνό και να σου αφήνει κέρδος παρ’ όλα αυτά.

Η Φθιώτιδα είναι πάνω στην Εθνική, μόλις δυο ώρες από την Αθήνα, στον κεντρικό οδικό άξονα της χώρας. Το πέταλο του Μαλιακού έχει σχεδόν ολοκληρωθεί (πληρωμένο, δυστυχώς, με πολύ αίμα). Τα χίλια δυο —δυνάμει— τουριστικά ενδιαφέροντα της περιοχής, όπως τα περιέγραψα αδρά, μπορούν κάλιστα να ενταχθούν σε μια κεντρική λογική, σε ένα εθνικό σχέδιο για τον τουρισμό.

Αντίποδας της αρπαχτής είναι ο οικοτουρισμός. Η λέξη δεν πρέπει να τρομάζει: οικοτουρισμός δεν σημαίνει ότι θέλουμε να μετατρέψουμε τους τουρίστες σε χορτοφάγους ακτιβιστές που θα κοιμούνται στο χώμα και θα τους τσιμπάνε τα κουνούπια. Σημαίνει απλώς τουριστική ανάπτυξη με σεβασμό στο περιβάλλον: και πρέπει επιτέλους να καταλάβουμε ότι αυτό δεν είναι πολυτέλεια αλλά, αντιθέτως, συμφέρει μακροπόθεσμα. Ας περάσουμε από το δόγμα «το περιβάλλον κοστίζει» στη λογική «η προστασία συμφέρει». Η φτηνή ανάπτυξη αποδίδει άμεσα, αλλά όχι μακροπρόθεσμα. Αρκετά σύντομα, οι συνέπειές της κοστίζουν περισσότερα από όσα απέφερε. Οι τουρίστες έρχονται στην Ελλάδα γιατί είναι μια όμορφη χώρα. Όταν πάψει να είναι όμορφη, θα πάψουν και εκείνοι να έρχονται. Τόσο απλά. Και θα μας μείνει μια άσχημη χώρα, γεμάτη ρουμζ του λετ και μπαρ όπου κάθε βράδυ είναι λέιντιζ νάιτ επειδή δεν πατάει κανείς πια, εκτός από κάτι ξεμεινεμένα καμάκια της δεκαετίας του ‘70.

Υ.Γ. Δεν πιστεύω ότι ο τουρισμός μπορεί να γίνει η κύρια δραστηριότητα για την Φθιώτιδα. Δεν πειράζει, ας μην είναι η κύρια. Ας μη δώσει δουλειά σε όλους τους ανέργους της, ας δώσει στο 5 ή στο 10%. Λίγο είναι; Παρεμπιπτόντως, κύρια δραστηριότητα είναι λογικό να γίνει ξανά η κτηνοτροφία και η γεωργία (πρωτογενής τομέας, τουτέστιν να ξαναρχίσουμε να παράγουμε). Η περιοχή είναι κατάλληλη, οι κάτοικοί της έχουν το know how. Η Φθιώτιδα δεν είναι άγονη, δεν είναι απομακρυσμένη, δεν είναι φτωχή ως νομός. Μπορεί να ανακάμψει πολύ ευκολότερα από άλλες περιοχές της Ελλάδας.

Δεν τη σταματάς την άνοιξη

Posted in Πολιτική with tags , , , , , , on April 23, 2012 by shinecast

Ως υποψήφιος βουλευτής Φθιώτιδας με τη Δημοκρατική Αριστερά στις επικείμενες εκλογές, γυρνάω αυτές τις μέρες με τους συνυποψήφιούς μου αρκετά από τα χωριά του νομού. Έχω ξαναπάει, αλλά όχι με αυτή την ιδιότητα.

Η επαφή με τον κόσμο, έστω σύντομη, είναι εμπειρία· οι ποικίλες αντιδράσεις γεννούν αντιστοίχως ποικίλα συναισθήματα:  κάποιοι ενθουσιάζονται («μαζί σας είμαστε»), άλλοι δείχνουν πως «το σκέφτονται» και πως η Δημοκρατική Αριστερά είναι μεταξύ των πιθανών επιλογών τους, αρκετοί δέχονται ευγενικά  το φυλλάδιο και εύχονται καλή επιτυχία χαμογελώντας ενώ αφήνουν να εννοηθεί ότι «είναι αλλού», άλλοι ίσα που μας ρίχνουν μια ματιά αλλά το παίρνουν από περιέργεια, μερικοί το δίνουν κατευθείαν στο παιδάκι τους να φτιάξει σαΐτα, πολλοί εκφράζουν, ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης, την εκτίμησή τους στο πρόσωπο του Φώτη Κουβέλη. Αρκετοί μας κοιτούν καχύποπτα μόλις πλησιάζουμε: «Πολιτικά είναι; Δε θέλουμε κανέναν τους. Όλοι κλέφτες είναι». Μερικοί μαλακώνουν όταν τους εξηγούμε ποιοι είμαστε (διευκρινίζουν πως αγρίεψαν νομίζοντας ότι πρόκειται για εκπροσώπους κάποιου από τα δύο κόμματα εξουσίας). Ορισμένοι —όχι πολλοί, ούτε όμως και ελάχιστοι— δεν μαλακώνουν. Αυτοί μας κοιτάζουν παγερά και λεν με βεβαιότητα: «Μια χούντα χρειάζεται…»

Προσωπικά, τη μεγαλύτερη αμηχανία νιώθω στις περιπτώσεις εκείνες που μπαίνουμε σε μαγαζιά (φαρμακεία, χαρτοπωλεία, φυτώρια, είδη υγιεινής, ρούχα — οτιδήποτε) και γινόμαστε δεκτοί με ευγένεια αλλά και απελπισία: «Παιδιά, καλή επιτυχία να έχετε, αφήστε τα να τα δούμε, αλλά να ξέρετε, δεν ελπίζουμε σε τίποτα. Νοίκι, ΤΕΒΕ — μετράμε μήνες ανάποδα, μέχρι να κλείσουμε και να δούμε πώς θα ζήσουμε». Όχι ότι δεν έχεις τι να πεις σ’ αυτό· έχεις, και το λες. Αλλά φεύγεις με ένα σφίξιμο στην καρδιά.

Το ζεις κι εσύ, γι’ αυτό. Κανείς μας δεν έχει διατελέσει βουλευτής, κανείς μας δεν είναι αυτό που λέμε «επαγγελματίας πολιτικός», κι ούτε έχουμε από πουθενά χρηματοδότηση (η Δημοκρατική Αριστερά δεν έχει πάρει κρατική επιχορήγηση, ούτε δάνεια). Έχουμε δουλειές, παιδιά, σκυλιά, νοίκια, χρέη, πιστωτικές κάρτες. Ούτε πρόκειται για «τη μάχη του σταυρού»: η Ελένη, ο Αργύρης, ο Θέμης, ο Χρήστος κι εγώ, δηλαδή πέντε από τους εφτά υποψήφιους της Δημοκρατικής Αριστεράς στον νομό (η Έφη και ο Βασίλης δεν μπόρεσαν να ακολουθήσουν, λόγω ανωτέρας βίας) στριμωχτήκαμε σε ένα αυτοκίνητο (για οικονομία στη βενζίνη) και πήραμε τους δρόμους. Ένα συλλογικό φυλλάδιο έχουμε βγάλει, «ιδίοις αναλώμασιν» (διχρωμία, μόνο το λογότυπο του κόμματος είναι κόκκινο) και αυτό μοιράζουμε.

Και μάλλον γι’ αυτό απολαμβάνουμε, τελικά, αυτές τις εξορμήσεις. Ο καθένας μας με τη δική του διαδρομή, βρεθήκαμε στον χώρο που μας εκφράζει πολιτικά. Προφανώς, αισθανόμαστε την ανάγκη της συμμετοχής, της παρέμβασης. Την ανάγκη να προσπαθήσουμε να κάνουμε κάτι, αντί να δεχτούμε μοιραλατρικά την κατάσταση. Κάτι, που βασίζεται σε μια πολιτική ανάλυση, σε ένα σκεπτικό. Κάτι, που πιστεύουμε ότι δεν είναι απλώς ωραία ιδέα, μπορεί να γίνει. Που δεν είναι αποδοχή τετελεσμένων, ούτε μάχη χαρακωμάτων, αλλά πρόταση για το μέλλον. Τον τρίτο δρόμο, που τον ψάχναμε από παλιά και τώρα πάλι τον συζητάμε, τον επεξεργαζόμαστε αλλά και αρχίζουμε σιγά σιγά να τον βαδίζουμε. Αν όχι τώρα, πότε; Αν όχι εμείς, ποιος;

[Συζητώντας για τον τρίτο δρόμο, δεν κοιτούσαμε τις πινακίδες στον δρόμο που τραβούσαμε. Χάσαμε την Τιθορέα και φτάσαμε στη Χαιρώνεια. Επιτόπου και επιστροφή. Νωρίτερα, στο Δαδί —Αμφίκλεια είναι η αρχαιοπρεπής επίσημη ονομασία— είχα τη χαρά να ακούσω από τον καφετζή, που μας φώναξε να μας κεράσει, κάτι που έλεγα λίγες μέρες πριν σε κάτι  φίλους στην Πελασγία: «Σαράντα χρόνια λένε ότι θα πιάσουνε τη φοροδιαφυγή. Αν ήθελαν πραγματικά, είναι απλό: διασταύρωση στοιχείων. Στις τράπεζες ούτε σεντ δεν μπορείς να χρωστάς, μπαίνεις στον Τειρεσία. Πόσο δύσκολο είναι να φτιάξουν έναν Τειρεσία για χρέη προς το δημόσιο;» Ναι, τόσο απλό είναι. Και παρ’ όλα αυτά, πάλι κάνουν εξαγγελίες και δηλώσεις και υποσχέσεις και δεσμεύσεις με ύφος σοβαρό και χτυπάνε το χέρι στο τραπέζι και κουνάνε σε εμάς το δάχτυλο, ότι «δεν έχουμε προτάσεις».]

Φαίνεται ότι την έχουμε ανάγκη την προσωπική επαφή με τον κόσμο. Με τα απρόβλεπτά της, με τα καλά και τα κακά της, με την ευγένεια και την αγένεια, τη θερμή ή την εχθρική υποδοχή, πιο πολύ απ’ όλα με τα ερωτήματα, με αυτά που μπορούμε να απαντήσουμε και εκείνα τα άλλα, τα πιο χρήσιμα, εκείνα που μας βάζουν σε σκέψη, που δεν είμαστε και τόσο σίγουροι ότι έχουμε ακριβώς την απάντηση, που μας τριβελίζουν το μυαλό το βράδυ στο σπίτι — και γι’ αυτό ακριβώς μας επιβεβαιώνουν ότι βρισκόμαστε στον σωστό πολιτικό χώρο: «γηράσκω αεί αναθεωρών», που έλεγε και ο αγαπημένος Μανόλης Αναγνωστάκης.

Ναι, δεν με πειράζει η κούραση. Είναι κι αυτή η αίσθηση της συλλογικότητας: το στρίμωγμα στο αμάξι, οι διαδρομές, οι κουβέντες, οι πλάκες, οι ιστορίες, τα ανέκδοτα, οι καφέδες, οι μπύρες, τα κοψίδια (στη Ρούμελη είμαστε) — και είναι κι ο ίδιος ο τόπος, η φύση, τα χωριά, τα βενζινάδικα, οι καντίνες, η ασυνάρτητη επαρχία που λέει κι ο Σαββόπουλος. Και πολύ σωστά το λέει, έτσι είναι. Και παρακάτω συνεχίζει: Μα τ’ αγαπάω ο φτωχός. Κι αυτό σωστό.

Στο κάτω κάτω, είναι κι η άνοιξη. Το πράσινο, το καφέ, το κόκκινο, το κίτρινο, το μοβ. Οι μυρωδιές. Οι ήχοι.

Είμαι φύσει αισιόδοξος — έως αηδίας. Ξέρω πολύ καλά —το εξηγούσε καθαρά ο Παναγιώτης Κονδύλης— ότι η εκτίμηση του τι μέλλει γενέσθαι είναι ζήτημα μυαλού και όχι συναισθήματος, ανάλυσης και όχι αισιοδοξίας ή απαισιοδοξίας. Και η ανάλυσή μου (η ανάλυσή μας) λέει ότι υπάρχει διέξοδος. Δύσκολη, «θέλει δουλειά πολλή», αλλά υπάρχει.

Καθώς χαζεύω από το παράθυρο του αυτοκινήτου— τα πρόβατα στο λιβάδι, στο βάθος ο Παρνασσός χιονισμένος ακόμα· μια συστάδα κυπαρίσσια, κι ανάμεσά τους μια κουτσουπιά· μερικές παπαρούνες, και πέρα μακριά ο Μαλιακός— αφήνω την ανάλυση και επιτρέπω στον εαυτό μου να φλερτάρει με την απλή αισιοδοξία. Αρνούμαι και λογικά και συναισθηματικά να πειστώ πως αυτή η χώρα είναι καταδικασμένη, πως οι άνθρωποί της θα συνθηκολογήσουν με τη φτώχεια, με τη μιζέρια, με την κατάθλιψη.

Στο κάτω κάτω, δεν τη σταματάς την άνοιξη. Το λέει κι ο Tom Waits.

Δεν τη σταματάς την άνοιξη.
Να ’σαι σίγουρος: ποτέ
δεν θα πάψω να πιστεύω
το ρόδο που ανθίζει θα ψηλώσει
ή θ’ ανοίξει ή θα χαθεί
το ίδιο όνειρο ονειρεύεται ο χειμώνας
κάθε φορά.

Αίτηση για δάνειο

Posted in Πολιτική on April 20, 2012 by shinecast

Χρειάζομαι ένα δανειάκι γύρω στο εκατομμύριο, για τα τρέχοντα έξοδα (τσιγάρα, καφέδες κ.ο.κ.) και για ερευνητικούς σκοπούς (είμαι φιλομαθής). Πιστεύω πως όλα αυτά τα περί έλλειψης ρευστότητας στην αγορά, περί λουκέτων κλπ. δεν είναι παρά μαύρη προπαγάνδα. Το έψαξα, είδα ότι έχω για άλλη μια φορά δίκιο, και έστειλα στον διευθυντή της τράπεζας με την οποία συνεργάζομαι την ακόλουθη επιστολή.

Προς κύριον …, διευθυντή τραπέζης

Κύριε διευθυντά,

διά της παρούσης αιτούμαι δανείου ύψους ενός εκατομμυρίου ευρώ (1.000.000 €) για έξοδα κίνησης και για ερευνητικούς σκοπούς.

Θα μου πείτε γιατί δεν πάω σε ένα υποκατάστημα, ε; Κατ’ αρχάς, βαριέμαι τις ουρές. Δεύτερον, πήγα και μου είπαν να τους δείξω το εκκαθαριστικό μου, να υποθηκεύσω το σπίτι μου και, αφού τα κάνω αυτά, να ελπίζω σε κάνα πενηντάρι χιλιάδες το πολύ, με γενναίο επιτόκιο. Απάντησα ότι όχι, εγώ εκατομμύριο θέλω και με επιτόκιο Γερμανίας. Μου είπαν αγενέστατα «δε θα ’σαι καλά, παιδάκι μου».

Ωστόσο, κύριε διευθυντά, εγώ διάβασα ότι άλλοι έχουν πάρει μπόλικα δάνεια με τους όρους που ζητάω, και μάλιστα πρόσφατα. Συγκεκριμένα, η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ (το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ επίσης έχουν πάρει, αλλά ψίχουλα σε σχέση με τους δύο πρώτους). Συνολικά, χρωστάνε στις τράπεζες κάπου 270 εκατομμύρια (περίπου το ένα τρίτο της τρύπας του ελλείμματος — ξέρετε, αυτής που λέμε να κλείσουμε κόβοντας τις επικουρικές συντάξεις). Μέρος αυτών των δανείων έχει συναφθεί τα τελευταία δύο χρόνια.

Μου έκανε εντύπωση όταν το έμαθα αυτό, διότι έχω διαβάσει στις εφημερίδες ότι υπάρχει ζήτημα ρευστότητας στην αγορά, ότι οι επιχειρήσεις κλείνουν γιατί δεν έχουν κεφάλαιο κίνησης επειδή οι τράπεζες δεν τους δανείζουν. Αυτά κάνει η μαύρη προπαγάνδα. Χάρηκα που έμαθα ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει και ότι το τραπεζικό μας σύστημα στέκεται στο ύψος των περιστάσεων και δανείζει ζεστό χρήμα.

Το πιο ελπιδοφόρο όλων είναι η ευελιξία των τραπεζών εις ό,τι αφορά τις εγγυήσεις που ζητούν για τη δανειοδότηση των κομμάτων: αρκεί η υποθήκευση της κρατικής επιχορήγησης που τα κόμματα θα πάρουν στο μέλλον (πλην της περίπτωσης του ΚΚΕ, το οποίο έχει υποθηκεύσει ακίνητα). Για να το πω πιο απλά: τα δύο μεγάλα κόμματα έχουν δανειστεί υποθηκεύοντας τα χρήματα που θα πάρουν από τον κρατικό προϋπολογισμό κατά την επόμενη δεκαετία σχεδόν — τα ποσά υπολογίζονται με βάση τα ποσοστά που έχουν πάρει στις τελευταίες εκλογές. Αυτό σημαίνει ότι, για να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, θα παίρνουν τα ίδια ποσοστά μέχρι περίπου το 2020· επίσης, ότι δεν θα μειωθεί η κρατική επιχορήγηση προς τα πολιτικά κόμματα ή τα ερευνητικά τους κέντρα. Κάτι θα ξέρουν τα κόμματα, για να κάνουν αυτή τη συμφωνία. Και οι τράπεζες, βέβαια, κάτι θα ξέρουν κι αυτές. Ε;

Ευελιξία επέδειξε και το κράτος, επιτρέποντας με νυχτερινή τροπολογία του κυρίου Τάσου Γιαννίτση την εκταμίευση της κρατικής επιχορήγησης, η οποία είχε παγώσει λόγω οφειλών των κομμάτων προς το δημόσιο. Αντίστοιχα, ο κύριος Ροβέρτος Σπυρόπουλος, διοικητής του ΙΚΑ και πρώην διευθυντής του ΠΑΣΟΚ, από λεπτότητα δεν ανέφερε τίποτα για τα χρέη του Κινήματος, που είχε αμελήσει, εδώ και κάτι μήνες, να καταβάλει τις εργοδοτικές εισφορές για τους (απλήρωτους) υπαλλήλους του.

Ως εκ τούτου, κύριε διευθυντά, επανέρχομαι στο αίτημά μου, το οποίο θεωρώ πως έχω τεκμηριώσει επαρκώς, και ζητώ δάνειο με εγγύηση τα μελλοντικά μου εισοδήματα. Αυτό σημαίνει ότι:

1) δεν θα χάσω τη δουλειά μου. Ο κύριος Αντώνης Σαμαράς ζήτησε να του λύσουμε τα χέρια ώστε να εκμεταλλευτούμε τον τεράστιο πλούτο μας ως χώρα και να πάμε μπροστά. Υποθέτω ότι, πηγαίνοντας μπροστά, δεν θα αυξηθεί κι άλλο η ανεργία (κάπου 21% είναι επισήμως). Δεν φαντάζομαι να μην τον πιστεύετε. Πώς θα μπορούσατε να αμφισβητήσετε την αξιοπιστία του προέδρου του κόμματος που σας χρωστά 132 εκ. ευρώ;

2) δεν θα μειωθεί (άλλο) ο μισθός μου. Ο κύριος Ευάγγελος Βενιζέλος δεσμεύτηκε προσωπικά ότι δεν θα γίνουν άλλες μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις. Δεν φαντάζομαι να μην τον πιστεύετε. Πώς θα μπορούσατε να αμφισβητήσετε την αξιοπιστία του προέδρου του κόμματος που σας χρωστά 120 εκ. ευρώ;

3) θα δουλεύω τουλάχιστον μέχρι τα 187 μου (μην ανησυχείτε, τα υπολόγισα: αποκλείεται να βγω νωρίτερα στη σύνταξη).

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας. Περιμένω τηλέφωνο να περάσω από τα κεντρικά για τα τυπικά.

Μετά τιμής,

Γιώργος Τσακνιάς

Υ.Γ. Δεν έχω πάθει άνοια,
θέλω κάνα-δυο δάνεια!
(χωρίς πολλά προσκόμματα
έτσι, όπως τα κόμματα).