Στη βιβλιοθήκη

Posted in Διάφορα κείμενα on June 27, 2012 by shinecast

Reality is not always probable, or likely.
—Jorge Luis Borges—


Φεύγω από τη δουλειά κατά τη μία το μεσημέρι να πάω στην ψαραγορά. Μητρόπολη-Βαρβάκειος, δέκα λεπτά, άντε τέταρτο. Αλλά με αυτή τη ζέστη. Όσο μπορώ πάω τοίχο τοίχο, διαλέγω τους ίσκιους. Ένα κιλό σαρδέλες, ένα ευρώ. Επιστροφή. Φτάνω κάθιδρος στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο και έχουμε διακοπή ρεύματος. Που σημαίνει όχι κλιματισμό, όχι ασανσέρ, όχι κρύο νερό, όχι κομπιούτερ, όχι τηλέφωνα κλπ. Δεν λειτουργεί καν το κουδούνι της εξώπορτας, κι αναγκαζόμαστε να την αφήσουμε ανοιχτή να μπάζει τη διαολεμένη ζέστη, που ύπουλα σκαρφαλώνει από το ισόγειο και καταλαμβάνει το υπόλοιπο κτήριο. Μαζευόμαστε όλοι στον πρώτο και καθόμαστε στο μεγάλο τραπέζι, σχεδόν αμίλητοι, στο υποτυπώδες ρεύμα αέρα που δημιουργείται ανάμεσα στα ανοιχτά παράθυρα. «Σε ζητά ένας ερευνητής», ακούω κάποια στιγμή. «Δεν έχουμε ρεύμα», ετοιμάζομαι να μουρμουρίσω. Σκέφτομαι όμως να ακούσω πρώτα το αίτημά του, μήπως θέλει κάτι που σίγουρα δεν έχουμε, μην ξανάρχεται τζάμπα ο άνθρωπος, κάτι που το ξέρω ότι δεν το έχουμε χωρίς καν να κοιτάξω τη βάση μας, που τώρα δεν μπορώ να την κοιτάξω γιατί είναι ηλεκτρονική και, είπαμε, δεν έχουμε ρεύμα. Μου λέει ότι θέλει την εφημερίδα «Σφαίρα», το φύλλο της 1/1/1913. Θυμάμαι απ’ έξω ότι η «Σφαίρα» είναι σχετικά πρόσφατο απόκτημα, σε τόμους πανβρώμικους, που δεν γράφουν ημερομηνία στη ράχη και τους έχουμε στο υπόγειο σε μια στοίβα, οριζόντια και ανάκατα, μέχρι να έρθει η σειρά τους να τους καταγράψουμε και, κυρίως, να βρούμε χώρο να τους τοποθετήσουμε με τρόπο που να είναι προσβάσιμοι και εύχρηστοι. Παρ’ όλα αυτά, κατεβαίνω στο υπόγειο. Δεν έχω τίποτα καλύτερο να κάνω, εξάλλου. Βρίσκω ψαχτά τον δρόμο μου στα σκοτάδια, στριμώχνομαι ανάμεσα στις σειρές μεταλλικών ραφιών που φτάνουν ώς το ταβάνι, που στενάζουν υπό το βάρος τόμων εφημερίδων, κουτιών με λυτά φύλλα, περιοδικών· στρίβω ανάμεσα στους διαδρόμους με τη σιγουριά της δεκαετούς εξοικείωσης. Διακρίνω στο βάθος φως· ένα μοναδικό παράθυρο που βλέπει στον ακάλυπτο, φωτίζει μια μικρή γωνιά του τεράστιου υπογείου. Το φως πέφτει λοξά πάνω στη στοίβα των τόμων της εφημερίδας «Σφαίρα». Από τις σκονισμένες σελίδες των τόμων, ξεπροβάλλουν πολυκαιρισμένοι σελιδοδείκτες που έχουν ξεμείνει από κάποιον παλιό ερευνητή, ίσως τον δωρητή της σειράς. Σκύβω και διαβάζω μερικές ημερομηνίες. Το μάτι μου τραβάει ένα χαρτάκι με ημερομηνία: «1/1/1913».

Η ιστορία είναι απολύτως αληθινή. Έλαβε χώρα χθες, 26/6/2012.


Σκέψεις τινές περί του κυβερνάν, περί του συμμετέχειν, περί του αριστερίζειν και περί ευθύνης, καθώς μία επίκαιρος μνεία στον Θωμά Μαύρο, τον επιλεγόμενο και «φονιά»

Posted in Πολιτική on June 21, 2012 by shinecast

Κείμενον σημαντικόν, πολλαπλών διαστάσεων, απαντόν εις πλείστας όσας ερωτήσεις και προβληματισμούς περί της στάσεως της ΔΗΜΑΡ εις την παρούσαν συγκυρίαν, ευθαρσώς και εγκαρσίως κινούμενον μεταξύ Ερρίκου Μπερλινγκουέρ και Θωμά Μαύρου, συνταχθέν υπό Γεωργίου Τσακνιά, του φίλου και εν όπλοις συναγωνιστού. Ή, αλλέως και εις την καθομιλουμένην: Να πώς πρέπει να γράφονται τα κομματικά κείμενα. [Τέλης Σαμαντάς]

Συντρόφισσες και σύντροφοι,

πιστεύω ότι πήραμε τη σωστή απόφαση. Καλό τώρα είναι να κάνουμε όλοι ό,τι μπορούμε για να πετύχουμε. Να γίνουν δηλαδή πράξη αυτά που επαγγελλόμαστε. Δεν ξέρω τι μπορούμε να κάνουμε, ο καθένας μας εννοώ. Προφανώς, το κόμμα θα στηρίξει με κάθε τρόπο την κυβέρνηση. Αν μπορούν να κάνουν κάτι τα μέλη π.χ.  μέσω των τοπικών ή των τομέων, η με οποιονδήποτε άλλο οργανωτικό τρόπο, θα το κάνουν. Κι αν πάλι χρειάζεται κάποιος να φέρνει καφέδες σε μερικά στελέχη μας που θα συνεδριάζουν, το κάνω ευχαρίστως κι αυτό, αν δεν μπορώ να συνεισφέρω κάτι περισσότερο. Και το εννοώ.

Έχουμε όλοι ψοφήσει από τις διπλές εκλογές και τις συγκινήσεις. Από την άλλη, μια νέα αρχή δίνει νέα όρεξη. Πόσο μάλλον, μια νέα εποχή. Η επαγρύπνηση και η συμμετοχή πρέπει να παραμείνουν στο μάξιμουμ.

Κατά τη γνώμη μου, το σύνθημα της «ευθύνης» αποκτά τώρα απολύτως συγκεκριμένο περιεχόμενο: με τη συμμετοχή, αναλαμβάνουμε μια πολιτική ευθύνη από μόνοι μας, χωρίς να μας επιβληθεί. Στην αντιπολίτευση θα είχαμε μεν τον μπαμπούλα του ΣΥΡΙΖΑ (γιατί να ψηφίσουν εμάς κι όχι αυτόν;) αλλά, παρ’ όλα αυτά, με «έξυπνη διαχείριση», θα κρατάγαμε μέρος τουλάχιστον των ποσοστών μας. Αν μη τι άλλο, στη Βουλή θα ξαναμπαίναμε, νομίζω. Τώρα, βάζουμε το κεφάλι μας στον τορβά.

Η συμμετοχή είναι ηθικά πεντακάθαρη: ρισκάρουμε έως και την κομματική μας εξαφάνιση (ακούγεται δραματικό, αλλά παίρνω ένα ακραία κακό σενάριο). Από την άλλη, ακόμα και υπό μία οπτική εξ αριστερών μας, δεν βλάπτουμε το «λαϊκό κίνημα». Αν πετύχει αυτή η κυβέρνηση πέντε πράγματα από αυτά που βάζουμε εμείς στην ατζέντα, είναι αναμφισβήτητα για το καλό του λαού και των εργαζομένων. Εάν όχι, μόνον εμείς χάνουμε τους ψηφοφόρους μας (και, μάλιστα, στο σενάριο αυτής της ανάγνωσης των δεδομένων, θα τους χάσουμε προς τα αριστερά, άρα το λαϊκό κίνημα θα γιγαντωθεί και θα πάρει αυτοδυναμία). Με άλλα λόγια, ή κερδίζει η χώρα κι ο λαός, ή χάνει το κόμμα μας. Δεν παίζουμε στις πλάτες κανενός. Γι’ αυτό και ήδη μας αντιμετωπίζουν με οφθαλμοφανή αμηχανία. Η μόνη «αριστερή» κατηγορία που μπορεί να μας αποδοθεί, είναι από σκοπιά αμιγώς αντισυστημικής αριστεράς: μπλα μπλα εξωραΐζουμε τον καπιταλισμό, μπλα μπλα άλλοθι, μπλα μπλα όξυνση των αντιθέσεων. Καλά, ηρεμήστε. Πάντως, την κατηγορία αυτή δικαιούται να την προσάψει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ας πούμε. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ο προσφάτως ευρωπαϊκός και κυβερνητικός, δεν μπορεί να το κάνει. Ας το κάνει, αν θέλει. Κάτι μου λέει ότι δεν θα το κάνει.

Γιατί τώρα και όχι μετά τις εκλογές του Μαΐου; Για πολλούς λόγους. Κατ’ αρχάς, τώρα εκπροσωπούμε το 48%, όχι το 37%. Απέχουμε ακόμα από το 70% που, σύμφωνα με τον Μπερλινγκουέρ, είναι το ποσοστό συναίνεσης ικανό για μεταρρυθμίσεις ευρείας αποδοχής, αλλά πάντως είναι άλλο να λες εκπροσωπώ έναν στους τρεις και άλλο εκπροσωπώ τους μισούς. Επίσης: τον Μάιο είχαμε δεσμευτεί προεκλογικά ότι δεν θα συνεργαστούμε με ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Και καλώς το είχαμε υποσχεθεί, και καλώς τηρήσαμε την υπόσχεσή μας. Τα δύο κόμματα έπρεπε να το φάνε το στραπάτσο. Δεν αρκεί να το ξέρεις δημοσκοπικά ότι θα το φας. Είναι αλλιώς να σου το λέει η Singular. Τότε υπήρχε όντως ένα ζήτημα λαϊκής νομιμοποίησης και παροχής «σωσίβιου» στον παλαιό δικομματισμό. Ενώ τώρα, δεν νομίζω ότι τίθεται τέτοιο θέμα: κάναμε εκλογές, ξανακάναμε εκλογές, ο ΣΥΡΙΖΑ έσπευσε να διαλέξει πεντακάθαρα την αντιπολίτευση — ε, δικαίωμά σας σύντροφοι. Αποφασίσατε να είστε αντιπολίτευση, προχωράμε χωρίς εσάς.

Τις μέρες μετά τις εκλογές του Μαΐου, αφού ξεμπροστιάσαμε (σε όσους, εν πάση περιπτώσει, έχουν μάτια και βλέπουν) την υποκριτική ενωτική ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ με το τσίρκο της δεύτερης εντολής κλπ, κάναμε την πρόταση για την Οικουμενική. Επαναξετάζοντας εκείνη την κίνησή μας σήμερα, υπό το πρίσμα της συμμετοχής στην κυβέρνηση, θεωρώ ότι πέρα από το πώς μας τοποθέτησε στην κεντρική σκηνή, πέρα από τους πόντους που μας έδωσε, έχει την εξής ουσιαστική διάσταση: δικαιούμαστε να λέμε στον ΣΥΡΙΖΑ πως άφησε τότε να χαθεί μια τεράστια ευκαιρία για την ελληνική αριστερά. Είχε τον Σαμαρά στο καναβάτσο και τον άφησε να σηκωθεί. Μπορούσαμε τότε να κάνουμε μια Οικουμενική και να πετύχουμε αυτά που ευελπιστούμε ότι θα πετύχουμε τώρα. Και περισσότερα, μάλιστα. Τώρα όμως η κυβέρνηση δεν είναι Οικουμενική, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν συμμετέχει και ο Αντώνης Σαμαράς έχει γίνει πρωθυπουργός.

Προλαβαίνω την ένσταση: το επιχείρημα της παραπάνω παραγράφου, το τι θα γινόταν εάν ο ΣΥΡΙΖΑ είχε προσχωρήσει σε μια Οικουμενική τον Μάιο, ισχύει για έναν άλλο ΣΥΡΙΖΑ, υποθετικό. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι άλλος, είναι αυτός που είναι. Γι’ αυτό κι εμείς δεν είμαστε πλέον εκεί. Παρ’ όλα αυτά, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αξιωματική αντιπολίτευση: δικαιούται του σεβασμού μας και φυσικά δεν έχει ασυλία από την κριτική μας — τουναντίον. Του σεβασμού μας δικαιούνται επίσης οι ψηφοφόροι του, όπως και οι ψηφοφόροι όλων (σχεδόν) των κομμάτων. Εμείς δεν θα κατρακυλήσουμε στη λογική ότι το 93,7% του ελληνικού λαού που δεν μας ψήφισε είναι μαλάκες, ζώα, πρόβατα, μικρονοϊκοί κλπ. Αυτή δεν είναι ούτε δημοκρατική, ούτε αριστερή αντίληψη.

Κατά τη γνώμη μου, μοναδικό σοβαρό επιχείρημα υπέρ του να είχαμε προχωρήσει σε τρικομματική τον Μάιο, είναι ακριβώς ότι τότε εξαρτιόταν από εμάς ο σχηματισμός κυβέρνησης, άρα διαθέταμε ισχυρότερο διαπραγματευτικό χαρτί. Μπορούσαμε να εκβιάσουμε και να επιβάλουμε πράγματα. Ναι, αλλά από την άλλη, και ποιος την ήθελε τότε την τρικομματική; Ο Σαμαράς όχι ιδιαίτερα, ο Βενιζέλος καθόλου. Γι’ αυτό και μόλις που ψιλοκρύφτηκαν ευγενικά πίσω από τη δική μας άρνηση, μόνο και μόνο επειδή αυτή ήταν «αριστερή» και διακηρυγμένη από πριν. Αν όντως μας ήθελαν, αν πραγματικά επιθυμούσαν να σχηματιστεί κυβέρνηση ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ τον Μάιο και να μην πάμε στις εκλογές του Ιουνίου, θα είχαν βγει στα κεραμίδια — ότι είμαστε ανεύθυνοι, καθόμαστε απέξω και πυροβολάμε κλπ. Δεν είδα τίποτε από αυτά. Αν κάναμε την κίνηση τότε, θα πυροδοτούσαμε μια ακραία πόλωση. Νομίζω πως αυτό αποτελεί αντικειμενική παραδοχή και είναι δεδομένο ότι κάτι τέτοιο το ζυγιάζεις και φέρεσαι υπεύθυνα, δεν πας με τη συναισθηματική προσέγγιση «εγώ θα κάνω κυβέρνηση, δεν θα φοβηθώ τον ένα και τον άλλο». Όχι, την κοινωνική αναταραχή έπρεπε να την αποφύγουμε πάση θυσία.

Εν κατακλείδι, θεωρώ ότι καλώς (άριστα!) βάζουμε το κεφάλι μας στον τορβά. Όχι ad hoc. Όχι απλώς επειδή το βάζουμε (παγίως διαφωνούσα με τη στερεότυπη έκφραση «να λερώσουμε τα χέρια μας», λες και αυτό από μόνο του κάνει καλό στη χώρα! Συμφωνώ πως είναι συνθήκη αναγκαία, δεν είναι όμως ικανή), αλλά επειδή τώρα μπορεί να έχουμε αποτελέσματα. Μιας και μιλάω για αποτελέσματα, να φέρω εδώ μια θεωρητική ένσταση σε μια φράση από το υπέροχο, κατά τα άλλα, κείμενο που ανήρτησε χθες ο Σάκης: «Η δικαίωση υπάρχει στην ίδια την επιλογή, στην πρόθεση, στο ρίσκο και όχι στο τελικό αποτέλεσμα». Εγώ λέω και ναι και όχι. Οι άνθρωποι κρίνονται από τα κίνητρα, οι πράξεις από το αποτέλεσμα. Ναι, τα κίνητρά μας είναι καθαρά. Ναι, προτάσσουμε το καλό της χώρας και όχι το καλό του κόμματος. Από την άλλη, αυτά πάνε χέρι χέρι. Ευελπιστούμε ότι θα κάνουμε το καλό για τη χώρα και θα εισπράξουμε το όφελος — και πάλι με το σωστό κίνητρο, όχι δηλαδή για να το εξαργυρώσουμε αλλά για να το επανεπενδύσουμε πολιτικά, στον δρόμο που πιστεύουμε ότι είναι ο σωστός. Όσο οι πράξεις μας είναι συνεπείς προς τους λόγους μας (και πόσο σπανίζει πλέον αυτό!), τα κίνητρά μας θα είναι καταφανώς καθαρά και θα αναγνωρίζονται. Αλλά πολιτικά, η συμμετοχή μας στην κυβέρνηση θα κριθεί από το αποτέλεσμα. Προσωπικά, η καθαρότητα των κινήτρων μας μου δίνει τη δύναμη να προσπαθήσω για το καλό αποτέλεσμα.

Θέλω να κλείσω με μια μνεία στον Πρόεδρο. Δεν θέλω να γράψω ύμνους, ούτε όμως από την άλλη να χρησιμοποιήσω ψυχρές εκφράσεις, μόνο και μόνο για να μη γίνω μελό. Απεχθάνομαι το μελό, είμαι όμως συναισθηματικά φορτισμένος. Εν πάση περιπτώσει, ας μην πω τίποτα για το πρόσωπο. Αφού δηλώσω ότι θαυμάζω το πολιτικό αισθητήριό του κι ότι τον εμπιστεύομαι πως μπορεί να παίξει μπαλάρα και να ντριπλάρει σε τηλεφωνικό θάλαμο, επιτρέψτε μου να κλείσω τη σεντονιάδα μου χουλιγκανικά, αφιερώνοντας στον Πρόεδρο την ιαχή που δονούσε το αείμνηστο γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80:

Θωμά, Θωμά, εσύ ’σαι ο φονιάς
και όχι ο Δημόπουλος ο παλιοπουσταράς

Γιώργος Τσακνιάς

Για τη μείωση του κόστους του πολιτικού συστήματος

Posted in Πολιτική with tags , , , , , on June 13, 2012 by shinecast

Με αφορμή τις προτάσεις της Δημοκρατικής Αριστεράς για τη μείωση του κόστους του πολιτικού συστήματος (μείωση των βουλευτικών αποδοχών και της επιχορήγησης των κομμάτων στο 50%, κατάργηση της αποζημίωσης για συμμετοχή σε επιτροπές —οι βουλευτές της ΔΗΜΑΡ έχουν ήδη αποποιηθεί του επιδόματος αυτού— κατάργηση της βουλευτικής σύνταξης, δηλ. οι βουλευτές να συνταξιοδοτούνται από τον επαγγελματικό τους φορέα, όπως όλοι οι πολίτες κ.ά.) έριξα μια ματιά από περιέργεια στα προγράμματα των κομμάτων.

1) Στο site της Νέας Δημοκρατίας δεν μπόρεσα να βρω οτιδήποτε σχετικά με το πολιτικό σύστημα. Τουλάχιστον δύο βουλευτές της (Αργύρης Ντινόπουλος, Αττικής, και Νίκος Ταγαράς, Κορινθίας) έχουν ζητήσει κατάργηση της βουλευτικής σύνταξης ενώ άλλοι (π.χ. Σπύρος Γαληνός, Κυριάκος Μητσοτάκης) έχουν ατομικά αποποιηθεί προνομίων. Θυμάμαι πάντως κάτι αναφορές σε προεκλογικό τηλεοπτικό σποτ της Ν.Δ. για τον «νόμο περί ευθύνης υπουργών» και, αν δεν κάνω λάθος, για μείωση του αριθμού των βουλευτών (το οποίο δεν είναι απαραίτητα καλό, απλώς ακούγεται καλό στους αγανακτισμένους αντιμνημονιακούς που πρόδωσε ο Σαμαράς μπαίνοντας στην κυβέρνηση Παπαδήμου). Κι αυτά, πάντως, στο σποτάκι ήταν, όχι στο πρόγραμμα.
2) Στο επικαιροποιημένο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχουν σωστές προτάσεις για τη διαφάνεια και την αντιμετώπιση της διαπλοκής, αλλά σχεδόν τίποτα για τη μείωση του κόστους του πολιτικού συστήματος. Μόνο μια αμφίσημη αναφορά στο θέμα της βουλευτικής σύνταξης (υπενθυμίζω ότι πρόκειται για ιδιαιτέρως σκανδαλώδες ζήτημα, καθώς το συνταξιοδοτικό δικαίωμα θεμελιώνεται στην τετραετία και, αν είσαι άνω των 65 ετών με δικαίωμα σύνταξης και εν ενεργεία βουλευτής, παίρνεις και τον μισθό και την σύνταξη!) Η σχετική διατύπωση είναι η εξής: «Κατάργηση της διπλής σύνταξης των βουλευτών με επιλογή ενός ασφαλιστικού φορέα». Ο όρος «διπλή σύνταξη» αφορά βουλευτές που παίρνουν και τη βουλευτική και τη σύνταξη του δικού τους ασφαλιστικού φορέα. Το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ δεν διευκρινίζει ποιου φορέα η επιλογή πρέπει να γίνει. Αν αυτό είναι στη διακριτική ευχέρεια του βουλευτή, το αν δηλαδή θα επιλέξει τη βουλευτική σύνταξη ή το ΙΚΑ, ας πούμε, είναι σαν να ρωτάς έναν περαστικό αν θέλει να είναι εφοπλιστής ή εργάτης. Στο πρόγραμμα των εκλογών της 6ης Μαΐου του ΣΥΡΙΖΑ πάντως, προτεινόταν ρητά η κατάργηση της βουλευτικής σύνταξης, καθώς και της αποζημίωσης για συμμετοχή σε επιτροπές.
3) Στο πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ δεν βρήκα τίποτα για μείωση του κόστους. Στο κεφάλαιο με τίτλο «αναβάθμιση του Κοινοβουλίου» λέει κάτι για ανοιχτές και ηλεκτρονικές διαβουλεύσεις και για ποιοτικό έλεγχο των νομοσχεδίων.
4) Το ΚΚΕ έχει καταθέσει πρόταση για μείωση των βουλευτικών αποδοχών κατά 50% και κατάργηση της βουλευτικής σύνταξης (οι βουλευτές να συνταξιοδοτούνται από τον επαγγελματικό τους φορέα). Ζητά επίσης «πόθεν έσχες» και όλα τα άλλα τα (σωστά) περί διαφάνειας. Απλώς, αρνείται τον έλεγχο στα δικά του οικονομικά, διότι είναι το κόμμα του λαού και δεν θα δώσει τα στοιχεία της εργατικής τάξης στους ιντελλιτζενσερβίτες. Στο site του ΚΚΕ, στο tab με τον τίτλο «πρόγραμμα» δεν έχει τέτοια πράγματα, λέει όμως για επανάσταση, μονοπώλια και οικοδόμηση του σοσιαλισμού. (Η Αλέκα Παπαρήγα ερωτήθηκε από δημοσιογράφο αν το ΚΚΕ θα καταθέσει πρόγραμμα και απάντησε ότι όχι, δεν χρειάζεται, πρόγραμμά μας είναι να έρθει ο λαός στην εξουσία).
5) Οι προτάσεις των Οικολόγων-Πράσινων (στην αρχική σελίδα του site τους και όχι στο πρόγραμμα) είναι πολύ κοντά σε αυτές της Δημοκρατικής Αριστεράς και του ΚΚΕ, όσον αφορά τα οικονομικά (μείωση 50% των βουλευτικών αποζημιώσεων και της κρατικής επιχορήγησης στα κόμματα —ενδιαφέρουσα η πρόταση για σύνδεση της βουλευτικής αποζημίωσης με τον βασικό μισθό). Στο σχετικό κεφάλαιο («Εκλογικό Σύστημα & Δημόσιο Χρήμα») υπάρχουν και άλλες ενδιαφέρουσες προτάσεις, με μερικές από τις οποίες συμφωνώ και με άλλες όχι.

Το όλο ζήτημα της μείωσης του κόστους του πολιτικού συστήματος (και καλό θα ήταν κάτι τέτοιο να γίνει με πλήρη διαφάνεια: τόσα έπαιρναν, τόσα κόψαμε, τόσα παίρνουν) έχει κατά τη γνώμη μου τις εξής διαστάσεις:
1) Οικονομική: θα είχε ενδιαφέρον μια εκτίμηση της εξοικονόμησης που μπορεί να γίνει. Για κάτι τέτοιο απαιτείται πρόσβαση σε επίσημα στοιχεία. Προφανώς δεν θα λυθεί το πρόβλημα της χώρας, έχω ωστόσο την αίσθηση ότι το ποσό δεν είναι αμελητέο, ιδίως αν δούμε το θέμα συνολικά, δηλαδή και τις απολαβές των υπαλλήλων της Βουλής, το κανάλι της Βουλής κλπ. Και μην ξεχνάμε ότι η περικοπή δεν είναι εφάπαξ αλλά για κάθε χρόνο στο εξής, άρα μειώνεται το έλλειμμα.
2) Συμβολική: είναι προφανής η σημασία στο συμβολικό επίπεδο. Με το πολιτικό σύστημα απαξιωμένο μέχρι αηδίας, με τον κόσμο να μουντζώνει και να βρίζει τα «τριακόσια καθάρματα», τους «αλήτες, προδότες πολιτικούς» και με τους χρυσαυγίτες να κάνουν πάρτι με το χαλί στρωμένο, αξίζει τον κόπο οι βουλευτές να δώσουν ένα δείγμα γραφής, κόβοντας γενναία τα προνόμιά τους.
3) Πολιτική: το θέμα προσφέρεται για συναίνεση. Πολλά κόμματα ή στελέχη κομμάτων έχουν διατυπώσει κατά καιρούς κοντινές ή και ταυτόσημες θέσεις. Είναι η ευκαιρία να δοκιμάσουν τη συνεννόηση σε ένα θέμα που δεν συνδέεται με το μνημόνιο ή με οποιονδήποτε παράγοντα έξω από τη χώρα, που δεν είναι χρονοβόρο και που θα βρει εγγυημένα αποδοχή από τους πολίτες. Ιδού πεδίο δόξης λαμπρό για συνεργασία επί της ουσίας, με πολιτική συζήτηση κι όχι σκυλοκαβγάδες σε τηλεπαράθυρα, επί συγκεκριμένου θέματος, με συγκεκριμένες θέσεις και με συγκεκριμένα αποτελέσματα.

* Πιάνω εδώ μόνο τον αφρό του θέματος και μόνο την οικονομική πλευρά, που είναι κάτι το οποίο μπορεί να αλλάξει άμεσα και έχει, όπως προανέφερα, μεγάλη συμβολική σημασία. Το ζήτημα της διαφάνειας είναι στην πραγματικότητα (και μακροπρόθεσμα) σημαντικότερο. Οι προτάσεις της Δημοκρατικής Αριστεράς είναι θαρραλέες και αρκετά εξειδικευμένες, οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ και των ΟΠ είναι επίσης στη σωστή κατεύθυνση. Στο θέμα αυτό θα πρέπει να γίνει προσεκτικός σχεδιασμός ώστε να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο πραγματικής διαφάνειας και ουσιαστικού δημοκρατικού ελέγχου, χωρίς κόλπα και παραθυράκια.

* Το επιχείρημα εναντίον της κατάργησης ή της γενναίας μείωσης της κρατικής επιχορήγησης προς τα κόμματα, ότι κάτι τέτοιο είναι λάθος γιατί θα οδηγήσει τα κόμματα στο μαύρο χρήμα και στην εξάρτηση από επιχειρηματίες, είναι κατά τη γνώμη μου επιεικώς υποκριτικό. Διατυπώθηκε σε ένα άκρως ειρωνικό άρθρο της Αυγής όταν η Δημοκρατική Αριστερά δημοσιοποίησε τις προτάσεις της . Το θεωρώ υποκριτικό γιατί, στην ουσία, αποτελεί συνθηκολόγηση με τη διαφθορά και ομολογία ήττας της πολιτικής. Είναι σαν να λες: «Στην Ελλάδα υπάρχει και θα υπάρχει διαφθορά κι εγώ, παρ’ όλο που προτείνω μέτρα για τη διαφάνεια των οικονομικών των κομμάτων, πόθεν έσχες κλπ, στην πραγματικότητα δεν πιστεύω ότι μπορεί να γίνει τίποτα». Ή το επιχείρημα είναι υποκριτικό, ή οι προτάσεις για τη διαφάνεια του πολιτικού συστήματος. Πιστεύω ότι ισχύει το πρώτο.

* Με το ζήτημα της κρατικής επιχορήγησης προς τα κόμματα συνδέεται το άλλο μεγάλο και εξοργιστικό σκάνδαλο, αυτό του δανεισμού των κομμάτων με ευνοϊκούς όρους και με εχέγγυο τη μελλοντική (!) επιχορήγηση που ΘΑ εισπράξουν, και μάλιστα υπολογισμένη με βάση τα ποσοστά προηγούμενων εκλογικών αναμετρήσεων.

* Μεγάλης σημασίας και ακανθώδες είναι το ζήτημα της βουλευτικής ασυλίας. Δεν συνδέεται με τη μείωση του κόστους του πολιτικού συστήματος, αφορά όμως κατεξοχήν την αποκατάσταση της αξιοπιστίας του. Το «ακαταδίωκτο των βουλευτών» ορίζεται από το άρθρο 62 του Συντάγματος: «Όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος ο βουλευτής δεν διώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με άλλο τρόπο περιορίζεται χωρίς άδεια του Σώματος. Eπίσης δεν διώκεται για πολιτικά εγκλήματα βουλευτής της Bουλής που διαλύθηκε, από τη διάλυσή της και έως την ανακήρυξη των βουλευτών της νέας Bουλής. Η άδεια θεωρείται ότι δεν δόθηκε, αν η Bουλή δεν αποφανθεί μέσα σε τρεις μήνες αφότου η αίτηση του εισαγγελέα για δίωξη διαβιβάστηκε στον Πρόεδρο της Bουλής. H τρίμηνη προθεσμία αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των διακοπών της Bουλής. Δεν απαιτείται άδεια για τα αυτόφωρα κακουργήματα». Το πρόβλημα εδώ είναι ότι η ίδια η Βουλή κρίνει για την άρση ή μη της ασυλίας ενός μέλους της. Αυτό πρέπει προφανώς να αλλάξει. Το καθεστώς που ισχύει είναι σκανδαλώδες και γελοίο. Κατ’ επανάληψη τα μέλη του ελληνικού κοινοβουλίου έχουν αρνηθεί να άρουν τη βουλευτική ασυλία μελών του σώματος, με αποτέλεσμα ο αντίδικος να καταφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και να δικαιωθεί. Τα σχετικά πρόστιμα τα πλήρωσε η Βουλή, δηλαδή οι έλληνες φορολογούμενοι. Πάντως, για το θέμα της ασυλίας α) χρειάζονται συγκεκριμένες προτάσεις, ελεγμένες από νομικούς, για το τι ακριβώς θα αντικαταστήσει το ισχύον πλαίσιο, ώστε ναι μεν να αντιμετωπιστεί η ατιμωρησία αλλά να μην προκύψουν προβλήματα στο κοινοβουλευτικό έργο και β) απαιτείται συνταγματική αναθεώρηση.

Έρευνα του Ν. Βαφειάδη για το κόστος του πολιτικού συστήματος στην «Καθημερινή» (26/9/2010)

Έτσι κλείνει ο κύκλος της Μεταπολίτευσης

Posted in Πολιτική with tags , , , , , on May 12, 2012 by shinecast

Το 1989, η έγκριτη «Αυριανή» δημοσίευε τα τηλέφωνα των «Κυρκοφλωράκηδων», που είχαν μόλις δημιουργήσει τον Συνασπισμό, προτρέποντας τους αναγνώστες της να τους τηλεφωνήσουν και να τους πιέσουν να μην προδώσουν τη Μεγάλη Δημοκρατική Παράταξη.

Κύλησε νερό στο αυλάκι. Ο Κώστας Λαλιώτης (στενός συνεργάτης του Γιώργου Κουρή στις πρώτες δόξες του) οικουρεί στην Αρκαδία. Η Αυριανή στηρίζει το εκάστοτε ανερχόμενο αστέρι. Λίγους μήνες μετά το πρωτοσέλιδο «Αντώνη [Σαμαρά], μην υποχωρείς», εκθειάζει τον πατριωτισμό του Αλέξη Τσίπρα.

Εδώ και δύο ημέρες, ενώ η θέση της Δημοκρατικής Αριστεράς και του Φώτη Κουβέλη ότι δεν θα συνεργαστεί σε τρικομματική κυβέρνηση με την Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ είναι σταθερή και αταλάντευτη, μαίνεται ένας πόλεμος παραπληροφόρησης, τόσο από μπλογκ της συμφοράς (ζούγκλες κ.ο.κ.) όσο και από «έγκριτες» εφημερίδες.

Κι έτσι λοιπόν, μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, μαζί με μέλη των «Ανεξάρτητων Ελλήνων» και άλλων αγανακτισμένων «δημοκρατών», τουιτάρουν τα τηλέφωνα της Δημοκρατικής Αριστεράς και καλούν σε συγκεντρώσεις έξω από την Αγίου Κωνσταντίνου. Γιατί; Ε, «για τον ίδιο λόγο», που λέγαμε και στον στρατό.

Μάλλον αυτό είναι που λένε: «Κλείνει ο κύκλος της Μεταπολίτευσης».

Τουρισμός στη Φθιώτιδα (πώς λέμε «Ελβετός ναύαρχος»)

Posted in Πολιτική with tags , on May 4, 2012 by shinecast

Το κείμενο αυτό είναι καρπός ορισμένων σκέψεων που ξεκίνησαν από τη συμμετοχή μου στη διαμόρφωση προτάσεων για το προεκλογικό φυλλάδιο της Δημοκρατικής Αριστεράς στη Φθιώτιδα. Δεν είμαι ειδικός περί τον τουρισμό, ούτε έχω κάνει καμιά εμπεριστατωμένη έρευνα. Σκέψεις εκθέτω, ως αφετηρία για συζήτηση. Έχω πάντως μπουχτίσει να ακούω για «βαρειά βιομηχανία της ελληνικής οικονομίας» και να βλέπω τα πάντα παρατημένα στη μοίρα τους. Επίσης, έχω μπουχτίσει με τον ραγιαδισμό, με τον τρόπο που συνήθως οι άνθρωποι κουνάνε το κεφάλι, ξεφυσάνε και λένε: «αχ, στην Ελλάδα ζούμε, γίνονται βρε αυτά εδώ;» Ναι, γίνονται. Συνήθως τα «αυτά» που «δεν γίνονται» είναι ό,τι απλούστερο και αυτονόητο. Ο βασικός λόγος που εν τέλει ΔΕΝ γίνονται είναι ότι κουνάμε το κεφάλι, ξεφυσάμε και πάμε και ψηφίζουμε σαν τα πρόβατα (δεν γίνονται γιατί στη θέση τους γίνονται άλλα, πιο περίπλοκα, μέσα από τα οποία ωφελούνται οι πελάτες του συστήματος). Τέλος, έχω μπουχτίσει με τα «διακυβεύματα»: μνημόνιο, δόση, ακυβερνησία κ.ο.κ. Ναι, προφανώς αυτά είναι σημαντικά, σημαντικότατα. Αλλά η Ελλάδα θα υπάρχει και στις 7/5. Και θα υπάρχει και του χρόνου. Ας λύσουμε τα σημαντικά, αλλά μήπως να συνεννοηθούμε παράλληλα και σε μερικά απλά και αυτονόητα, να αρχίσουν να τρέχουν σιγά σιγά ώστε να ζούμε όταν θα αρχίσουν να αποδίδουν;

Όντως, η φράση «τουρισμός στη Φθιώτιδα» ηχεί σαν σύντομο ανέκδοτο. Στην καλύτερη περίπτωση, μας φέρνει στην νου την εικόνα της θείας μας, που πάει για ιαματικά στα Θερμοπύλια και μετά για καφεδάκι με τις φίλες της στα Καμένα.

Κατ’ αρχάς, δεν υπάρχει τίποτα κακό σε αυτό· γιατί να μην πάει η θεία για λουτρό και καφεδάκι; Να πάει και να μη στέκεται. Και αυτό τουρισμός είναι (εσωτερικός). Ας δούμε όμως μια στιγμή μήπως μπορούμε να στοχεύσουμε και λίγο πιο πέρα από τη συμπαθή θεία.

Το γεγονός ότι μας φαίνεται λίγο κουλή η φράση «τουρισμός στη Φθιώτιδα», αν την σκεφτούμε ως έναν πιθανό σημαντικό μοχλό ανάπτυξης (υποδομών, επιχειρήσεων, θέσεων εργασίας) για την περιοχή, οφείλεται μάλλον στην πεπαλαιωμένη και στρεβλή αντίληψη που έχουμε για τον τουρισμό: ήλιος, θάλασσα κι αρχαία — και ημίγυμνες λυγερόκορμες σκανδιναβές που τρέχουν κάπου εκεί ανάμεσα (δηλ. τσαλαβουτάνε σε μια ηλιόλουστη παραλία με φόντο ιωνικά κιονόκρανα και υπό τους ήχους μπουζουκιού).

Πέφτουμε όμως οι ίδιοι θύματα των στερεοτύπων μας. Ναι, ο ήλιος και θάλασσα είναι μεγάλο ατού, αν και όχι αποκλειστικό: τον ίδιο ήλιο έχει όλη η Μεσόγειος και περίπου την ίδια θάλασσα. Τα αρχαία μνημεία (μιλάω τώρα για τη χώρα συνολικά) είναι μεν μοναδικά αλλά, πρώτον και άλλες χώρες έχουν τα δικά τους μνημεία (κι ας μην είναι ο Παρθενώνας) και, δεύτερον, αν περιοριστούμε σε αυτές τις ατραξιόν, έχουμε μάλλον ήδη πιάσει την οροφή (ποσοτικά και εισοδηματικά) του τουρισμού που μπορούμε να προσελκύσουμε. Όλοι χρησιμοποιούν με περισπούδαστο ύφος την ατάκα περί του τουρισμού ως «βαριάς βιομηχανίας», κρύβοντας πίσω από αυτό το στερεότυπο την νεοελληνική κατάρα της αρπαχτής: ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξουμε από τους ξένους, που θα έρθουν έτσι κι αλλιώς γιατί η χώρα μας είναι η ωραιότερη στον κόσμο και εμείς φανταστικοί τύποι και οι καλύτεροι εραστές και φτιάξαμε τον Παρθενώνα τη δημοκρατία και τον πολιτισμό γενικώς. Θα ανοίξουμε ρουμς ή (το πολύ πολύ) ένα ταβερνάκι, θα δουλεύουμε τρεις μήνες το χρόνο και δατ’ς ιτ.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι, με αυτήν την αντιμετώπιση, ο τουρισμός στην Ελλάδα περιορίζεται σε μια στενή καλοκαιρινή σεζόν. Και δεν αρκούν οι οικονομικές προσφορές, τα φθηνότερα πακέτα: όσο βασιζόμαστε αποκλειστικά στο τρίπτυχο «ήλιος, θάλασσα, αρχαία», τα πακέτα απλώς θα επιμηκύνουν κάπως την σεζόν, με τους χαμηλότερου εισοδήματος τουρίστες να προτιμούν τους ανοιξιάτικους και φθινοπωρινούς μήνες.

Ας κάνουμε ένα μικρό άλμα από την Ελλάδα και την Φθιώτιδα κι ας πεταχτούμε μέχρι την Ελβετία: χιόνια, βουνά, ρολόγια και σοκολάτες. Τρίχες, σε σχέση με τον Παρθενώνα και τη Μύκονο. Ναι, αλλά στην Ελβετία τα σαλέ των χιονοδρομικών δεν κλείνουν το καλοκαίρι, οι εργαζόμενοι δεν μένουν χωρίς δουλειά και οι επιχειρηματίες δεν κάθονται να τρώνε από τα έτοιμα, περιμένοντας πότε θα ξαναχιονίσει. Όλες (μα όλες) οι τουριστικές υποδομές, το καλοκαίρι μένουν ανοιχτές για άλλες δραστηριότητες: ιππασία, ορειβασία, ράφτινγκ, συνέδρια, φεστιβάλ — έχει ο Θεός. Διότι οι κουτόφραγκοι οι Ελβετοί, σκέφτηκαν ότι έτσι συμφέρει πιο πολύ: να έχεις με την ίδια υποδομή, που έχεις προβλέψει να την φτιάξεις με τρόπο που να προσαρμόζεται στις διαφορετικές εποχιακές δραστηριότητες, εισόδημα όλο το χρόνο και μόνιμες θέσεις εργασίας.

Επιστρέφω στη Φθιώτιδα: μια περιοχή όμορφη, που συνδυάζει θάλασσα, βουνό και κάμπο. Χωρίς «πρωτοκλασάτες ατραξιόν» από άποψη αρχαίων μνημείων. Με το μερίδιό της πάντως σε αρχαία, με το αρχαιολογικό μουσείο και το κάστρο της Λαμίας και με αρκετούς τόπους ιστορικού ενιδαφέροντος και ακόμα περισσότερες περιοχές φυσικού κάλους. Με τα βουνά και τα ποτάμια όπου ήδη υπάρχουν μονάδες για ράφτινγκ, ορειβασία, πεζοπορία και ιππασία, μια ανάσα από το χιονοδρομικό του Παρνασσού, με τα χωριά της (όσα δεν καταστρέψαμε ακόμα) και τους παραδοσιακούς ξενώνες, με τα ιαματικά της (Θερμοπύλες, Υπάτη, Πλατύστομο κ.ά.), με τις οινοπαραγωγικές μονάδες της (δεν είναι λίγοι οι παλαβοί που ταξιδεύουν στον κόσμο μόνο και μόνο για να δοκιμάζουν κρασιά), με την ιδανική για ιστιοπλοΐα θάλασσα (σταθερός σαν από ανεμιστήρα βοριάς, μικρά κύματα, παραλίες και παράκτια χωριουδάκια παντού), με το οικοσύστημα του Μαλιακού (όσο αντέχει ακόμα), με, με, με…

Θα μου πεις, αυτά θέλουνε λεφτά, υποδομές κλπ. Θα σου πω ναι, αλλά ξέρεις κάτι; Λεφτά υπάρχουν. Ε, χμ, γκουχ. Μπορούν να βρεθούν, τεσπά. Όχι πακτωλοί — αλλά δεν χρειάζονται πακτωλοί. Και επειδή το σχέδιο αυτό μπορεί να είναι κατεξοχήν αναπτυξιακό και να δημιουργεί μόνιμες θέσεις εργασίας, τα κεφάλαια μπορούν να βρεθούν από το ΕΣΠΑ ή/και από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Χρειάζονται κάποια κεφάλαια για υποδομές, αλλά κυρίως χρειάζονται ιδέες και σχέδιο. Και μακροπρόθεσμη προοπτική (άρα και συνέχεια του κράτους) και, τέλος, ειλικρινής πρόθεση να φτιάξεις ένα σύστημα που θα υπηρετεί το κοινό καλό και δεν θα εξυπηρετεί ημετέρους. Η ειλικρίνεια της προθέσεως δεν επαφίεται στην τιμιότητα των προσώπων αλλά είναι ζήτημα κατεξοχήν πολιτικό και θεσμικό.

Και χρειάζεται και νιονιό: όσο όμορφο κι αν είναι το χωριουδάκι πάνω στην Οίτη, δεν μπορεί να σηκώσει δέκα παραδοσιακούς ξενώνες και είκοσι μονάδες ιππασίας. Τρεις και μία, ναι. Και αυτό, είναι κυρίως ζήτημα κεντρικού σχεδιασμού και συντονισμού, που θα λειτουργεί ως ένα βαθμό συμβουλευτικά και επίσης θα ψιλοεπιβάλλεται με κίνητρα και αντικίνητρα.

Ο οποίος σχεδιασμός, ξεφεύγοντας από την κοντόφθαλμη λογική της αρπαχτής, θα είναι μακροπρόθεσμος και επίσης θα αφορά όλη τη «γραμμή παραγωγής» του τουρισμού: από τη δημιουργία των υποδομών και την ανάδειξη των τόπων τουριστικού ενδιαφέροντος μέχρι τον συντονισμό με όλες τις εμπλεκόμενες λειτουργίες του κράτους και του ιδιωτικού τομέα (συγκοινωνίες, εστίαση κ.ο.κ.) και από την (εμπνευσμένη και σύγχρονη, επιτέλους) διαφήμιση στο εξωτερικό μέχρι τη στενή συνεργασία με τους τουριστικούς πράκτορες. Στο όλο πλάνο λογικό είναι ότι μπορούν να εντάσσονται και χίλιες δυο άλλες δραστηριότητες: πολιτιστικές (φεστιβάλ, γιορτές, συναυλίες, εκθέσεις, παραστάσεις, πανηγύρια κ.ο.κ.), αθλητικές, αγροτουριστικές, οικονομικές (τοπικά συνεταιριστικά προϊόντα) κλπ.

Φαντάσου π.χ. η Φθιώτιδα να ήταν νομός της Ιταλίας. Φαντάσου έναν σταθμό, ένα τουριστικό περίπτερο στις Θερμοπύλες, είτε για όσους πηγαίνουν στα λουτρά είτε απλώς για τους περαστικούς. Φαντάσου κοντά στο μνημείο του Λεωνίδα έναν χώρο όπου θα υπήρχε μια μακέτα, να εξηγεί πού έγινε η μάχη και τι παίζει με τις προσχώσεις του Σπερχειού, εξαιτίας των οποίων έγινε αγνώριστο το τοπίο. Από κοντά, τσουπ και μια ενημέρωση για την περιβαλλοντική πλευρά, για τη σημασία του οικοσυστήματος του Μαλιακού. Αυτό, δεν χρειάζονται πολλά. Απλό, καθαρό, λειτουργικό, καλαίσθητο. Με ένα εστιατόριο της προκοπής δίπλα — ένα λέμε, όχι είκοσι, και τα μεγάφωνα να μην παίζουν σκυλάδικα, παρακαλώ.

Ή φαντάσου να φτιάχναμε μερικές μαρίνες σε ορισμένα παραλιακά χωριά του Μαλιακού, του Βόρειου Ευβοϊκού και του Διαύλου των Ωρεών. Έστω με ξύλινες πλωτές αποβάθρες (αμελητέου σχεδόν κόστους, υπάρχουν τέτοιες σε πολλά μέρη στην Ελλάδα και στο εξωτερικό), που το καταχείμωνο τις μαζεύεις και τις συντηρείς. Οι μαρίνες να παρέχουν φως, νερό, τηλέφωνο, πετρέλαιο και βασικά είδη στους σκαφάδες (και στις φλοτίλες, δηλαδή στα νοικιάρικα που θα ξεπηδήσουν αμέσως μόλις δημιουργηθεί η υποδομή). Να τους παρέχουν επίσης ενημέρωση για την περιοχή και σύνδεση οδική για σύντομες επισκέψεις εκεί κοντά. Όλα αυτά πολιτισμένα, όχι με τον ταξιτζή που είναι ξάδερφος του κουμπάρου του μπατζανάκη του καφετζή της μαρίνας, ο οποίος (ταξιτζής) οδηγάει σαν παλαβός, χρεώνει μια περιουσία και δεν μπορεί να ξεκαρφώσει τα μάτια από το ντεκολτέ της κόρης της οικογένειας Γερμανών που μεταφέρει.

Πλάκα πλάκα πάντως, πέντε-έξι τέτοιες μαρίνες πάνω στον άξονα Χαλκίδα-Σκιάθος, γίνονται με πολύ λίγα χρήματα και κάνουν σύντομα απόσβεση. Και τις φτιάχνεις εξαρχής με σχέδιο, όχι αρπαχτά. Μη σου πω ότι φροντίζεις, μέσω ενός προγράμματος τάδε για τις ΑΠΕ (Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, ντε) να βάλεις φωτοβολταϊκά και οι μαρίνες να έχουν ενεργειακή αυτάρκεια κι έτσι το ρεύμα που θα πουλάς στους κοτερατζήδες να είναι φτηνό και να σου αφήνει κέρδος παρ’ όλα αυτά.

Η Φθιώτιδα είναι πάνω στην Εθνική, μόλις δυο ώρες από την Αθήνα, στον κεντρικό οδικό άξονα της χώρας. Το πέταλο του Μαλιακού έχει σχεδόν ολοκληρωθεί (πληρωμένο, δυστυχώς, με πολύ αίμα). Τα χίλια δυο —δυνάμει— τουριστικά ενδιαφέροντα της περιοχής, όπως τα περιέγραψα αδρά, μπορούν κάλιστα να ενταχθούν σε μια κεντρική λογική, σε ένα εθνικό σχέδιο για τον τουρισμό.

Αντίποδας της αρπαχτής είναι ο οικοτουρισμός. Η λέξη δεν πρέπει να τρομάζει: οικοτουρισμός δεν σημαίνει ότι θέλουμε να μετατρέψουμε τους τουρίστες σε χορτοφάγους ακτιβιστές που θα κοιμούνται στο χώμα και θα τους τσιμπάνε τα κουνούπια. Σημαίνει απλώς τουριστική ανάπτυξη με σεβασμό στο περιβάλλον: και πρέπει επιτέλους να καταλάβουμε ότι αυτό δεν είναι πολυτέλεια αλλά, αντιθέτως, συμφέρει μακροπόθεσμα. Ας περάσουμε από το δόγμα «το περιβάλλον κοστίζει» στη λογική «η προστασία συμφέρει». Η φτηνή ανάπτυξη αποδίδει άμεσα, αλλά όχι μακροπρόθεσμα. Αρκετά σύντομα, οι συνέπειές της κοστίζουν περισσότερα από όσα απέφερε. Οι τουρίστες έρχονται στην Ελλάδα γιατί είναι μια όμορφη χώρα. Όταν πάψει να είναι όμορφη, θα πάψουν και εκείνοι να έρχονται. Τόσο απλά. Και θα μας μείνει μια άσχημη χώρα, γεμάτη ρουμζ του λετ και μπαρ όπου κάθε βράδυ είναι λέιντιζ νάιτ επειδή δεν πατάει κανείς πια, εκτός από κάτι ξεμεινεμένα καμάκια της δεκαετίας του ‘70.

Υ.Γ. Δεν πιστεύω ότι ο τουρισμός μπορεί να γίνει η κύρια δραστηριότητα για την Φθιώτιδα. Δεν πειράζει, ας μην είναι η κύρια. Ας μη δώσει δουλειά σε όλους τους ανέργους της, ας δώσει στο 5 ή στο 10%. Λίγο είναι; Παρεμπιπτόντως, κύρια δραστηριότητα είναι λογικό να γίνει ξανά η κτηνοτροφία και η γεωργία (πρωτογενής τομέας, τουτέστιν να ξαναρχίσουμε να παράγουμε). Η περιοχή είναι κατάλληλη, οι κάτοικοί της έχουν το know how. Η Φθιώτιδα δεν είναι άγονη, δεν είναι απομακρυσμένη, δεν είναι φτωχή ως νομός. Μπορεί να ανακάμψει πολύ ευκολότερα από άλλες περιοχές της Ελλάδας.

Δεν τη σταματάς την άνοιξη

Posted in Πολιτική with tags , , , , , , on April 23, 2012 by shinecast

Ως υποψήφιος βουλευτής Φθιώτιδας με τη Δημοκρατική Αριστερά στις επικείμενες εκλογές, γυρνάω αυτές τις μέρες με τους συνυποψήφιούς μου αρκετά από τα χωριά του νομού. Έχω ξαναπάει, αλλά όχι με αυτή την ιδιότητα.

Η επαφή με τον κόσμο, έστω σύντομη, είναι εμπειρία· οι ποικίλες αντιδράσεις γεννούν αντιστοίχως ποικίλα συναισθήματα:  κάποιοι ενθουσιάζονται («μαζί σας είμαστε»), άλλοι δείχνουν πως «το σκέφτονται» και πως η Δημοκρατική Αριστερά είναι μεταξύ των πιθανών επιλογών τους, αρκετοί δέχονται ευγενικά  το φυλλάδιο και εύχονται καλή επιτυχία χαμογελώντας ενώ αφήνουν να εννοηθεί ότι «είναι αλλού», άλλοι ίσα που μας ρίχνουν μια ματιά αλλά το παίρνουν από περιέργεια, μερικοί το δίνουν κατευθείαν στο παιδάκι τους να φτιάξει σαΐτα, πολλοί εκφράζουν, ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης, την εκτίμησή τους στο πρόσωπο του Φώτη Κουβέλη. Αρκετοί μας κοιτούν καχύποπτα μόλις πλησιάζουμε: «Πολιτικά είναι; Δε θέλουμε κανέναν τους. Όλοι κλέφτες είναι». Μερικοί μαλακώνουν όταν τους εξηγούμε ποιοι είμαστε (διευκρινίζουν πως αγρίεψαν νομίζοντας ότι πρόκειται για εκπροσώπους κάποιου από τα δύο κόμματα εξουσίας). Ορισμένοι —όχι πολλοί, ούτε όμως και ελάχιστοι— δεν μαλακώνουν. Αυτοί μας κοιτάζουν παγερά και λεν με βεβαιότητα: «Μια χούντα χρειάζεται…»

Προσωπικά, τη μεγαλύτερη αμηχανία νιώθω στις περιπτώσεις εκείνες που μπαίνουμε σε μαγαζιά (φαρμακεία, χαρτοπωλεία, φυτώρια, είδη υγιεινής, ρούχα — οτιδήποτε) και γινόμαστε δεκτοί με ευγένεια αλλά και απελπισία: «Παιδιά, καλή επιτυχία να έχετε, αφήστε τα να τα δούμε, αλλά να ξέρετε, δεν ελπίζουμε σε τίποτα. Νοίκι, ΤΕΒΕ — μετράμε μήνες ανάποδα, μέχρι να κλείσουμε και να δούμε πώς θα ζήσουμε». Όχι ότι δεν έχεις τι να πεις σ’ αυτό· έχεις, και το λες. Αλλά φεύγεις με ένα σφίξιμο στην καρδιά.

Το ζεις κι εσύ, γι’ αυτό. Κανείς μας δεν έχει διατελέσει βουλευτής, κανείς μας δεν είναι αυτό που λέμε «επαγγελματίας πολιτικός», κι ούτε έχουμε από πουθενά χρηματοδότηση (η Δημοκρατική Αριστερά δεν έχει πάρει κρατική επιχορήγηση, ούτε δάνεια). Έχουμε δουλειές, παιδιά, σκυλιά, νοίκια, χρέη, πιστωτικές κάρτες. Ούτε πρόκειται για «τη μάχη του σταυρού»: η Ελένη, ο Αργύρης, ο Θέμης, ο Χρήστος κι εγώ, δηλαδή πέντε από τους εφτά υποψήφιους της Δημοκρατικής Αριστεράς στον νομό (η Έφη και ο Βασίλης δεν μπόρεσαν να ακολουθήσουν, λόγω ανωτέρας βίας) στριμωχτήκαμε σε ένα αυτοκίνητο (για οικονομία στη βενζίνη) και πήραμε τους δρόμους. Ένα συλλογικό φυλλάδιο έχουμε βγάλει, «ιδίοις αναλώμασιν» (διχρωμία, μόνο το λογότυπο του κόμματος είναι κόκκινο) και αυτό μοιράζουμε.

Και μάλλον γι’ αυτό απολαμβάνουμε, τελικά, αυτές τις εξορμήσεις. Ο καθένας μας με τη δική του διαδρομή, βρεθήκαμε στον χώρο που μας εκφράζει πολιτικά. Προφανώς, αισθανόμαστε την ανάγκη της συμμετοχής, της παρέμβασης. Την ανάγκη να προσπαθήσουμε να κάνουμε κάτι, αντί να δεχτούμε μοιραλατρικά την κατάσταση. Κάτι, που βασίζεται σε μια πολιτική ανάλυση, σε ένα σκεπτικό. Κάτι, που πιστεύουμε ότι δεν είναι απλώς ωραία ιδέα, μπορεί να γίνει. Που δεν είναι αποδοχή τετελεσμένων, ούτε μάχη χαρακωμάτων, αλλά πρόταση για το μέλλον. Τον τρίτο δρόμο, που τον ψάχναμε από παλιά και τώρα πάλι τον συζητάμε, τον επεξεργαζόμαστε αλλά και αρχίζουμε σιγά σιγά να τον βαδίζουμε. Αν όχι τώρα, πότε; Αν όχι εμείς, ποιος;

[Συζητώντας για τον τρίτο δρόμο, δεν κοιτούσαμε τις πινακίδες στον δρόμο που τραβούσαμε. Χάσαμε την Τιθορέα και φτάσαμε στη Χαιρώνεια. Επιτόπου και επιστροφή. Νωρίτερα, στο Δαδί —Αμφίκλεια είναι η αρχαιοπρεπής επίσημη ονομασία— είχα τη χαρά να ακούσω από τον καφετζή, που μας φώναξε να μας κεράσει, κάτι που έλεγα λίγες μέρες πριν σε κάτι  φίλους στην Πελασγία: «Σαράντα χρόνια λένε ότι θα πιάσουνε τη φοροδιαφυγή. Αν ήθελαν πραγματικά, είναι απλό: διασταύρωση στοιχείων. Στις τράπεζες ούτε σεντ δεν μπορείς να χρωστάς, μπαίνεις στον Τειρεσία. Πόσο δύσκολο είναι να φτιάξουν έναν Τειρεσία για χρέη προς το δημόσιο;» Ναι, τόσο απλό είναι. Και παρ’ όλα αυτά, πάλι κάνουν εξαγγελίες και δηλώσεις και υποσχέσεις και δεσμεύσεις με ύφος σοβαρό και χτυπάνε το χέρι στο τραπέζι και κουνάνε σε εμάς το δάχτυλο, ότι «δεν έχουμε προτάσεις».]

Φαίνεται ότι την έχουμε ανάγκη την προσωπική επαφή με τον κόσμο. Με τα απρόβλεπτά της, με τα καλά και τα κακά της, με την ευγένεια και την αγένεια, τη θερμή ή την εχθρική υποδοχή, πιο πολύ απ’ όλα με τα ερωτήματα, με αυτά που μπορούμε να απαντήσουμε και εκείνα τα άλλα, τα πιο χρήσιμα, εκείνα που μας βάζουν σε σκέψη, που δεν είμαστε και τόσο σίγουροι ότι έχουμε ακριβώς την απάντηση, που μας τριβελίζουν το μυαλό το βράδυ στο σπίτι — και γι’ αυτό ακριβώς μας επιβεβαιώνουν ότι βρισκόμαστε στον σωστό πολιτικό χώρο: «γηράσκω αεί αναθεωρών», που έλεγε και ο αγαπημένος Μανόλης Αναγνωστάκης.

Ναι, δεν με πειράζει η κούραση. Είναι κι αυτή η αίσθηση της συλλογικότητας: το στρίμωγμα στο αμάξι, οι διαδρομές, οι κουβέντες, οι πλάκες, οι ιστορίες, τα ανέκδοτα, οι καφέδες, οι μπύρες, τα κοψίδια (στη Ρούμελη είμαστε) — και είναι κι ο ίδιος ο τόπος, η φύση, τα χωριά, τα βενζινάδικα, οι καντίνες, η ασυνάρτητη επαρχία που λέει κι ο Σαββόπουλος. Και πολύ σωστά το λέει, έτσι είναι. Και παρακάτω συνεχίζει: Μα τ’ αγαπάω ο φτωχός. Κι αυτό σωστό.

Στο κάτω κάτω, είναι κι η άνοιξη. Το πράσινο, το καφέ, το κόκκινο, το κίτρινο, το μοβ. Οι μυρωδιές. Οι ήχοι.

Είμαι φύσει αισιόδοξος — έως αηδίας. Ξέρω πολύ καλά —το εξηγούσε καθαρά ο Παναγιώτης Κονδύλης— ότι η εκτίμηση του τι μέλλει γενέσθαι είναι ζήτημα μυαλού και όχι συναισθήματος, ανάλυσης και όχι αισιοδοξίας ή απαισιοδοξίας. Και η ανάλυσή μου (η ανάλυσή μας) λέει ότι υπάρχει διέξοδος. Δύσκολη, «θέλει δουλειά πολλή», αλλά υπάρχει.

Καθώς χαζεύω από το παράθυρο του αυτοκινήτου— τα πρόβατα στο λιβάδι, στο βάθος ο Παρνασσός χιονισμένος ακόμα· μια συστάδα κυπαρίσσια, κι ανάμεσά τους μια κουτσουπιά· μερικές παπαρούνες, και πέρα μακριά ο Μαλιακός— αφήνω την ανάλυση και επιτρέπω στον εαυτό μου να φλερτάρει με την απλή αισιοδοξία. Αρνούμαι και λογικά και συναισθηματικά να πειστώ πως αυτή η χώρα είναι καταδικασμένη, πως οι άνθρωποί της θα συνθηκολογήσουν με τη φτώχεια, με τη μιζέρια, με την κατάθλιψη.

Στο κάτω κάτω, δεν τη σταματάς την άνοιξη. Το λέει κι ο Tom Waits.

Δεν τη σταματάς την άνοιξη.
Να ’σαι σίγουρος: ποτέ
δεν θα πάψω να πιστεύω
το ρόδο που ανθίζει θα ψηλώσει
ή θ’ ανοίξει ή θα χαθεί
το ίδιο όνειρο ονειρεύεται ο χειμώνας
κάθε φορά.

Αίτηση για δάνειο

Posted in Πολιτική on April 20, 2012 by shinecast

Χρειάζομαι ένα δανειάκι γύρω στο εκατομμύριο, για τα τρέχοντα έξοδα (τσιγάρα, καφέδες κ.ο.κ.) και για ερευνητικούς σκοπούς (είμαι φιλομαθής). Πιστεύω πως όλα αυτά τα περί έλλειψης ρευστότητας στην αγορά, περί λουκέτων κλπ. δεν είναι παρά μαύρη προπαγάνδα. Το έψαξα, είδα ότι έχω για άλλη μια φορά δίκιο, και έστειλα στον διευθυντή της τράπεζας με την οποία συνεργάζομαι την ακόλουθη επιστολή.

Προς κύριον …, διευθυντή τραπέζης

Κύριε διευθυντά,

διά της παρούσης αιτούμαι δανείου ύψους ενός εκατομμυρίου ευρώ (1.000.000 €) για έξοδα κίνησης και για ερευνητικούς σκοπούς.

Θα μου πείτε γιατί δεν πάω σε ένα υποκατάστημα, ε; Κατ’ αρχάς, βαριέμαι τις ουρές. Δεύτερον, πήγα και μου είπαν να τους δείξω το εκκαθαριστικό μου, να υποθηκεύσω το σπίτι μου και, αφού τα κάνω αυτά, να ελπίζω σε κάνα πενηντάρι χιλιάδες το πολύ, με γενναίο επιτόκιο. Απάντησα ότι όχι, εγώ εκατομμύριο θέλω και με επιτόκιο Γερμανίας. Μου είπαν αγενέστατα «δε θα ’σαι καλά, παιδάκι μου».

Ωστόσο, κύριε διευθυντά, εγώ διάβασα ότι άλλοι έχουν πάρει μπόλικα δάνεια με τους όρους που ζητάω, και μάλιστα πρόσφατα. Συγκεκριμένα, η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ (το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ επίσης έχουν πάρει, αλλά ψίχουλα σε σχέση με τους δύο πρώτους). Συνολικά, χρωστάνε στις τράπεζες κάπου 270 εκατομμύρια (περίπου το ένα τρίτο της τρύπας του ελλείμματος — ξέρετε, αυτής που λέμε να κλείσουμε κόβοντας τις επικουρικές συντάξεις). Μέρος αυτών των δανείων έχει συναφθεί τα τελευταία δύο χρόνια.

Μου έκανε εντύπωση όταν το έμαθα αυτό, διότι έχω διαβάσει στις εφημερίδες ότι υπάρχει ζήτημα ρευστότητας στην αγορά, ότι οι επιχειρήσεις κλείνουν γιατί δεν έχουν κεφάλαιο κίνησης επειδή οι τράπεζες δεν τους δανείζουν. Αυτά κάνει η μαύρη προπαγάνδα. Χάρηκα που έμαθα ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει και ότι το τραπεζικό μας σύστημα στέκεται στο ύψος των περιστάσεων και δανείζει ζεστό χρήμα.

Το πιο ελπιδοφόρο όλων είναι η ευελιξία των τραπεζών εις ό,τι αφορά τις εγγυήσεις που ζητούν για τη δανειοδότηση των κομμάτων: αρκεί η υποθήκευση της κρατικής επιχορήγησης που τα κόμματα θα πάρουν στο μέλλον (πλην της περίπτωσης του ΚΚΕ, το οποίο έχει υποθηκεύσει ακίνητα). Για να το πω πιο απλά: τα δύο μεγάλα κόμματα έχουν δανειστεί υποθηκεύοντας τα χρήματα που θα πάρουν από τον κρατικό προϋπολογισμό κατά την επόμενη δεκαετία σχεδόν — τα ποσά υπολογίζονται με βάση τα ποσοστά που έχουν πάρει στις τελευταίες εκλογές. Αυτό σημαίνει ότι, για να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, θα παίρνουν τα ίδια ποσοστά μέχρι περίπου το 2020· επίσης, ότι δεν θα μειωθεί η κρατική επιχορήγηση προς τα πολιτικά κόμματα ή τα ερευνητικά τους κέντρα. Κάτι θα ξέρουν τα κόμματα, για να κάνουν αυτή τη συμφωνία. Και οι τράπεζες, βέβαια, κάτι θα ξέρουν κι αυτές. Ε;

Ευελιξία επέδειξε και το κράτος, επιτρέποντας με νυχτερινή τροπολογία του κυρίου Τάσου Γιαννίτση την εκταμίευση της κρατικής επιχορήγησης, η οποία είχε παγώσει λόγω οφειλών των κομμάτων προς το δημόσιο. Αντίστοιχα, ο κύριος Ροβέρτος Σπυρόπουλος, διοικητής του ΙΚΑ και πρώην διευθυντής του ΠΑΣΟΚ, από λεπτότητα δεν ανέφερε τίποτα για τα χρέη του Κινήματος, που είχε αμελήσει, εδώ και κάτι μήνες, να καταβάλει τις εργοδοτικές εισφορές για τους (απλήρωτους) υπαλλήλους του.

Ως εκ τούτου, κύριε διευθυντά, επανέρχομαι στο αίτημά μου, το οποίο θεωρώ πως έχω τεκμηριώσει επαρκώς, και ζητώ δάνειο με εγγύηση τα μελλοντικά μου εισοδήματα. Αυτό σημαίνει ότι:

1) δεν θα χάσω τη δουλειά μου. Ο κύριος Αντώνης Σαμαράς ζήτησε να του λύσουμε τα χέρια ώστε να εκμεταλλευτούμε τον τεράστιο πλούτο μας ως χώρα και να πάμε μπροστά. Υποθέτω ότι, πηγαίνοντας μπροστά, δεν θα αυξηθεί κι άλλο η ανεργία (κάπου 21% είναι επισήμως). Δεν φαντάζομαι να μην τον πιστεύετε. Πώς θα μπορούσατε να αμφισβητήσετε την αξιοπιστία του προέδρου του κόμματος που σας χρωστά 132 εκ. ευρώ;

2) δεν θα μειωθεί (άλλο) ο μισθός μου. Ο κύριος Ευάγγελος Βενιζέλος δεσμεύτηκε προσωπικά ότι δεν θα γίνουν άλλες μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις. Δεν φαντάζομαι να μην τον πιστεύετε. Πώς θα μπορούσατε να αμφισβητήσετε την αξιοπιστία του προέδρου του κόμματος που σας χρωστά 120 εκ. ευρώ;

3) θα δουλεύω τουλάχιστον μέχρι τα 187 μου (μην ανησυχείτε, τα υπολόγισα: αποκλείεται να βγω νωρίτερα στη σύνταξη).

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας. Περιμένω τηλέφωνο να περάσω από τα κεντρικά για τα τυπικά.

Μετά τιμής,

Γιώργος Τσακνιάς

Υ.Γ. Δεν έχω πάθει άνοια,
θέλω κάνα-δυο δάνεια!
(χωρίς πολλά προσκόμματα
έτσι, όπως τα κόμματα).